Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2016

Να ζήσεις, Ελλάδα, και χρόνια πολλά


Να ζήσεις, Ελλάδα, και χρόνια πολλά

«Η 25η Μαρτίου συμβολίζει τα γενέθλια της σύγχρονης Ελλάδας. Γι' αυτό και τα γιορτάζουμε με δυναμισμό κάθε χρόνο, ανανεώνοντας τη ματιά μας (sic) στην Επανάσταση του 1821, καθώς τη στοχαζόμαστε μέσα σε νέες κάθε φορά συνθήκες». Με αυτή την ανελλήνιστη πρόταση, την ακατανόητη και προσβλητική για την Εθνική Επανάσταση και την ανάσταση του γένους μας, αρχίζει ο υπουργός της Παιδείας την εγκύκλιό του προς τους δασκάλους και τους μαθητές δημοτικών, γυμνασίων και λυκείων της χώρας. Ετσι, σύμφωνα με τον αξιότιμο υπουργό, η σύγχρονη Ελλάδα γεννήθηκε την 25η Μαρτίου. Βρίσκεται στο ζώδιο του Κριού και, όπως κάθε χρόνο τέτοια μέρα, έτσι και φέτος γιορτάζουμε τα γενέθλιά της με δυναμισμό, «ανανεώνοντας τη ματιά μας στην Επανάσταση» κ.τ.λ. Θα μαζευτούμε όλοι γύρω από μια τούρτα με πολλά κεράκια. Η εορτάζουσα Ελλάς θα φυσήξει να τα σβήσει κι εμείς όλοι θα ψάλλουμε εν χορώ πρώτα το «Happy birthday to you» και μετά το «Να ζήσεις, Ελλάδα, και χρόνια πολλά. Να γίνεις γριούλα με άσπρα μαλλιά».


Αλλο ξεσηκωμός, άλλο γενέθλια

Θα μπορούσαμε να μείνουμε σε αυτή την υπουργική άποψη και να κάναμε πλάκα. Αλλά μερικά πράγματα, όσο και να γελοιοποιούνται από τον «πολιτισμό» και την ιδεολογία του Συριζανέλ, δεν σηκώνουν πλάκα. Αλλωστε ο κ. Φίλης είναι υπουργός της Εθνικής Παιδείας (αφήνω τα Θρησκεύματα) και η άποψή του δεν πρέπει να περνά ασχολίαστη. Ως τώρα, λοιπόν, όλοι μας γνωρίζαμε ότι η 25η Μαρτίου είναι η θεσμοθετημένη επέτειος της Εθνικής Επανάστασης εναντίον ενός βάρβαρου τυράννου. Την 25η Μαρτίου εορτάζουμε και τιμούμε τους αγώνες για την αναγέννηση της Ελλάδας - υπάρχει και η λέξη παλιγγενεσία αλλά ίσως ο κ. υπουργός δεν τη γνωρίζει. Είναι η ημέρα που σηματοδοτεί την ανάσταση του έθνους. Τον βίαιο, αιματωμένο ερχομό της Ελευθερίας. Σύμφωνα μάλιστα με κάποιον ποιητή, τον κοντέ Διονύσιο Σολωμό, η προσωποιημένη Ελευθερία «εκατοικούσε πικραμένη, εντροπαλή» μέσα στα ιερά κόκαλα των Ελλήνων. Και εκαρτερούσε «νάλθη εκείνη η μέρα». Αυτά πάνω-κάτω γνωρίζαμε όλοι. Κουτσά-στραβά. Και ξαφνικά ήρθε ο κ. Φίλης και μας είπε ότι την 25η Μαρτίου η Ελλάδα έχει γενέθλια. Χαρήκαμε. Θα χαιρόμασταν περισσότερο αν μαθαίναμε τη μαμά και τον μπαμπά της.


Επικίνδυνο ατόπημα

Η υπουργική εγκύκλιος όμως λέει και άλλα. Ιδιαιτέρως σοβαρά και επικίνδυνα που υπερβαίνουν τη γελοιότητα περί των εθνικών γενεθλίων. Θέλοντας ο κ. Φίλης, ως υπουργός του Συριζανέλ, να πράξει και το κομματικό του καθήκον και να δώσει νέες «διαστάσεις» στην Επανάσταση του Εικοσιένα, αναφέρθηκε στους έλληνες δασκάλους και στους αγώνες τους τον 19ο αιώνα «ως τα μέσα του 20ού αιώνα». Καλά έκανε. Επειδή οι δάσκαλοι, ως και σήμερα, το 2016, σε πείσμα των λογής λογής πολιτικών, σε πείσμα της ανέχειας, σε πείσμα της κρατικής τσαπατσουλιάς, αγωνίζονται να διδάξουν και να μορφώσουν το Εθνος. Δεν έμεινε όμως εκεί ο κ. υπουργός. Σαράντα χρόνια μετά τον γλωσσικό συμβιβασμό, μετά την καθιέρωση της Νεοελληνικής ως επίσημης γλώσσας της εκπαίδευσης και της διοίκησης, ο κ. Φίλης μας λέει ότι οι «δημοτικιστές εκπαιδευτικοί» ήταν οι πιο δραστήριοι «οργανωτές (sic) της Αντίστασης στον φασισμό» κ.τ.λ. Αφήνει έτσι να εννοηθεί ότι οι δάσκαλοι εκείνοι που από τη σύσταση του Εθνους ως το 1950 δίδασκαν την καθαρεύουσα, διότι αυτό επέβαλλαν οι νόμοι, δεν ήταν «αντιστασιακοί». Ηταν μάλλον φασιστόμουτρα.


Πρόκειται για ένα άλλο μεγάλο και επικίνδυνο ατόπημα του κ. υπουργού. Οχι επειδή αναφέρεται στο γλωσσικό ζήτημα, από το οποίο πολλοί έχουμε υποφέρει. Το ατόπημα έγκειται στο γεγονός ότι, ούτε λίγο ούτε πολύ, ο κ. υπουργός θέλει, με τη δική του δημοτική, να δείξει στους μαθητές ότι μόνο οι δημοτικιστές υπήρξαν πατριώτες, αντιστασιακοί, προοδευτικοί. Επαναφέρει ένα εσφαλμένο ιδεολόγημα. Πιστεύει ότι η μορφή της γλώσσας δείχνει ποιος είναι δημοκράτης και ποιος όχι. Είναι σαν να δέχεται ότι όλα τα χρόνια της εθνικής εκπαίδευσης, από την ανασύσταση του Εθνους ως και το 1976, όσοι δίδασκαν καθαρεύουσα (άλλωστε δεν μπορούσαν να κάνουν αλλιώς) ούτε πατριώτες ήταν ούτε δημοκράτες. Κανείς δεν αρνείται το προοδευτικό κίνημα του δημοτικισμού. Αλλά το θέμα είναι άσχετο με την 25η Μαρτίου. Επιπλέον: υπήρχαν και υπάρχουν φασίστες που μιλούσαν και έγραφαν (μιλούν και γράφουν) τη δημοτική. Υπήρχαν και υπάρχουν δημοκράτες καθαρευουσιάνοι. Το πρώτο φύλλο του «Ριζοσπάστη» (26.4.1918) είναι συνταγμένο στην καθαρεύουσα της εποχής. Οι χρυσαυγίτικες διακηρύξεις είναι στη δημοτική. Ο Ηλίας Ηλιού μεταφράζει τη
Ρητορική του Αριστοτέλη στην καθαρεύουσα. Και λοιπόν; Ο ίδιος ο κ. Πρωθυπουργός και η ομάδα των «ειδήμων» του μια κάποια δημοτική ομιλούν. Και λοιπόν;


Υστερα υπάρχουν και οι συγγραφείς μας, αυτοί που έχουν γράψει στην καθαρεύουσα. Τι λέει ο κ. Φίλης; Να πάψουμε να μνημονεύουμε πλέον (σύμφωνα με τον Ελύτη) τον Παπαδιαμάντη, αλλά μόνο τον Σολωμό; Να ρίξουμε στα τάρταρα τον Βιζυηνό; Τον ιδιότροπο Κάλβο; Τον δάσκαλο Κοραή, στον οποίο μάλιστα αναφέρεται;


Και κάτι τελευταίο: αν οι μεγάλοι δάσκαλοι του δημοτικισμού διάβαζαν τα άθλια, «σπασμένα» ελληνικά του κ. υπουργού, θα τον επαινούσαν; Αυτό πιστεύει; Μάλλον όχι. Θα τον έπιαναν από το αφτί και θα τον έβαζαν τιμωρία: να γράφει και να ξαναγράφει την εγκύκλιό του. Εκατό φορές. Ωσπου να γράψει σωστά, ευγενή ελληνικά. Και μετά να μιλά για δημοκρατία κ.τ.λ.

 

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης είναι καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας.  

Σάββατο 19 Μαρτίου 2016

Η εντατικοποίηση της εργασίας των εκπαιδευτικών και η συζήτηση για τον εργασιακό τους χρόνο

Η εντατικοποίηση της εργασίας των εκπαιδευτικών και η συζήτηση για τον εργασιακό τους χρόνο


της Αιμιλίας Τσαγκαράτου*
Ένα από τα κεντρικά ζητήματα που ανοίγει στα πλαίσια του «εθνικού διαλόγου για την Παιδεία» είναι η συζήτηση για το χρόνο εργασίας των εκπαιδευτικών. Οι πρόσφατες δηλώσεις του κ. Λιάκου «να μην συμπίπτουν ο χρόνος διδασκαλίας και ο εργασιακός χρόνος των εκπαιδευτικών», «ο εργασιακός χρόνος να περιλαμβάνει τις παιδαγωγικές συναντήσεις των δασκάλων και των καθηγητών οι οποίοι κάθε βδομάδα θα χαράζουν την εκπαιδευτική πολιτική»(!), αλλά και προηγούμενες δηλώσεις του για «επιμορφώσεις των εκπαιδευτικών στα κενά τους» δεν είναι τυχαίες. Πέρα από τον τρόπο με τον οποίο φαίνεται να προσανατολίζεται το Υπουργείο Παιδείας να «λύσει» το πρόβλημα της λειτουργίας των σχολείων χωρίς διορισμούς, οφείλουμε να δούμε τη γενικότερη πολιτική στόχευση σε σχέση με τον εργασιακό χρόνο των εκπαιδευτικών, έτσι όπως εκπορεύεται και από τη συνολική εκπαιδευτική πολιτική που διαμορφώνουν και τα υπερεθνικά κέντρα.
1. Η αύξηση του χρόνου εργασίας των εκπαιδευτικών είναι μια παγκόσμια τάση. Η τάση αυτή εκφράζεται όχι μόνο με την αύξηση των ωρών διδασκαλίας αλλά με την συνολική εντατικοποίηση και την αύξηση του εξωδιδακτικού φόρτου εργασίας, που σε χώρες όπως η Μεγάλη Βρετανία φτάνει στα όρια της σωματικής και ψυχολογικής εξόντωσης. Από τις ΗΠΑ, τον Καναδά και την Αυστραλία μέχρι τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης, οι εκπαιδευτικοί καλούνται να δουλέψουν περισσότερο και να πληρώνονται λιγότερο. Όλο και δυναμώνουν οι φωνές αντίστασης των εκπαιδευτικών απέναντι στην πολιτική που επιβάλλεται από τον ΟΟΣΑ, την ΕΕ, και την Παγκόσμια Τράπεζα που συμπυκνώνεται στην πρόταση «με όσο το δυνατόν λιγότερες ‘εισροές’ να έχουμε όσο γίνεται περισσότερες ‘εκροές’». Ο σφιχτός έλεγχος και η μείωση της δημόσιας δαπάνης για την εκπαίδευση, όχι μόνο στις χώρες με οικονομική κρίση, σημαίνει ότι πρέπει με όσο γίνεται λιγότερα χρήματα να έχουμε όσο γίνεται περισσότερα και «καλύτερα αποτελέσματα».
Σύμφωνα με την έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής “Education and Training Monitor 2015” «…στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει εξορθολογιστεί σημαντικά ανάμεσα στο 2011-2014. Η Ελλάδα είχε έναν από τους μικρότερους αριθμούς διδακτικών ωρών στον ΟΟΣΑ και έναν από τους μικρότερους αριθμούς μαθητών ανά τμήμα. Επιπλέον, ένας αριθμός από οργανωτικές δυσκαμψίες εμπόδισαν μια λογική κατανομή του προσωπικού. Η αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα και η αύξηση του διδακτικού ωραρίου (σημ. αναφέρεται προφανώς στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση) έχει φέρει την Ελλάδα πιο κοντά στις υπόλοιπες χώρες του ΟΟΣΑ». Στη αντίστοιχη έκθεση του ΟΟΣΑ συνολικά για τις χώρες της ΕΕ διαπιστώνεται ότι η Ελλάδα δαπανά το μεγαλύτερο ποσοστό από τις συνολικές δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση για τη μισθοδοσία των εκπαιδευτικών (80%) από τις υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης – άρα μήπως πρέπει να μειωθούν; Οι δαπάνες για την εκπαίδευση θεωρούνται «επένδυση», άρα λοιπόν δεν πρέπει να υπάρχει «σπατάλη», πρέπει να αξιοποιούνται όσο το δυνατό πιο «αποδοτικά». Αυτή είναι η ουσία των παραπάνω διαπιστώσεων και όχι μια πραγματική καταγραφή της πραγματικότητας αφού όλοι ξέρουμε ότι γίνεται λαθροχειρία στον τρόπο που υπολογίζονται οι ώρες διδασκαλίες και ο μέσος όρος των μαθητών ανά τμήμα στη χώρα μας. Όσο για τις δαπάνες για την παιδεία, ενώ στις ίδιες εκθέσεις εμφανίζεται μια σταδιακή μείωσή τους από το 2010 και μετά σε χώρες όπως η Ιταλία, η Ισπανία , η Φινλανδία και άλλες, για την Ελλάδα εμφανίζεται αύξηση κατά 0.3% επί του ΑΕΠ. Φυσικά δεν αναφέρεται πουθενά η δραματική μείωση του ΑΕΠ της χώρας μας την περίοδο της κρίσης…
2. Η έννοια του σχολικού χρόνου και για τους εκπαιδευτικούς και για τους μαθητές λειτουργεί πια με όρους αγοράς. Η εντατικοποίηση της εργασίας, που συνήθως την ταυτίζουμε με τον ιδιωτικό τομέα, είναι πραγματικότητα και στην εκπαίδευση. Μια βασική πλευρά των αναδιαρθρώσεων σε αυτήν είναι η προσπάθεια εμπέδωσης της άποψης ότι «ο καλός, σκληρά εργαζόμενος εκπαιδευτικός» είναι η βασική συνιστώσα ενός «καλού και αποτελεσματικού σχολείου». Δεν αφορά μόνο την ώρα που βρίσκεται μέσα στην τάξη, αλλά και όλο εκείνο το χρόνο που θα πρέπει να αφιερώνει για προετοιμασία, σεμινάρια, επιμορφώσεις, διοικητική δουλειά και άλλα – μέσα στα πλαίσια βεβαίως διαχείρισης μιας εκπαιδευτικής πολιτικής που αποφασίζει η εξουσία. Ο εκπαιδευτικός πρέπει να είναι «ψυχή τε και σώματι» διαθέσιμος ανά πάσα στιγμή για να εμπεδώνει, να διαχειρίζεται και να μαθαίνει πώς να γίνεται ο ιμάντας μεταβίβασης της κυρίαρχης εκπαιδευτικής πολιτικής.
Η εντατικοποίηση βέβαια της δουλειάς των εκπαιδευτικών είναι ήδη εδώ. Το κυνήγι των προγραμμάτων, των σεμιναρίων, των επιμορφώσεων μαζί με τη δυσκολία και την έκταση της διδακτέας ύλης που πρέπει να καλυφθεί συμβάλλουν σε αυτό σε μεγάλο βαθμό. Με δυσκολία διακρίνεται ο εργασιακός χρόνος από τον «ελεύθερο» χρόνο των εκπαιδευτικών που για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του πρώτου αφιερώνουν μεγάλο μέρος του δεύτερου, κάνοντας δυσδιάκριτα τα όρια μεταξύ τους.
Η εντατικοποίηση της δουλειάς των εκπαιδευτικών δεν γίνεται υποχρεωτικά μόνο με αύξηση του διδακτικού ωραρίου. Φυσικά η συζήτηση που γίνεται από το Υπουργείο Παιδείας στη χώρα μας δεν την αποκλείει, για να μπορέσει να «λύσει» το πρόβλημα των μηδενικών διορισμών. Όμως δεν είναι αυτό το κύριο ή το μόνο ζητούμενο. Έχουν πέσει στο τραπέζι προτάσεις για αύξηση της διδακτικής ώρας (από 45 λεπτά σε 60 – πρόταση της «ομάδας REN» – δηλαδή αύξηση του εργάσιμου χρόνου που αντιστοιχεί σε έως και 5 διδακτικές ώρες χωρίς τυπική αύξηση του ωραρίου!), αύξηση της διάρκειας του χρόνου των διαλειμμάτων με στόχο την παράταση της παραμονής στο σχολείο, η υποχρεωτική παραμονή μέχρι τις 2, η μεταφορά δραστηριοτήτων του συλλόγου διδασκόντων το απόγευμα (συνεδριάσεις συλλόγων διδασκόντων, ενημερώσεις γονέων κλπ). Με αυτό τον τρόπο έχουμε πολλαπλές στοχεύσεις: τη διαχείριση του χρόνου του υπάρχοντος εκπαιδευτικού προσωπικού με τέτοιο τρόπο που να φαίνεται ότι τα σχολεία λειτουργούν «ομαλά», την εντατικοποίηση των εκπαιδευτικών, την προσπάθεια να δοθεί η εντύπωση στην κοινωνία και τους υπόλοιπους εργαζόμενους ότι οι εκπαιδευτικοί «θα πάψουν να είναι τεμπέληδες» και ότι στο εξής θα είναι διαθέσιμοι ανά πάσα στιγμή . Στο τελευταίο ειδικά φαίνεται ότι θα συνηγορήσει και η πλειοψηφία της ΔΟΕ, αφού με τοποθετήσεις μελών του προεδρείου της(!) στις ημερίδες που οργανώνονται αυτή την περίοδο ανά την Ελλάδα με θέμα το σχολείο παρουσιάζουν με θετικό τρόπο την ατζέντα Λιάκου για υποχρεωτική παραμονή των εκπαιδευτικών μέχρι τις 2 , τις συνεδριάσεις των συλλόγων διδασκόντων το απόγευμα , την ενημέρωση των γονέων εκτός ωραρίου γιατί «η κοινωνία θεωρεί ότι δουλεύουμε λίγο».
Τα επιχειρήματα του « κοινωνικού αυτοματισμού» ως πρόσχημα για την αύξηση του διδακτικού και εργασιακού χρόνου των εκπαιδευτικών πρέπει να αντιστραφούν: η αύξηση του χρόνου εργασίας ενός μέρους των εργαζομένων δεν λύνει το πρόβλημα της ανεργίας, αντίθετα το εντείνει αφού δεν χρειάζονται νέες προσλήψεις. Η χειροτέρευση και η εντατικοποίηση των όρων εργασίας των εκπαιδευτικών δεν λύνει, αντίθετα νομιμοποιεί ακόμα περισσότερο αυτό που γίνεται σε άλλους εργασιακούς χώρους. Το ζητούμενο δεν μπορεί να είναι η όροι εργασίας ενός τμήματος των εργαζομένων να επιδεινώνονται για να προσεγγίσουν τις εργασιακές συνθήκες των υπόλοιπων. Το ζητούμενο είναι όλοι μαζί οι εργαζόμενοι να αγωνιστούμε για μείωση του χρόνου εργασίας και μισθούς που να επιτρέπουν αξιοπρεπή διαβίωση. Όσο πιο πολύ χειροτερεύουν οι συνθήκες εργασίας ενός τμήματος των εργαζομένων, τόσο συμπιέζονται προς τα κάτω και οι υπόλοιποι.
3. Αυτό που χαρακτηρίζει με μεγαλύτερη ένταση τα τελευταία χρόνια τον εργασιακό χρόνο των εκπαιδευτικών στις χώρες της ΕΕ και όχι μόνο είναι η τυποποίηση, η ποσοτικοποίηση, ο αυστηρός γραφειοκρατικός έλεγχος. «Ο χρόνος είναι αγαθό ή μέσο που μπορεί να αυξηθεί, να μειωθεί, να γίνει αντικείμενο διαχείρισης, μέτρησης, να δαπανηθεί, να οργανωθεί, να ποσοτικοποιηθεί και να διευθετηθεί για την επίτευξη επιλεγμένων εκπαιδευτικών στόχων. Ο χρόνος, δηλαδή, προβάλλεται ως ποσοτική αντικειμενική, εργαλειακή και οργανωτική μεταβλητή, η οποία μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο διαχείρισης για την επίτευξη στόχων που έχουν ορισθεί από άλλους». (Γ. Μαυρογιώργος). Μιλώντας για τη δική μας εκπαιδευτική πραγματικότητα, βλέπουμε ότι ο εκπαιδευτικός δεν θεωρείται ως μια αυτόνομη μονάδα, ως ένας εργαζόμενος με μία θέση σε ένα σχολείο που να μπορεί να αποκτά μόνιμη και σταθερή σχέση με τη σχολική μονάδα και τους μαθητές της, αλλά ως ένα «δοχείο» ωρών, που μπορούν να διατίθενται οπουδήποτε, ελαστικά, με μετακινήσεις, με αυστηρή καταγραφή στο my school. Με αυτό το κριτήριο γίνονται και οι προσλήψεις των αναπληρωτών, με όρους «ωρών» και όχι ανθρώπων γίνεται η καταγραφή των κενών, μετατρέποντας τον εκπαιδευτικό σε «ευέλικτο» και «απασχολήσιμο» εργαζόμενο. Ταυτόχρονα βλέπουμε εκπαιδευτικούς να μετακινούνται ακόμα και για μία ώρα ή να διδάσκουν μαθήματα εκτός της ειδικότητάς τους, στο όνομα να γεμίσει όπως – όπως το πρόγραμμα, να καλύπτονται τα κενά, με πλήρη αδιαφορία απέναντι στο εκπαιδευτική και παιδαγωγική διαδικασία, για την οποία όμως κατά τα άλλα διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους οι πανεπιστημιακοί, το υπουργείο και τα στελέχη της εκπαίδευσης..
Συμπερασματικά:
Το Υπουργείο Παιδείας ανοίγει επιθετικά τη συζήτηση για το χρόνο εργασίας των εκπαιδευτικών και όχι μόνο σε σχέση με το διδακτικό ωράριο. Επαναφέρει, στα πλαίσια του «διαλόγου» τις σχετικές «ιδέες» που κατά καιρούς είχαν επιχειρήσει να επιβάλλουν όλοι οι προηγούμενοι υπουργοί παιδείας (από τον Αρσένη και τη Γιαννάκου μέχρι τη Διαμαντοπούλου, τον Αρβανιτόπουλο και το Λοβέρδο). Προσπαθεί να το ντύσει «παιδαγωγικά», απευθύνεται και στην κοινωνία, αναζητά συμμαχίες τις οποίες απ’ ότι φαίνεται τις βρίσκει και στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία.
Τα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών μας υπονομεύονται ακόμα περισσότερο μέσα σε ένα σχολείο που θα βλέπει το πρόβλημα της λειτουργίας του ως διαχείριση χρόνου και ωρών, όπου η παιδαγωγική σχέση εκπαιδευτικού – μαθητή τουλάχιστον υπονομεύεται. Η απαίτηση για μαζικούς μόνιμους διορισμούς αφορά και τη λειτουργία των σχολείων και το να βρουν δουλειά οι άνεργοι συνάδελφοί μας αλλά και το να μην ισοπεδώνονται εργασιακά οι εκπαιδευτικοί που ήδη διδάσκουν στα σχολεία. Ταυτόχρονα ο εκπαιδευτικός δεν πρέπει να έχει ελεύθερο χρόνο μόνο «για να διορθώνει, να προετοιμάζεται, να επιμορφώνεται». Έχει κυρίως να κάνει με την ανάγκη να αναπτύσσεται και να βελτιώνεται ως εκπαιδευτικός, ως διανοούμενος, ως υποκείμενο αλλαγής του σχολείου αλλά και της κοινωνίας συνολικά προς όφελος των μορφωτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων των μαθητών μας.
*Εκπαιδευτικός πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης
www.pantiera.gr

Τετάρτη 16 Μαρτίου 2016

«Εθνικός διάλογος» για την Παιδεία: το σημαίνον και το σημαινόμενο



«Εθνικός διάλογος» για την Παιδεία: Το σημαίνον και το σημαινόμενο

Σήμερα πολύς λόγος γίνεται για τον λεγόμενο «Εθνικό Διάλογο». Είναι αναγκαίο να δηλώσουμε πως κανένας λογικός άνθρωπος δεν αρνείται εκ των προτέρων και από θέση αρχής τον διάλογο, ως μέσο επίλυσης προβλημάτων ή μέθοδο συνεννόησης, επικοινωνίας, αλληλεπίδρασης, σχεδιασμού και χάραξης πολιτικής σε κάθε τομέα. Για να γίνει όμως διάλογος θα πρέπει να ικανοποιείται μία θεμελιωδώς αναγκαία συνθήκη: Ο διάλογος αυτός να είναι ειλικρινής και ισότιμος.

Αποδίδουν όμως οι λέξεις την ουσία;

Σύμφωνα με τον ιστορικό και συγγραφέα Φάνη Καλαϊτζάκη «[…]Πρώτη προϋπόθεση για ένα δημιουργικό και αποτελεσματικό διάλογο είναι η ισοτιμία των διαλεγομένων, η από ίσης θέσεως και ισχύος ηθικού βέβαια χαρακτήρα διεξαγωγή του οποιουδήποτε διαλόγου. […]Δεν μπορεί να σταθεί διάλογος με δημιουργικά αποτελέσματα· από την αυταρχικότητα και τη βία του δυνατού σωματικά, πνευματικά ή οικονομικά μόνο ταλαιπωρία και δυστυχία μπορεί να προκύψει. Το ίδιο συμβαίνει όταν ευρύτερα σύνολα, κοινωνικές ομάδες ή τάξεις, κράτη και ενώσεις κρατών χρησιμοποιούν για τη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών το διάλογο ως τέχνασμα, ενώ δεν αναγνωρίζουν στο συνομιλητή τους το δικαίωμα της ισοτιμίας. Ισοτιμία μ’ άλλα λόγια στο διάλογο σημαίνει να μπορεί το κάθε μέρος να εκφραστεί ελεύθερα, χωρίς να επαπειλείται από τα πλεονεκτήματα του άλλου.»

Με απλά λόγια: Διάλογος μεταξύ του έχοντα την εξουσία  και του εξουσιαζόμενου δεν μπορεί να υπάρξει. Αλλιώς δεν θα είναι διάλογος παρά ένα ακόμη Μήλιο δίλημμα με το Υπουργείο Παιδείας στη θέση των Αθηναίων. Των Αθηναίων που μαθαίνουμε απ’ τον Θουκυδίδη πως με θράσος παραδέχονται: «[…]ότι κατά την κρίση των ανθρώπων το δίκαιο λογαριάζεται  όταν υπάρχει ίση δύναμη για την επιβολή του κι ότι,  όταν αυτό δε συμβαίνει, οι δυνατοί κάνουν ό,τι τους επιτρέπει  η δύναμή τους κι οι αδύναμοι υποχωρούν κι αποδέχονται.»

Μάλιστα, αξίζει να παρατηρήσει κανείς πόσο θυμίζουν τους «Αθηναίους» της Ιστορίας οι φιλοκυβερνητικοί συνδικαλιστές όταν πρόσφατα έγραφαν: «Ποιός  θα μας επαινέσει για την διαλλακτικότητά μας, αν οχυρωνόμαστε πίσω από τη θέση πως “ό,τι είναι προαποφασισμένο δεν το συζητάμε, δεν το διερευνούμε”;» Ας παραβάλλουμε το παραπάνω με ένα ακόμη απόσπασμα του «διαλόγου» Αθηναίων και Μηλίων: «ΑΘ.: Αν ήρθατε σ’ αυτή τη συνεδρίαση για να κάμετε εικασίες για τα μελλούμενα ή για τίποτε άλλο, κι όχι, απ’ την τωρινή κατάσταση κι από όσα βλέπετε να σκεφτείτε για τη σωτηρία της πολιτείας σας, μπορούμε να σταματήσουμε[…]» για να πάρουν την απάντηση: «ΜΗΛ.: Είναι φυσικό και συγχωρείται, στη θέση  που βρισκόμαστε, να  πηγαίνει ο νους μας σε πολλά, κι επιχειρήματα και σκέψεις.» Κάποιοι λοιπόν θυμίζουν επικίνδυνα τους Αθηναίους κι οι συνάδελφοι είναι λογικό να έχουν το νου τους σε πολλά, δεδομένης της θέσης που βρίσκονται και των όσων πέρασαν.

Μιας λοιπόν και ξεκινήσαμε με απόψεις ενός ιστορικού και με απόσπασμα αρχαίας ιστορίας, ας δούμε μέσω κάποιων ερωταπαντήσεων την ιστορία των «διαλόγων» που έχουν εξαγγελθεί απ’ τους εκάστοτε κυβερνώντες ως τις ημέρες μας.

Ερώτηση 1η: Είναι η πρώτη φορά που εξαγγέλλεται εθνικός διάλογος για την Παιδεία;

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας υπουργός Παιδείας εξαγγέλλει «διάλογο» και στέλνει πρόσκληση σε όλους τους αρμόδιους φορείς. Οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις τέτοιων διαλόγων στην πρόσφατη ιστορία του υπουργείου είναι του κ. Σουφλιά (Ν.Δ.) -που αντικατέστησε τον κ. Κοντογιαννόπουλο, αμέσως μετά την δολοφονία του συναδέλφου μας Ν. Τεμπονέρα-, του κ. Αρσένη (ΠΑΣΟΚ), αμέσως μετά την ενάμιση μηνός απεργία του κλάδου μας, της κ. Διαμαντοπούλου (ΠΑΣΟΚ) και του κ. Αρβανιτόπουλου (Ν.Δ.), καθώς οι δύο τελευταίοι είχαν αναλάβει την εφαρμογή των μνημονιακών μέτρων στην Παιδεία. Ο σημερινός υπ. Παιδείας κ. Φίλης, ακολουθώντας τα βήματα των προκατόχων του, με επιστολή του, καλεί τους εκπαιδευτικούς, τους συλλόγους διδασκόντων, γονείς και μαθητές, να συμμετέχουν στον «διάλογο». Η πρόσκληση αυτή γίνεται σήμερα, «κατόπιν εορτής». Η κυβέρνηση (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) στην οποία μετέχει ο κ. Φίλης, εφαρμόζει τις ίδιες με τους προηγούμενους υπουργούς πολιτικές, δεσμευμένη απ’ την υπογραφή του 3ου μνημονίου. Αυτό δεν πρέπει να μας διαφεύγει ούτε στιγμή. Το ίδιο μνημόνιο ψήφισαν από κοινού στη Βουλή όλοι μαζί (ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ - ΝΔ - ΠΑΣΟΚ - ΠΟΤΑΜΙ).

Ερώτηση 2η: Πώς γίνονται οι εθνικοί διάλογοι;

Και στο παρελθόν, όπως ακριβώς και σήμερα, οι υπουργοί συγκροτούσαν επιτροπές από «δοκιμασμένους» πανεπιστημιακούς, που στις αρχές της δεκαετίας του 1990 ήταν οι εισαγωγείς των νεοφιλελεύθερων απόψεων στη χώρα μας και στη συνέχεια έγιναν οι επίσημοι εκφραστές τους. Οργάνωναν πανηγυρικές συναντήσεις και πλήρωναν αδρά την εμπειρογνωμοσύνη των «σοφών». Ο κ. Αρσένης μάλιστα πρόσθεσε μια καινοτομία, εισάγοντας τους «πολλαπλασιαστές» της κυβερνητικής πολιτικής, εκπαιδευτικούς δηλαδή, που έναντι κάποιας αμοιβής, ανέλαβαν τότε να διαφωτίσουν όλους εμάς, σε ειδικές συναντήσεις ανά ΠΥΣΔΕ, για τα καλά της «μεταρρύθμισής» του!

Ερώτηση 3η: Σε ποιες συνθήκες εξαγγέλλονταν οι εθνικοί διάλογοι και ποια κατάληξη είχαν όλοι οι προηγούμενοι;

Όλοι οι προηγούμενοι διάλογοι εξαγγέλλονταν κάθε φορά που οι σχεδιαζόμενες πολιτικές για την Παιδεία συναντούσαν την αντίσταση της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αυτό συνέβαινε συνήθως γιατί οι πολιτικές αυτές είχαν ως πραγματικό στόχο την περιστολή των μορφωτικών δικαιωμάτων των μαθητών και την υποβάθμιση της αξίας του διδακτικού έργου του Δημόσιου Σχολείου και του εκπαιδευτικού. Βέβαια όλες οι μεταρρυθμίσεις στις εισηγητικές τους εκθέσεις, περιγράφουν ένα σχολείο ελκυστικό και ευχάριστο: υπόσχονται ελάφρυνση των παιδιών από τoν υπερβολικό φόρτο, διαβεβαιώνουν γονείς και μαθητές πως θα περιοριστεί ο ρόλος των φροντιστηρίων. Ωστόσο η εμπειρία 25 χρόνων μεταρρυθμίσεων, αναμορφώσεων και προσαρμογών έδειξε πως άλλα λέγονται και άλλα τελικά προκύπτουν στην πράξη. Αυτές οι αναντιστοιχίες δημιουργούσαν αρνητικό πολιτικό φορτίο στον εκάστοτε υπουργό. Έτσι, οι «διάλογοι» στις συνθήκες αυτές έντυναν με καλές προθέσεις και δήθεν συναινετική διάθεση την παραίτηση της Πολιτείας απ’ την υποχρέωσή της να παρέχει δωρεάν Παιδεία. Έκρυβαν δηλαδή τη συγκαλυμμένη μεταφορά του κόστους της εκπαίδευσης από την Πολιτεία στην οικογένεια και λειτουργούσαν αποπροσανατολιστικά,. Όλοι αυτοί οι «διάλογοι» είχαν εν τέλει έναν κοινό τόπο: την προσπάθεια των υπουργών (και των κυβερνήσεών τους συνακόλουθα) να ξεπεράσουν μια δυσμενή γι’ αυτούς κατάσταση, να κερδίσουν χρόνο, να ανιχνεύσουν τις διαθέσεις των εκπαιδευτικών και να προετοιμάσουν το έδαφος για τα επόμενα μέτρα.  

Ερώτηση 4η: Σε ποιες συνθήκες επιχειρείται σήμερα να εμπλακεί η εκπαιδευτική κοινότητα στον «διάλογο»;

Ο σημερινός υπουργός μας προτρέπει όλους να συζητήσουμε, είτε σε παιδαγωγικές συνεδριάσεις των συλλόγων διδασκόντων, είτε οργανώνοντας συζητήσεις μαζί με γονείς και μαθητές στα σχολεία. Ας δούμε όμως τα πραγματικά δεδομένα:

Δόθηκαν εύκολα ψεύτικες υποσχέσεις απ’ τη μεριά του Υπουργείου για διορισμούς που θα γίνονταν το Σεπτέμβρη του 2015, αλλά πάγωσαν και για όλο το 2016, αφού παραβιάζουν το πλαίσιο του 3ου μνημονίου και δεν επιτρέπονται από το κουαρτέτο. Αυτές οι υποσχέσεις πολύ γρήγορα ξεχάστηκαν.

Ξέρουμε πως η χρηματοδότηση των σχολείων και η υλικοτεχνική υποδομή σήμερα, μετά από συνεχείς μειώσεις εδώ και τόσα χρόνια, είναι κάτω από 2,5% του ΑΕΠ. Οφείλουμε να θυμίσουμε πως η πρόταση του εκπαιδευτικού κινήματος είναι να δίνεται το 5% του ΑΕΠ. Τί ακριβώς να προτείνουμε για τα σχολεία; Μήπως ο Υπ. Παιδείας θέλει να προτείνουμε λύσεις για προσέλκυση χορηγών ή για αξιοποίηση των σχολικών χώρων προς εξεύρεση πόρων, όπως πρότεινε ο κ. Λιάκος στα πλαίσια του εθνικού διαλόγου, αφού «δεν γίνεται αλλιώς»;

Στην Ειδική Αγωγή, σε μία νύχτα ο υπουργός αλλάζει κατεύθυνση, καταργώντας έμμεσα τα Τμήματα Ένταξης. Πρόκειται ουσιαστικά για υποβάθμιση της Ειδικής Αγωγής. Η αναλογία αναπληρωτών-μονίμων στην Ειδική Αγωγή φτάνει στο 245% υπέρ των πρώτων και οι αναπληρωτές αναπληρώνουν τους εαυτούς τους, χωρίς να υπάρχει φως στο στην ομίχλη της εργασιακής τους επισφάλειας. Δηλώνει στην ΟΛΜΕ-ΔΟΕ πως τον επόμενο μήνα καταθέτει το νόμο για την Ειδική Αγωγή γιατί «ολοκληρώθηκε ο διάλογος». Αντιλαμβανόμαστε πότε και με ποιούς έγινε ο διάλογος;

Για τη μαθητική διαρροή, έρευνα του Συνηγόρου του Παιδιού δείχνει πως 30.000 ανήλικοι 15 -17 χρόνων εγκαταλείπουν το σχολείο μετά το Γυμνάσιο για να βρουν δουλειά. Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. 322.000 παιδιά στερούνται τροφής, 44% των νοικοκυριών δηλώνει αδυναμία για τη διατροφή των παιδιών, 32.000 μαθητές αντιμετωπίζουν «επισιτιστική ανασφάλεια» -απλά πείνα-, πάνω από 1.500.000 συμπολίτες μας είναι άνεργοι. Τι να «προτείνουμε» για τα παιδιά που αναγκάζονται να δουλεύουν, όταν η φτώχεια και η ανεργία θερίζουν;

Σχετικά με τα αναλυτικά και ωρολόγια προγράμματα ζητούνται προτάσεις. Σε ποια προγράμματα αναφέρεται ο υπουργός; Σε αυτά που περικόπτονται ή σε αυτά που δεν εφαρμόζονται πλήρως, αδιαφορώντας για στοιχειώδεις παιδαγωγικές αρχές; Ακόμη σήμερα υπάρχουν χιλιάδες κενά σε σχολεία. Ο υπουργός μας λέει πως δεν πρόκειται να καλυφθούν και πως διορισμοί θα γίνουν αν το επιτρέψει το κουαρτέτο. Ποιος διάλογος μπορεί να γίνει σ’ αυτό το πλαίσιο;

Η ενισχυτική διδασκαλία, δύο μήνες πριν το τέλος της σχολικής χρονιάς επιτέλους (!!!) άρχισε στο Γυμνάσιο. Για το Λύκειο ούτε λόγος. Τελειώνει η χρονιά, αλλά για την Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη ο υπουργός δήλωσε πως δεν υπάρχουν χρήματα. Θα βρεθούν χρήματα αν πάμε να συνομιλήσουμε με τον υπουργό;

Για την Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση μαθαίνουμε τί έχει ήδη σχεδιαστεί μέσω διαρροών (που όμως ως «Μήλιοι» δεν μπορούμε να αγνοήσουμε):

ü Τον Σεπτέμβριο στην Α΄ τάξη θα κάνουν εγγραφές μόνο τα ΓΕΛ.

ü Θα γίνει δραστική μείωση/συγχώνευση των ειδικοτήτων κατά 50%.

ü Η ΤΕΕ δεν θα αποτελεί μέρος της τυπικής εκπαίδευσης και θα ενταχθεί σε νέο φορέα της μη τυπικής εκπαίδευσης μαζί με την αρχική κατάρτιση ΣΕΚ, ΙΕΚ, (πρόταση Σ. Πάγκαλου, έκθεση R.E.N, Φίλης στην έναρξη των εργασιών της επιτροπής εθνικού διαλόγου).

ü Η φοίτηση θα καθορίζεται στο τέλος του α΄τετράμηνου.

ü Οι εγγραφές θα γίνονται ηλεκτρονικά. Η Α΄τάξη θα είναι κοινή σε ΓΕΛ, ΕΠΑΛ.

ü Οι εκπαιδευτικοί θα καλύπτουν ωράριο στα Δημόσια ΙΕΚ, σαν να αποτελούν κανονικές σχολικές μονάδες, αν και τα ΙΕΚ ανήκουν στη Διά Βίου Μάθηση, πράγμα που σημαίνει πως η υποχρεωτική μετακίνηση εκπαιδευτικών στα ΙΕΚ τον περασμένο Δεκέμβρη δεν ήταν μεμονωμένο περιστατικό, αλλά στρατηγικός στόχος.

ü Προστίθεται 4Ο μεταλυκειακό έτος, με μαθητεία – τσάμπα εργασία δηλαδή-, όπου θα γίνονται μαθήματα ειδικότητας και άσκηση σε επιχειρήσεις.

Ο Πρόεδρος της Επιτροπής Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου κ. Αντώνης Λιάκος, τόνισε: «θα πρέπει να γίνονται μαθήματα και στους γονείς, ώστε να μπορούν να συνεχίζουν στο σπίτι το έργο του σχολείου, όπως και να αναπτυχθεί σχέδιο συνεχούς επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, ακόμη και στα κενά του ωραρίου τους στο σχολείο». Οι γονείς λοιπόν θα συνεχίζουν στο σπίτι το έργο του σχολείου, αφού οι εκπαιδευτικοί δεν εργάζονται όσο πρέπει και (φυσικά!!) δεν είναι επαρκώς επιμορφωμένοι. Γι αυτό και επιτελούν πλημμελώς τα καθήκοντά τους, αφήνοντας κενά στο έργο τους, τα οποία θα καλύπτονται από επιμορφωμένους γονείς. Βέβαια δεν ασχολείται κανείς από τους «σοφούς» του διαλόγου με το τι σημαίνει κενό για τους εκπαιδευτικούς. Δεν άκουσε κανείς για τους εκπαιδευτικούς που τρέχουν στα κενά τους σε δεύτερο, τρίτο ή τέταρτο σχολείο, για να συμπληρώσουν το ωράριό τους. Δεν έχει ακούσει κανείς για τον όγκο των εξωδιδακτικών και γραφειοκρατικών καθηκόντων, που έχουν προστεθεί στα καθημερινά βάρη και πόσο αναγκαίο είναι το διάλειμμα για να συνεχίσουν οι εκπαιδευτικοί (και οι μαθητές μας) στην επόμενη διδακτική ώρα.

Διατηρείται και επεκτείνεται το αυταρχικό πλαίσιο στη διοίκηση των σχολείων. Τροποποιήθηκε αιφνιδιαστικά –με υπουργική απόφαση– το καθηκοντολόγιο για το ρόλο των σχολικών συμβούλων και τους αναθέτει ουσιαστικά διοικητικά καθήκοντα, ρόλο επόπτη-επιτηρητή και απαιτεί αυστηρότερο έλεγχο εφαρμογής των (αντιεκπαιδευτικών) οδηγιών του Υπουργείου, ακυρώνοντας τις αποφάσεις των συλλόγων διδασκόντων.

Σύμφωνα με πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού, υπάρχουν πολλοί εκπαιδευτικοί με πλεόνασμα ωρών, που μπορούν να συνεισφέρουν στη μεγάλη προσπάθεια του εθνικού διαλόγου. Για να στηρίξει αυτές του τις δηλώσεις χρησιμοποιεί κι αυτός τις γνωστές (ίδιες με τους προκατόχους του) συνταγές, με μεγάλες δόσεις από λογιστικές «αλχημείες» και λαθροχειρίες, παραποιώντας την αλήθεια. Ο χρόνος εξωδιδακτικής εργασίας-γραμματειακής υποστήριξης που παρέχουν οι εκπαιδευτικοί δεν υπερβαίνει το 0,45% του συνολικού χρόνου εργασίας και γι αυτό ευθύνεται μόνο το υπουργείο. Αλλάζει τα ωρολόγια προγράμματα σε ειδικότητες και αποψιλώνει συστηματικά τα τελευταία χρόνια τα σχολεία από γραμματειακό προσωπικό. Τη γραμματειακή υποστήριξη στα σχολεία παρέχουν αναγκαστικά σήμερα οι εκπαιδευτικοί.

Ας πούμε τα πράγματα με τ’ όνομά τους

Οι επικεφαλής του εθνικού διαλόγου λειτουργούν ως λαγοί στην κούρσα των «εποικοδομητικών» και «ρεαλιστικών» προτάσεων, εντός του δημοσιονομικού πλαισίου, που σφίγγει θανάσιμα όλες τις βαθμίδες της Εκπαίδευσης. Πρόκειται για τους μονολόγους του ΟΟΣΑ, που από το 2011 δίνει οδηγίες, οι κυβερνήσεις τις υλοποιούν και το Δημόσιο Σχολείο καταρρέει. Διάλογος δεν υφίσταται. Πρόκειται για έναν παραπλανητικό ευφημισμό και για κακοποίηση της έννοιας του διαλόγου. Ο «εθνικός διάλογος» έχει τελικό στόχο να κλειδώσουν νομοθετικά μέχρι τον Απρίλιο του 2016 όλες οι δεσμεύσεις του 3ου μνημονίου. Τότε θα τελειώσει κι ο «διάλογος» και θα έχει νομοθετηθεί η προσαρμογή του Δημόσιου Σχολείου στα πρότυπα του ΟΟΣΑ.

Τα εκρηκτικά προβλήματα που αντιμετωπίζει το Δημόσιο Σχολείο είναι γνωστά. Έχουν τεθεί κατ’ επανάληψη από τα σωματεία των εκπαιδευτικών στις εκάστοτε ηγεσίες του υπουργείου Παιδείας. Προτάσεις έχουν γίνει, αμέτρητες κινητοποιήσεις από γονείς, μαθητές, εκπαιδευτικούς έχουν δείξει ποιες είναι οι ανάγκες στα σχολεία, αμέτρητα υπομνήματα έχουν επιδοθεί, απαιτώντας λύσεις στα προβλήματα που ταλαιπωρούν τη Δημόσια Παιδεία. Δεν λείπουν οι ιδέες και οι προτάσεις.

Η κυβέρνηση γνωρίζει πολύ καλά τα προβλήματα του σχολείου και τις ανάγκες του. Γνωρίζει και τις θέσεις της εκπαιδευτικής κοινότητας. Δεν δεσμεύεται όμως ούτε από τους εκπαιδευτικούς, ούτε απ΄την υποχρέωσή της να μορφώνει τα παιδιά μας. Δεσμεύεται μόνον από τα μνημόνια που συνομολόγησε με την Ε.Ε-ΔΝΤ-ΟΟΣΑ. Η με όποιον τρόπο συμμετοχή μας, σε αυτή τη διαδικασία, έστω με τις απόψεις μας και τα αιτήματά μας, κανένα αποτέλεσμα υπέρ των θέσεών μας δε θα έχει. Αντίθετα θα χρησιμοποιηθεί από την Κυβέρνηση ως νομιμοποιητικό στοιχείο των προειλημμένων αποφάσεών της! Το Υπουργείο δεν ενδιαφέρεται για το τι θα γράψει όποιος εκπαιδευτικός ή σύλλογος διδασκόντων θελήσει να ανταποκριθεί στο κάλεσμά του. Θέλει να αξιοποιήσει τη συμμετοχή αυτή ως μια επίφαση δημοκρατίας, ώστε να επιβάλει, χωρίς πολλές αντιστάσεις, τα μέτρα που έχουν ήδη ετοιμαστεί και έχουν υπογραφεί απ’ την κυβέρνηση. Το έχουμε ζήσει ξανά. Ας χρησιμοποιήσουμε την εμπειρία μας, γιατί διαφορετικά κινδυνεύουμε ως και να γίνουμε συνένοχοι και συνεργοί στην εφαρμογή της καταστροφικής μνημονιακής πολιτικής.

Άλλωστε, μήπως και οι Μήλιοι, κέρδισαν τελικά τίποτε απ’ τον «διάλογο» όπου «συμμετείχαν»; Ας τελειώσουμε όπως περίπου αρχίσαμε. Με λίγο Θουκυδίδη: «Και οι Μήλιοι […] συνθηκολόγησαν με τους Αθηναίους με τον όρο να αποφασίσουν εκείνοι  για την τύχη τους. Κι αυτοί σκότωσαν όσους Μήλιους ενήλικους έπιασαν, κι έκαμαν δούλους τα παιδιά και τις γυναίκες. Το νησί το αποικίσανε οι ίδιοι στέλνοντας αργότερα πεντακόσιους αποίκους».


ΚΟΙΝΗ ΔΡΑΣΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΡΔΙΤΣΑΣ

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

«Εν τόπω χλοερώ ..».


Δημοσιεύτηκε: Κυριακή, 20 Δεκέμβριος, 2015 - 10:45 | Στην Κατηγορία:


 


Βρισκόμαστε σε ένα συνηθισμένο Γυμνάσιο της Αττικής το σωτήριον έτος 2025.Μετά τα νέα μέτρα για το όρια συνταξιοδότησης και το πάγωμα νέων διορισμών τα τελευταία χρόνια, όλοι οι καθηγητές είναι πλέον άνω των 70 ετών. Μερικοί έχουν ξεπεράσει και τα 80, να μην αβασκαθούνε. Βλέπετε, η κυβέρνηση σοφά σκεφτόμενη είχε βάλει μόνο κατώτατο όριο στη συνταξιοδότηση (τα 70 έτη).Ανώτατο όριο δεν έβαλε, απλά μείωσε τόσο πολύ το ποσό της σύνταξης (360 ευρώ) που κανείς δεν ήθελε να βγει νωρίς στη σύνταξη και όλοι το τρενάρανε όσο μπορούσαν. Κάποιοι μάλιστα ξεπέρναγαν και το ¨όσο μπορούσαν¨.

Ο κύριος Κώστας(ετών 78) εδώ και λίγο καιρό έρχεται στο σχολείο με το «πι» και μπαινοβγαίνει στις τάξεις «στο πι και φι». Τα διαλείμματα τα ξοδεύει για να μετακινηθεί από τάξη σε τάξη. Τον τελευταίο καιρό πίνει κάθε πρωί μισό μπουκάλι «υαλουρέν» και έχει δει μεγάλη διαφορά. Πρόσφατα έσπασε το ρεκόρ του. Έκανε στην διαδρομή Α2 -Γ3 σε λιγότερο από 10 λεπτά.

Η κυρία Ελένη(ετών 80) είναι μια κλασσική φιλόλογος που και σήμερα για άλλη μια φορά έχει καθίσει και βαθμολογεί με κόκκινο στυλό, τι νομίζετε; Το πρωτόκολλο. Μάλιστα το πρωτόκολλο. Γράφει δε και παρατηρήσεις στα κενά των σελίδων. Βλέπετε η άνοια ήρθε πολύ νωρίτερα για την κυρία Ελένη και εκδηλώθηκε μετά την 6η συνεχόμενη αύξηση ωραρίου των εκπαιδευτικών. Είχε φτάσει αισίως τις 30 ώρες τη βδομάδα και αισθανότανε τυχερή που πέρναγε όλη την μέρα της στο σχολείο-ειδικά από τότε που είχε μείνει χήρα- αλλά δυστυχώς δεν μπόρεσε να το χαρεί. Τις ώρες της διαύγειας-που ήταν αρκετές - έτρεμε μην την πάρουνε χαμπάρι και χρειαστεί να συνταξιοδοτηθεί πριν την ώρα της.

Και τα παιδιά στις τάξεις ήταν πολύ ευχαριστημένα. Ξέρετε στην αρχή της εφαρμογής των μέτρων αυτών (αύξηση ορίων συνταξιοδότησης, μηδενικές νέες προσλήψεις και αύξηση ωραρίου) κάποιοι ανικανοποίητοι συνδικαλιστές μιλούσαν ότι θα έχουμε αρνητικές συνέπειες στα παιδιά. Ότι το χάσμα γενεών μεταξύ εκπαιδευτικών και μαθητών θα γίνει τεράστιο. Δεν είχαν όμως υπολογίσει ότι όταν οι άνθρωποι γερνούν ξεμωραίνονται και αποκτούν ξανά την χαμένη τους παιδικότητα πράγμα που ως δια μαγείας εκμηδένισε το χάσμα που υπήρχε με τους μαθητές. Το τι χαρά επικρατεί μέσα στις τάξεις δεν περιγράφεται .Είναι σαν να κάνουν μάθημα τα παιδιά με τους παππούδες και τις γιαγιάδες τους. Τα εικοσάρια πέφτουνε βροχή και όλα τα χατίρια γίνονται.

Ο κύριος Λάμπρος (ετών 82) είναι ο μαθηματικός του σχολείου. Τα παιδιά τον λατρεύουν και μάλιστα του έχουν βγάλει και χαϊδευτικό. Τον φωνάζουνε «ο κύριος ζιγκ ζαγκ» . Η αλήθεια είναι ότι από τότε που επιδεινώθηκε η κατάσταση με το Πάρκινσον ο κύριος Λάμπρος δεν μπόρεσε να ξανατραβήξει ούτε μια ίσια γραμμή. Που να δείτε τον τεθλασμένο κύκλο του . Όλα τα σχήματα του μοιάζουνε με καρδιογραφήματα αλλά τα παιδιά δεν τα ενοχλεί αφού τον αγαπούν με την καρδιά τους.

Εν τω μεταξύ υπάρχει ένα κλίμα αγαπησιάρικο και αλληλοβοήθειας στο σύλλογο διδασκόντων .Για να καταλάβετε ο κύριος Δημήτρης ο μουσικός του σχολείου (ετών 79) είχε πρόβλημα με την ακοή του που όπως και να το κάνουμε για έναν μουσικό είναι σημαντικό. Ο κύριος Δημήτρης είχε χάσει σταδιακά τις περισσότερες νότες και πλέον άκουγε μόνο δύο , ένα ντο και ένα ρε. Έτσι η χορωδία του σχολείου αναγκαζόταν να τραγουδάει μόνο Παντελίδη και Πάολα δηλαδή τραγούδια με δυο νότες. Αλλά ο ενωμένος σύλλογος καθηγητών έκανε δώρο ένα ολοκαίνουργιο σετ ακουστικών βαρηκοΐας στον κύριο Δημήτρη και η χορωδία ξανατραγούδησε Θεοδωράκη .

Μια φορά μόνο κόντεψε να διαρραγεί η ενότητα του συλλόγου. Όταν ανακοινώθηκε ότι επίκειται νέα αξιολόγηση εκπαιδευτικών. Μην φανταστείτε ότι ο κίνδυνος για την ενότητα ήταν λόγω του ανταγωνισμού σαν αυτόν που είχε εμφανιστεί πολλά χρόνια πριν όταν είχε πρωτοεφαρμοστεί η αξιολόγηση. Καμία σχέση. Αυτή τη φορά η αξιολόγηση περιελάμβανε και τεστ κοπώσεως οπότε ο σύλλογος κινδύνεψε να χάσει δυο μέλη του: τον κύριο Σπύρο τον Βιολόγο και την κυρία Τασία την Θεολόγο. Πάρ' τους κάτω και τους δυο. Ευτυχώς να πείτε που ο σύλλογος είχε πλέον αποκτήσει εμπειρία στην αντιμετώπιση τέτοιων περιστατικών και στις πρώτες βοήθειες και έτσι ο σύλλογος μπόρεσε να παραμείνει ενιαίος και αδιαίρετος. Παρόλα αυτά συνέχιζε να «είναι βάσανο ο μαθητής, να είναι βάσανο ο μαθητής που φωνάζει εκδρομή».

Ένα άλλο καλό που είχαν τα νέα μέτρα είναι ότι αναπτύχθηκε ο θεσμός του «συλλογικού γιατρού» ,κάτι δηλαδή σαν τον οικογενειακό γιατρό που είχαμε παλιά. Όλοι οι καθηγητές έβαζαν ένα μικρό ποσό κάθε και έτσι μια φορά την εβδομάδα ερχόταν στο σχολείο ένας γιατρός παθολόγος όπου εξέταζε ,στα κενά τους φυσικά, όλους τους καθηγητές και έκανε συνταγογράφηση των φαρμάκων που έπαιρνε ο καθένας.

Το υπουργείο Παιδείας μάλιστα για να υποστηρίξει και θεσμικά τα νέα μέτρα έκανε ολόκληρη καμπάνια με σλόγκαν : «τόπος στην εμπειρία και στη σοφία» και ας μουρμουράγανε κάποιοι αδιόριστοι εκπαιδευτικοί : «Εν τόπω χλοερώ ..».Η αλήθεια είναι ότι οι διορισμοί είχαν ουσιαστικά παγώσει από το 2009. Επίσης το να εργάζεται κανείς ως εκπαιδευτικός είχε χάσει κάθε αξία. Για να καταλάβετε πόσο, σας λέω μόνο ότι στις καθηγητικές και στις παιδαγωγικές σχολές οι βάσεις εισαγωγής είχαν πέσει στο 6.

Ένα μήνα αφότου ο κύριος Παντελής τους άφησε χρόνους εμφανίστηκε στο σχολείο νεοδιόριστος καθηγητής ,ο Γιωργάκης μόλις 60 ετών. Φυσικά όλοι τον είχανε τον Γιωργάκη στα όπα -όπα ,κυρίως οι γυναίκες. Ήταν πολύτιμη αυτή η υποδοχή και στήριξη για τον Γιωργάκη στα πρώτα του βήματα στην εκπαίδευση.

Επίσης πολύ καλό ήτανε και το γεγονός ότι ο καθηγητής είχε μια πλήρη εικόνα του κάθε μαθητή αφού το πιο πιθανό ήταν να είχε μαθητές και τους γονείς του ή και καμία φορά και τους παππούδες του. Είχε άμεση πρόσβαση δηλαδή σε όλο το οικονομικό και κοινωνικό υπόβαθρο του κάθε μαθητή. Μπορούσε να σχεδιάσει με αυτό τον τρόπο το κοινωνιόγραμμα του κάθε μαθητή αλλά και ολόκληρων τάξεων.

Και όπως σε κάθε ομάδα ανθρώπων έτσι και στο σύλλογο είχαμε και τις μικροκακίες και τις ζηλίτσες- κυρίως μεταξύ των γυναικών. Η κυρία Ελπίδα η γυμνάστρια (ετών 78) ήταν αυτή που τράβαγε τα περισσότερα βλέμματα άρα και τα περισσότερα σχόλια. Οι άλλες κυρίες της είχαν βγάλει παρατσούκλι «κορμί λαμπάδα» γατί λέει μπορεί μεν να λάμπει αλλά σιγά σιγά λιώνει και κάθε φορά που πάει να λυγίσει σπάει. Και όντως η κυρία Ελπίδα κάποιες φορές δείχνοντας μια άσκηση γυμναστικής στους μαθητές της είχε πάθει ζημιά, αλλά αυτή δεν το έβαζε ποτέ κάτω και αντιστεκόταν στην οστεοπόρωση με χάρη.

Και κάπως έτσι καθιερώθηκε να έχει η, κατά τα άλλα, υπέροχη Τρίτη ηλικία το αποκλειστικό προνόμιο να διδάσκει την Πρώτη ηλικία. Και η Μέση ηλικία εξαφανίστηκε παντελώς από την εκπαίδευση στη χώρας μας όπως ακριβώς είχε εξαφανιστεί παλαιότερα και η Μεσαία οικονομική τάξη. Έτσι λοιπόν οι περισσότεροι καθηγητές επέλεγαν να μην βγουν ποτέ στη σύνταξη ,ούτε καν στα βαθιά τους γεράματα. Αισθάνονταν σαν εκείνους τους μαχητές που μετά δόξης και τιμής έπεφταν στο πεδίο της μάχης. Και επιτέλους απέκτησε και ένα νόημα εκείνο το «Δια Βίου Μάθησης» στον τίτλο του υπουργείου Παιδείας.

Δημήτρης Τσιριγώτης. Φυσικός

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

Οράματα για την εκπαίδευση και σχολική πραγματικότητα


Οράματα για την εκπαίδευση και σχολική πραγματικότητα



Σύμφωνα με τον Αντώνη Λιάκο «το σχολείο χρειάζεται να απελευθερωθεί από ένα πρόγραμμα παρωχημένο...» | EUROKINISSI

Του Χρήστου Κάτσικα

Το «ντεπούτο» της έκανε η Επιτροπή Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία, που, σύμφωνα με τις εξαγγελίες του υπουργείου Παιδείας, «θα θέσει χρονοδιαγράμματα και βασικές κατευθύνσεις για τις αλλαγές στην Παιδεία».
Στον πυρήνα των αφετηριακών θέσεων του διαλόγου, όπως τις διατύπωσε ο πρόεδρος της Επιτροπής Αντώνης Λιάκος απαιτείται «ένα εθνικό σχέδιο ανάταξης της Παιδείας, με βαθιές και σωστικές παρεμβάσεις σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης».
Σύμφωνα με τον Αντώνη Λιάκο «το σχολείο χρειάζεται να απελευθερωθεί από ένα πρόγραμμα παρωχημένο, που φορτώνει τα παιδιά και τους γονείς τους κουραστικές, ανούσιες και κατακερματισμένες γνώσεις. Το σχολείο πρέπει να λειτουργήσει με λιγότερο κόπο αλλά πιο έξυπνα.  Αυτή τη δυνατότητα την προσφέρει η νέα ηλεκτρονική εποχή. Πρέπει να ξανασχεδιαστούν τα αναλυτικά προγράμματα, να ενισχύσουμε τη σχέση δασκάλων και μαθητών, την πρόσωπο με πρόσωπο διδασκαλία. Οι μαθητές από παθητικοί αποδέκτες γνώσεων πρέπει να μάθουν τη μέθοδο να λύνουν προβλήματα και να χειρίζονται πληροφορίες. Να μάθουν να μαθαίνουν πώς να μαθαίνουν».
Στο σημείο αυτό οποιοδήποτε μέλος της εκπαιδευτικής κοινότητας έχει μάθει καλά να διαβάζει πίσω από τις διακηρύξεις και τα λόγια που μοιάζουν με το νερό που κυλάει για λίγο στην πέτρα χωρίς να αφήνει το παραμικρό σημάδι, θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι από τα τέλη του ΄80 έως και σήμερα τα αποκαΐδια των εκπαιδευτικών πολιτικών που αναπνέουμε γεννήθηκαν μέσα σε ατελείωτους εθνικούς διαλόγους με τα ίδια περίπου λόγια, τις ίδιες περίπου διακηρύξεις.
Ένα ατελείωτο ξόρκισμα των «παρωχημένων αναλυτικών προγραμμάτων», της «εξάρτησης των μαθητών από θεσμούς παραπαιδείας», της «μετατροπής του Λυκείου σε ένα διάδρομο για τις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο», της «άγονης γνώσης», του «ζυγού των εξετάσεων». Από τον Γιώργο Παπανδρέου (1994-1996) και τον Γεράσιμο Αρσένη 1996-2000) έως την Άννα Διαμαντοπούλου (2009-2012) και από τον Ευριπίδη Στυλιανίδη ( 2007 - 2009) έως τον Κωνσταντίνο Αρβανιτόπουλο (2012-2014) τα ίδια ακριβώς λόγια, η ίδια γραμμή και τα ίδια αποτελέσματα. Σαν ένα ιδιόμορφο «παράλληλο πρόγραμμα», διακηρύξεις και πραγματικότητα, την ίδια ώρα που «βγάζουν τη γλώσσα» τους η μία στην άλλη, την ίδια ώρα συνδέονται με τον ίδιο στόχο: να μοντάρουν και να μαντάρουν την εκπαίδευση στο πατρόν των οδηγιών του 3ου μνημονίου.
Το όραμα και η πραγματικότητα
Τι φαινομενικά αντιφατικό! Από τη μια, μια εκπαιδευτική πραγματικότητα που «ανασυγκροτεί» τις περικοπές, τη φτώχεια, και έναν πρώιμο αναλφαβητισμό, και από την άλλη διακηρύξεις για άρση της «αγραμματοσύνης» των μαθητών, των χαμηλών επιδόσεων και της γκρίζας εκπαιδευτικής διαδικασίας!
Από τη μια υπόκλιση στις κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ που ιδιωτικοποιούν, φθηναίνουν και βαθαίνουν την ταξικοποίηση του σχολείου και από την άλλη το «όραμα» του Υπουργού Παιδείας όπως οικοδομείται με λέξεις στη χθεσινή εναρκτήρια ομιλία του στο πλαίσιο της επιτροπής:  «να σχεδιάσουμε ένα νέο παράδειγμα σχολείου, ώστε από το σχολειό της κρίσης να περάσουμε στο σχολειό της πολιτισμικής-δημοκρατικής ανάτασης και της γενικότερης ανάπτυξης ...Γι΄ αυτό η μεταρρύθμιση δεν εξαντλείται σε ένα-δυό χρόνια, ούτε σε μια τετραετία. Είναι έργο πνοής».
Να ξεκαθαρίσουμε ευθύς εξαρχής τη θέση μας: Όσοι δεν παίρνουν τοις μετρητοίς τα «οραματικά» λόγια του Υπουργού Παιδείας,  γνωρίζουν από πρώτο χέρι ότι η «εκπαίδευση της αμάθειας» δεν εντάσσεται στην παθολογία της καπιταλιστικής εκπαίδευσης, δεν είναι σε καμιά περίπτωση δυσλειτουργία του αστικού σχολείου, μια «άτυχη στιγμή του συστήματος» η οποία μπορεί να επιδιορθωθεί ή να θεραπευθεί μέσα από εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις.
Η «εκπαίδευση της αμάθειας» ανήκει στη φυσιολογία του αστικού σχολείου, αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του, το οποίο δεν μπορεί να το αποβάλλει όσες μεταρρυθμίσεις και αν κάνει. Αν το αποβάλλει δεν θα μπορεί να λειτουργήσει καθώς δεν θα μπορεί να πραγματοποιήσει το σκοπό της σε μια χώρα που η βαθειά της εξάρτηση έρχεται να «δέσει» με την οικονομική κρίση: να εκπαιδεύσει αφενός κατάλληλα τη δική της νέα γενιά, ως «συνέχεια του εαυτού της», εξοπλίζοντάς την με την ιδεολογία της και με γνώσεις και ικανότητες οι οποίες απαιτούνται για τον έλεγχο των μέσων παραγωγής και του κράτους και αφετέρου να «εκπαιδεύσει» τη νέα γενιά της εργατικής τάξης, έτσι ώστε αυτή να γίνει ικανή και πρόθυμη για εκμετάλλευση.
Είναι «ζήτημα ζωής και θανάτου» του ίδιου του συστήματος η «παραγωγή» παθητικών, συναινετικών, δογματικών, υπομονετικών, εξουσιαζόμενων, άκαμπτων, συντηρητικών προσωπικοτήτων που αντιστέκονται στην αλλαγή της κοινωνίας προκειμένου να κρατήσουν ανέπαφες τις παραδοχές τους για τον κόσμο που ζουν.
Όπως γίνεται κατανοητό, και σε αυτόν το λεγόμενο εθνικό διάλογο, η συζήτηση οργανώνεται από τις κυρίαρχες δυνάμεις οι οποίες, γνωρίζοντας καλά τα οχυρά των νοημάτων, πασχίζουν να ξαναμοιράσουν την τράπουλα. Με την «γραμματική της Νέας Ομιλίας», με τη γνωστή «μαγειρική του λόγου», απομονώνεται το σχολείο από τον οικονομικό και κοινωνικό του περίγυρο και με ταχυδακτυλουργική επιδεξιότητα μεταμφιέζονται πολιτικά και κοινωνικά πρόβλημα σε αμιγή σχολικά ζητήματα. Έτσι, οι προβολείς της ερμηνείας του προβλήματος, ρετουσαρισμένοι κατάλληλα, δεν πέφτουν πάνω στη «Νέα Οικονομία» που θέλει το σχολείο να δημιουργεί ευέλικτους εργαζόμενους, με ένα μίνιμουμ μορφωτικών εφοδίων που είναι αναγκαία για την αγορά εργασίας, και πειθήνιους πολίτες, οι οποίοι παρά τους σχολικούς τίτλους κοιτάνε μόνο το τυρί και χάνουν τη φάκα καθώς βλέπουν μόνο τόσο όσο μπορούν να καταλάβουν.
Μετά το πρόγευμα ακολουθεί το κυρίως γεύμα
Και είναι φανερό ότι από την στιγμή που οι επιτελείς του Υπουργείου Παιδείας έχουν μεταμφιέσει το πρόβλημα ώστε να φαίνεται σχολικό, θα αρχίσει και πάλι το «κυνήγι των μαγισσών». Έτσι το ένα γρανάζι πιάνει το άλλο και υφαίνεται σιωπηλά η κατασκευή του κατηγορητηρίου. Για τις χαμηλές επιδόσεις φταίνε οι καθηγητές που δεν εργάζονται εντατικά, οι μαθητές που δεν διαβάζουν και οι γονείς που δεν ενδιαφέρονται. Οπότε, οι λύσεις αναγκαστικά πρέπει να είναι «εντάσεως εργασίας», δηλαδή αυστηρές εξετάσεις (μεταμφιεσμένες σε «άλλες» εξετάσεις) και αξιολόγηση.
Έτσι, οι εκπαιδευτικοί, που προσπαθούν καθημερινά στις σχολικές αίθουσες, αναπνέοντας κιμωλία, να δώσουν στα νέα παιδιά τα μορφωτικά εφόδια για να βγουν στη ζωή, θα βρεθούν και πάλι ανάμεσα σε διασταυρούμενα πυρά. Τα πυρά εκείνων που θα τους κατηγορούν σαν «τεμπέληδες» και «ακαμάτηδες» που δεν μαθαίνουν τα παιδιά γράμματα και εκείνων που θα προσπαθούν να τους πείσουν ότι αν συνάψουν «ερωτικό δεσμό» με την «ηλεκτρονική εποχή», την «ελαστικοποίηση της εργασίας τους», την «καινοτομία», την «εξεύρεση πόρων» και το ακαταμάχητο σύνθημα «μαθαίνω πώς να μαθαίνω», τότε θα ξανασυναντήσουν τον «απολεσθέντα παράδεισο» και το σχολείο θα μετατραπεί σε πραγματικό «ναό μάθησης».
Μέτρα, τα οποία φυσικά δεν πρόκειται να λύσουν το πρόβλημα αφού αποτελούν μέρος του ίδιου του προβλήματος. Στο τέλος της συζήτησης το ταμείο θα γράφει: λιγότερα σχολεία, λιγότεροι μαθητές, περισσότερη κατάρτιση - μαθητεία, λιγότεροι εκπαιδευτικοί και πολλά «οράματα» για ένα μέλλον που ήδη είναι εδώ.

Ανάρτηση από: http://www.efsyn.gr

Τρίτη 22 Δεκεμβρίου 2015

Ο μέντορας και ο ακόλουθος




Του Στάθη Σταυρόπουλου από το Enikos.gr

Απορώ γιατί ο κ. Τσίπρας χρονοτριβεί με τον αδέξιο κ. Φίλη και δεν διορίζει κατευθείαν υπουργό Παιδείας τον επιτήδειο κ. Λιάκο! Ο κ. Τσίπρας έχει επιλέξει (τα τελευταία δύο χρόνια στα φανερά, για νωρίτερα δεν γνωρίζω) να θαυμάζει τον καθηγητή κ. Λιάκο.
Απόδειξη του θαυμασμού τού κ. Τσίπρα υπήρξε η (άκρως ασυνήθιστη) ονομαστική αναφορά του κ. Πρωθυπουργού στον κύριο καθηγητή, σε ομιλία του πρώτου ενώπιον της Ακαδημίας Αθηνών για την επέτειο της Επανάστασης του 1821 (όταν, κατά τον κ. Μπαλτά, η Επανάσταση γεννούσε το νέο ελληνικό έθνος, αγνώστου πατρός η ίδια).
Μύλος; Οχι, απλά πράγματα. Ο κ. Λιάκος, με λαμπρή σταδιοδρομία στο πλευρό του κ. Σημίτη, είναι από τους ιστορικούς εκείνους που αναλύουν το παρελθόν με κριτήρια του παρόντος. Ετσι ο κ. Λιάκος συγκρίνει, αν δεν ταυτίζει, τους Μακεδονομάχους, φέρ’ ειπείν, με τους Ταλιμπάν. Θεωρεί τη Γενοκτονία των Ποντίων μιαν κακή στιγμή μιας καλής πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (μάλιστα εισηγείται την απάλειψη του όρου «Τουρκοκρατία») και ενώ αντιλαμβάνεται πλήρως την εθνική συνέχεια των Κινέζων ή των Εβραίων, με την εθνική συνέχεια των Ελλήνων παρουσιάζει κάποια αντιληπτική δυσκολία.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτές είναι οι επιστημονικές απόψεις του κ. Λιάκου και τα σκυλιά δεμένα. Ο καθένας μπορεί να ισχυρίζεται ότι η ιστορία είναι ένα «αφήγημα» ή ότι η αλήθεια δεν χρειάζεται την απόδειξή της. Λογικόν και σεβαστό. Ομως ο κ. Λιάκος χαρακτηρίζει όσους του αντιλέγουν «νοικοκυρές, εργάτες (!), αγράμματους, εσμούς, κτηνοτρόφους, εθνικιστές, φαιοχίτωνες, παράφρονες» και άλλα τέτοια επιστημονικά. Α, ξέχασα! και «ψυχωτικούς»! Ομως ο κ. Τσίπρας θαυμάζει τον κ. Λιάκο! Κάπως
παράδοξο, διότι οι απόψεις αυτές είναι μάλλον ρατσιστικές παρά αριστερές, αλλά δεν είναι το μόνον παράδοξον. Ο κ. Τσίπρας θαυμάζει επίσης (τουλάχιστον αυτό ελπίζω) προσωπικότητες της Αριστεράς όπως τον Ρίτσο, τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Σβορώνο, τον Κορδάτο, τον Λειβαδίτη, τους οποίους όμως ο κ. Λιάκος βρίσκει εθνικολαϊκιστές, συντηρητικούς και πολύ μπανάλ.
Ο κ. Λιάκος έχει πάρει εργολαβία ό,τι αφορά την αποδόμηση της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων (για των Κινέζων δεν παίρνω όρκο). Διακηρύσσει ότι οι παίδες πρέπει να αποκτούν «ιστορική και όχι εθνική συνείδηση». Δεκτόν κι αυτό. Ομως τι είδους ιστορική συνείδηση μπορεί να αποκτήσει κανείς διά της λήθης; Διότι ο κ. Λιάκος (όπως και ο Γιωργάκης με τον Τζεμ συμφώνησαν, καθώς και ο κ. Σόρος με τα λεφτά του προσπάθησε) εισηγείται την απάλειψη όσων γεγονότων υπομιμνήσκουν «οικεία κακά» και συνεπώς γεννούν το μίσος μεταξύ των λαών, όπως η Μικρασιατική Καταστροφή ή οι διωγμοί επί Τουρκοκρατίας, ενώ, αντιθέτως, πρέπει να τονίζονται οι ημέτερες αγριότητες, όπως η σφαγή της Τριπολιτσάς, κατά την οποίαν το προγονικό δεν πολέμησε ως όφειλε τους Τούρκους με ροδοπέταλα, αλλά με αιμοσταγείς και εκδικητικές, για αιώνες σφαγών και σφαγών, χατζάρες. Ντροπή μας! Υπήρξαμε και τότε άκρως «ψυχωτικοί» και «εθνικολαϊκιστές». Ομως ο κ. Τσίπρας θαυμάζει τον κ. Λιάκο!
Είναι φανερό ότι ο κ. Λιάκος αντιλαμβάνεται την ιστορία ως προπαγάνδα στον δημόσιο λόγο. Προσαρμόζει τα γεγονότα στις ιδεολογικές του αναφορές (όποιες κι αν είναι αυτές), όπως ακριβώς έκανε και όταν υποστήριξε το δυσώνυμο βιβλίο Ρεπούση – ένα βιβλίο με 78 πραγματολογικά λάθη (!!!) διαπιστωμένα απ’ όλους, ανεξαρτήτως ιδεολογίας. Ενα βιβλίο που οι συγγραφείς του δεν αντιλαμβάνονταν τη διαφορά μεταξύ ΕΣΣΔ και Ρωσίας. Μεγάλη επιστημονική επιτυχία, για την
οποίαν ο βαθειά μορφωμένος κ. Λιάκος απαγόρευε στις «νοικοκυρές», τους «γλωσσολόγους των ταξιτζήδων» και τους «εργάτες» να έχουν λόγο!!! Τώρα όμως θα έχει ο ίδιος τον πρώτο λόγο στον Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία, διότι ο κ. Τσίπρας θαυμάζει τον κ. Λιάκο. Οχι μόνο για την επιστημονική του επάρκεια, αλλά και για τις πολιτικές του παρεμβάσεις, όπως όταν υποστήριζε το Σχέδιο Ανάν, τις «μακεδονικές μειονότητες» κι όλα τα υπόλοιπα φληναφήματα του «εκσυγχρονιστικού» συρμού.
Ομως, γιατί αυτή η μάνητα του κ. Λιάκου με τον πατριωτισμό της Αριστεράς; γιατί, για αυτόν, κάθε τι εθνικό είναι εθνικιστικό; Θα τολμήσω μιαν εξήγηση τελείως προσωπική και απολύτως υποθετική. Στη διάρκεια της κατοχής ορισμένες τροτσκιστικές ομάδες στη βάση της αντίθεσής τους προς τον Σταλινισμό έβαζαν την ΕΣΣΔ και το Γ’ Ράιχ στον ίδιο παρονομαστή (όπως, αργότερα, οι μαοϊκοί έβαζαν στο ίδιο σακί την ΕΣΣΔ με τις ΗΠΑ). Ανέλυαν λοιπόν τότε και έλεγαν ορισμένοι τροτσκιστές ότι ο πόλεμος στην Ευρώπη θα έπρεπε να είναι ταξικός και ότι τα εθνικά του χαρακτηριστικά αποπροσανατολίζουν τους εργάτες και τις μάζες. Αποτέλεσμα αυτής της ανάλυσης των ίσων αποστάσεων ήταν οι περισσότερες τροτσκιστικές ομάδες να μη λάβουν μέρος στον Εθνικοαπελευθερωτικό Αγώνα, να είναι στην κόντρα με το ΕΑΜ, ενώ ορισμένοι τροτσκιστές συνεργάσθηκαν κιόλας με τους Ναζί – μεγάλο το όνειδος. Τεταρτοδιεθνιστής
στα νιάτα του ο κ. Λιάκος, «εκσυγχρονιστής» στη συνέχεια, κάνει εν πολλοίς την ίδια ανάλυση, υποβαθμίζοντας το έθνος σε μια «φαντασιακή» κατασκευή (μάλιστα ανύπαρκτη πριν από τον Διαφωτισμό) και καθαιρεί τον πατριωτισμό των μαζών σε λαϊκισμό (παρ’ ότι οι λαοί δεν μπορεί να είναι λαϊκιστές, λαϊκιστές μπορούν να είναι κάποιοι απ’ τους ηγέτες τους – με τους «εκσυγχρονιστές» ηγέτες να πρωτεύουν σε κάτι τέτοια). Οπως οι αμύντορες του κ. Λιάκου έχουν αποδείξει, για να κυριαρχήσουν όλες αυτές οι ανοησίες στην κοινωνία, χρειάσθηκε να εξαπολύσουν οι ίδιοι ιδεολογική τρομοκρατία με το καντάρι! Δεν υπάρχει άνθρωπος
που να έχει τολμήσει να κριτικάρει τον μέντορα της κυρίας Ρεπούση και του κ. Τσίπρα, χωρίς μια συγκεκριμένη ομάδα δημοσιογράφων και δημοσιολογούντων απ’ τα ΜΜΕ να τον λούσει με συκοφαντίες και ρετσινιές του στυλ: αντισημίτης, ρατσιστής, φασίστας, εθνικιστής, σταλινικός, ψυχάκιας, αμόρφωτος, παράφρων, αγράμματος, ομοφοβικός, λαϊκιστής, φαιοκόκκινος – αυτοί είναι μονάχα ελάχιστοι απ’ την αρμάδα των «αριστερών» χαρακτηρισμών που πέφτουν στο κεφάλι του αμαρτωλού.
Από ποιους; Οχι από ανθρώπους που γράφουν ο καθένας τη γνώμη του (κάτι το σεβαστόν, πλην των χαρακτηρισμών), αλλά από ανθρώπους που γράφουν ύστερα από προσυνεννόηση, συντονισμένα και οργανωμένα, ο ένας κατ’ ακολουθίαν του άλλου, που γδέρνουν κάθε φορά και διασύρουν όποιον στοχοποιούν. Προσφάτως, βγήκε κατά λάθος στη δημοσιότητα ένα τσατ ρουμ όπου τα παλληκάρια αυτά συναντώνται σαν σε κρυφό σχολειό, συνομιλούν και αναθέτουν το ένα στο άλλο δουλειές, ποιος θα γράψει για τι πράγμα και πότε, ποιος θα ακολουθήσει και πώς θα αλληλοϋποστηριχθούν
Τέτοια και τοιαύτα συνέβαιναν και συμβαίνουν στα ενδότερα της διατεταγμένης δημοσιογραφίας σε όλες τις δραματικές στιγμές και τα σημεία καμπής. Οταν διέλυε η Δύση τη Γιουγκοσλαβία, οι λεβέντες αυτοί θρηνούσαν για τις σφαγές στο Σεράγεβο. Τώρα βγαίνουν ο ένας μετά τον άλλον οι πράκτορες της CIA και ομολογούν ότι η κοινή γνώμη στη Δύση εσύρθη από τη μύτη με προβοκάτσιες (όπως στο Σεράγεβο), τη μία μετά την άλλη. Οι ελάχιστοι πέντε-δέκα που γράφαμε
από τότε όσα τώρα αποτελούν κοινόν τόπο ήμασταν συνωμοσιολόγοι, εθνικιστές, κομπλεξικοί κ.τ.λ. Οι δε Ελληνες που είχαν πάρει μυρωδιά τι πραγματικά γινόταν ήταν για αυτά τα παλληκάρια «έθνος ανάδελφο», αλλοπαρμένοι της Ορθοδοξίας, αμετανόητοι κομμουνιστές και, καλά το καταλάβατε, λαϊκιστές!
Ο ίδιος αυτός όμιλος υποστηρικτών Λιάκου μυξόκλαιγε για τις «παράπλευρες απώλειες» του πολέμου στο Ιράκ, υποστήριζε όμως την «εξαγωγή της δημοκρατίας» κι έβρισκε τον πόλεμο «ανθρωπιστικό».
Τώρα οι ίδιοι οι Αμερικανοί ομολογούν τα αντίθετα, αλλά οι λεβέντες αυτοί παραμένουν το ίδιο στοχοπροσηλωμένοι (με έναν αξιοθαύμαστο μιθδριδατισμό), συνεχίζοντας να υβρίζουν και να ψεύδονται.
Ομως ενίκησαν! Μπορεί στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ η «σχολή» αυτή να εξέφραζε ένα μικρό ποσοστό του κόμματος κι ένα ακόμα μικρότερο ποσοστό, έως ελάχιστο, στην ελληνική κοινωνία, αλλά με τις δύο κυβερνήσεις που έχει σχηματίσει ο κ. Τσίπρας έχουν επικρατήσει πλέον πλήρως! Τώρα είναι πιο δυνατοί παρά ποτέ. Απλωμένοι σε ορισμένες εφημερίδες, ελέγχουν πολλούς κόμβους στο διαδίκτυο, εξαφανίζοντας όσους τους έχουν πάρει μυρωδιά, γλείφοντας άλλους, τακτοποιώντας επίσης και βολεύοντας πολλούς, ώστε να διευρύνουν την επιρροή τους και την πελατεία τους. Γνωρίζουν την τεχνογνωσία! Συνέπλευσαν με τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., δηλώνοντας «αριστεροί» οι περισσότεροι, δεν θα συνέπλεαν τώρα με μια κυβέρνηση που δηλώνει αριστερή η ίδια, κυβερνώντας όπως το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ.;
Θα έλεγε κανείς, τι σημασία έχουν όλα αυτά μπροστά στο Προσφυγικό, το Ασφαλιστικό, το Εργασιακό, την Ανεργία κι όλα τα υπόλοιπα δυσθεόρατα προβλήματα που μας ταλανίζουν; Θα έπεφτε έξω. Διότι
για να χειραγωγηθεί η πολιτική συμπεριφορά του καθενός μας, προϋποτίθεται η πολιτισμική του αλλοτρίωση. Το πολιτικό πρόβλημα των Ελλήνων σήμερα είναι η πολιτισμική τους κατάρρευση. Η «εκσυγχρονιστική» φάουσα βαράει στο ψαχνό, στην ψίχα και την ψυχή – χωρίς Ρίτσο, χωρίς Παπαδιαμάντη, μισάνθρωπος με την κοινότητά σου εξ αφορμής της όποιας παθολογίας της, πορεύεσαι όλο και πιο μόνος, όλο και πιο ιδιώτης, όλο και πιο ανυπεράσπιστος. Ή γίνεσαι πελάτης. Για να φθάσεις στο τέλος να λες: «Δεν μπορούσαμε να κάνουμε αλλιώς». Απ’ τον
Τσάβες (που άλλωστε ήταν λαϊκιστής) ο μονόδρομος της ομογενοποιημένης σκέψης σε πάει στον Σόιμπλε. Τώρα, αν ο Σόιμπλε σου σκοτώνει τη ζωή, μη γίνεσαι μαξιμαλιστής! Πήγαινε να ζήσεις στο Περιστέρι (Τσακαλώτος), φάε γεμιστά (Φωτίου), φταίει η κυβέρνηση Σαμαρά που δεν ολοκλήρωσε τα μνημόνια (Μάρδας), αν δεν υπήρχαν τα μνημόνια θα έπρεπε να τα εφεύρουμε (ένας κάποιος Γεωργιάδης του ΣΥΡΙΖΑ), πάψε να κλαίγεσαι και στήσε μια ΜΚΟ, μη γίνεσαι ψυχάκιας (Λιάκος), νοικοκυρά (Λιάκος), κτηνοτρόφος (Λιάκος), φαιοκόκκινος (Λιάκος) κι όσα άλλα σου καταλογίζει ένας άνθρωπος που αγαπάει βαθειά τον λαό και θαυμάζεται από τον κ. Πρωθυπουργό.
Πλην όμως, για να κάνουμε και λίγο πλάκα στην ήττα μας, θα έρθει, έχει ήδη έρθει η ημέρα εκείνη που ο κ. Λιάκος με τον κ. Λεβέντη βρίσκονται στην ίδια βάρκα! Φοβάμαι, όμως, ότι η Νέμεσις αυτή δεν έχει επιπέσει πάνω στον κ. Λιάκο, αλλά στον κ. Λεβέντη…