Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Ακέφαλη η κοινωνία αντιστέκεται


Χρῆστος Γιανναρᾶς

Link to Χρῆστος Γιανναρᾶς




Posted: 27 Mar 2016 11:26 PM PDT
Γ​​ια κάποιες εβδομάδες το λιμάνι του Πειραιά φιλοξενεί χιλιάδες περαστικούς (τράνζιτο) πρόσφυγες – ο σταθερός αριθμός για αρκετό διάστημα ήταν δυόμισι χιλιάδες, έφτασε και τις πέντε. Στα Δελτία Eιδήσεων οι αριθμοί είναι «πληροφορία», στην άμεση επιτόπια θέα είναι συγκλονισμός και δέος που διαρκεί.
Στους τρεις επιβατικούς σταθμούς του OΛΠ ατέλειωτη καταγής στρωματσάδα, στους ολόγυρα υπαίθριους χώρους –πεζοδρόμια, πλακοστρωμένες απλοτοπιές, χώρους στάθμευσης– αναρίθμητα αντίσκηνα, μικρά, μεσαία, μεγάλα. Ποιος προμηθεύει τα αντίσκηνα και ποιος τα μοιράζει, ποιος τις ατέλειωτες κουβέρτες, τα αδιάβροχα, τα μπουφάν, τα πουλόβερ, ποιος πληρώνει το κόστος; Ποιος υποδέχεται τα σμήνη που καταφθάνουν αδιάκοπα, μέρα νύχτα, να τα κατευθύνει, να τα κουμαντάρει, να γνοιαστεί για τις πρώτες ανάγκες τους μόλις κατεβαίνουν από τα πλοία;
Γλωσσική επικοινωνία ανύπαρκτη. Kάποιοι ελάχιστοι από τους πιο νεαρούς πρόσφυγες παλεύουν διερμηνεία των αναγκών με υποτυπώδη αγγλικά, αλλά είναι δύσκολο να τους εμπιστευθεί κανείς: είναι οι ίδιοι που είχαν διευκολύνει στις ακτές της Mικρασίας και τα ανθρωπόμορφα κτήνη, τους «διακινητές». Για τα πολύ βασικά της συνεννόησης οι χειρονομίες αρκούν, όμως τον άρρωστο ή τον χαμένο από τους δικούς του πώς να τον καταλάβεις τι προσπαθεί να σου πει;
Tο κράτος απουσίασε ολοσχερέστατα, και ευτυχώς – τέτοιο τσουνάμι ανθρώπινων αναγκών δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί από υπαλληλία σε διατεταγμένη υπηρεσία και με ωράριο. Ποικιλώνυμες και ποικιλόμορφες MHKYO προσφέρουν πολύτιμη βοήθεια στη διάρκεια της μέρας, αλλά το βράδυ φυσικά αποσύρονται. Oπως περαστικές ήταν και οι σκόπιμα επιδεικτικές παρουσίες για «διανομή βοηθημάτων»: κυρίες της «καλής κοινωνίας», πολιτευτές (τωρινοί ή επίδοξοι), διοικητικά συμβούλια «ευαγών ιδρυμάτων», αντιπρόσωποι της Iεράς Συνόδου με πλήρη ανάρτηση επιστήθιων επίχρυσων σιδερικών… Aυτό το είδος των επισκεπτών μοιράζουν κάποια πακέτα φωτογραφούμενοι, και αποχωρούν.
Συνεχή παρουσία, με βάρδιες μέρα και νύχτα, έχουν οι «Γιατροί του Kόσμου» – ακούραστη προσφορά, θαυμαστή αυταπάρνηση. Tο ίδιο και κάποιοι απλοί εφημέριοι ενοριών του Πειραιά, συνεχώς εκεί, στα χέρια τους εμπιστεύονται κάποια συνεισφορά πλήθος αφανείς χορηγοί, ενορίτες τους ή και άγνωστοι – Eλληνες της εξάχρονης στέρησης και ανελπιστίας κομίζοντας το υστέρημά τους: τρόφιμα, ρούχα, σκεπάσματα, φάρμακα, τα καθημερινά χρειώδη, αλλά και ρεφενέ για τις σκηνές (πρώτη ανάγκη) εκατό ή και περισσότερες κάθε ενορία, το κατά δύναμη.
Aξονας συντονιστικός αυτής της πελώριας, απίστευτης κινητοποίησης: δυο παρέες – ομάδες παιδιών, σε φοιτητικές ηλικίες, διακριτικά αθόρυβα, σχεδόν απαρατήρητα και πανταχού παρόντα. Δηλώνουν (μόνο αν επίμονα τους ρωτήσεις) «αντικρατιστές», χωρίς αυταρέσκεια ή σπουδαιοφάνεια – νιώθεις ότι χρησιμοποιούν τη λέξη μόνο για να φωτίσουν την πράξη: την ακραία νυχθήμερη συνέπεια στην επιλογή τους, στο πιστεύω τους. H πράξη τους δηλώνει ότι ακόμα και σήμερα, με δεδομένη και ασφυκτική την αυτοαχρήστευση της πολιτικής, την αποφορά της σήψης και την εξωφρενική επιμονή των κομματανθρώπων να εγκληματούν κατ’ εξακολούθησιν, η κοινωνία των πολιτών μπορεί, με σιγουριά, να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση της ζωής της. Nα αυτοοργανωθεί, να ζήσει τη χαρά της ανιδιοτέλειας.
Tα παιδιά της «αυτο-οργάνωσης» δεν λένε λέξη για τις πεποιθήσεις τους – «αυτό που βλέπεις», απαντούν στο ερώτημα: «ποιοι είσαστε, τι πιστεύετε». Δεν ανέχονται να τους καπελώσει κανένας, δεν κηρύττουν κοσμοσωτήρια ιδεολογήματα. Παραλαμβάνουν τα μπουλούκια μόλις κατεβαίνουν από τα πλοία, τα φρουρούν από τα «κοράκια» που παραμονεύουν (τους εγχώριους «διακινητές»), οδηγούν τους πρόσφυγες σε ποια μεριά να απαγκειάσουν, τους μοιράζουν τα απαραίτητα, ειδοποιούν τους γιατρούς, αν υπάρχει ανάγκη.
Δουλεύουν και τα παιδιά με βάρδιες, ακούραστα, αεικίνητα, πανταχού παρόντα – τόσο οι Eλληνες εθελοντές που βοηθούν όσο και οι πρόσφυγες που δέχονται τη βοήθεια, όλοι, σε αυτά τα παιδιά απευθύνονται και κανένας δεν ρωτάει για την οργανωσιακή ή ιδεολογική τους ταυτότητα. Kάποια Eλένη, ήταν δεν ήταν είκοσι χρόνων, όταν τη ρώτησα «πόσες νύχτες είσαι εδώ;» σαν να ξαφνιάστηκε: «Mα θα κοντεύει μήνας», είπε χαμογελώντας. Kαι μια Mαρία συμπλήρωσε: «Tι ρωτάς; Δεν μετράμε ένσημα».
Mια άλλη Eλλάδα, άλλη ελληνική κοινωνία, αναπάντεχη, ανυπότακτη στην πολιτική αηδία και ατιμία, αδιάφορη για τον κρετινισμό και την αισχρουργία των «μίντια», με την ευαισθησία της τεταμένη για τις κοινωνικές προτεραιότητες, την ανθρωπιά, τη χαρά της προσφοράς. O αδίστακτος αμοραλισμός των «κομμάτων εξουσίας» και των σφετεριστών του κοινωνικού χρήματος δεν έχει ακόμα κατορθώσει να γονατίσει αυτή την «άλλη» Eλλάδα που «αντιστέκεται και επιμένει». Aν καθαρίσει ποτέ η ματιά μας από τον σκοτασμό που φέρνει η οργή, έστω και δίκαιη, θα αναγνωρίσουμε ότι η στάση απέναντι στους πρόσφυγες ήταν η δεύτερη έκπληξη που, μέσα σε ένα χρόνο, εμφάνισε η ελληνική κοινωνία. H πρώτη έκπληξη ήταν το δημοψήφισμα της 5ης Iουλίου 2015.
Δυο φορές, σε επτά μήνες, φανερώθηκε έμπρακτα, απίστευτη και συγκλονιστική, η ελληνική διαφορά: Tο σθένος των Eλλήνων να πουν «όχι», σε ποσοστό 62%, στον «εκσυγχρονιστικό» μονόδρομο του αμοραλισμού και της εθελοδουλείας, που εκβιαστικά (με το μαχαίρι κυριολεκτικά στον λαιμό) απαιτούσε η Eυρώπη των «Aγορών». Kαι τώρα, η άρνηση της ελληνικής κοινωνίας να συμμορφωθεί με την καινούργια απαίτηση των «πεφωτισμένων και λελαμπρυσμένων» της Eυρώπης κρατών: να αφεθούν στον πνιγμό και στον θάνατο οι χιλιάδες των θυμάτων ενός τερατώδους, φρικιαστικού πολέμου, μεθοδευμένου από την ίδια την «προηγμένη» Δύση για τη δική της αχαλίνωτη ψυχοπαθολογική ανάγκη παγκόσμιας κυριαρχίας.
Aκέφαλη η ελληνική κοινωνία, με μπροστάρηδες σπιθαμιαία ευτελή ανθρωπάρια, σώζει ακόμα αντιστάσεις.

Δευτέρα 30 Ιουνίου 2014

Η ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Η ΑΡΙΘΜΗΤΙΚΗ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ: 19χρονος, Αφγανός, νεκρός στα Τσώνια
γράφει η Έφη Λατσούδη
|
(Σημ. επιμ: Το κείμενο που ακολουθεί είναι πολύ διαφορετικό από αυτά που συνήθως δημοσιεύει το Filmicon. Γραμμένο από μια κινηματογραφίστρια, δεν μιλά για τον κινηματογράφο. Αλλά για το τεράστιο ανθρωπιστικό πρόβλημα του πνιγμού προσφύγων που επιχειρούν να διασχίσουν τα θαλάσσια σύνορα).
Ξημερώματα Τρίτης 3/6/2014, ένας νεαρός Αφγανός πέφτει στην θάλασσα μαζί με τους υπόλοιπους 14 επιβάτες της πλαστικής βάρκας που τους έφερνε στη Μυτιλήνη. Τρόμαξαν από ένα σκάφος που είδαν να πλησιάζει. Βρίσκονταν 150 μέτρα από τη στεριά κι έπεσαν στο νερό για να μην τους γυρίσει πίσω το λιμενικό. Ο 19χρονος δεν βγήκε ζωντανός, το σώμα του το βρήκε λίγο αργότερα το λιμενικό στην ακτή Τσώνια. Κάποιος δημοσιογράφος, μάλιστα, βιαστικά τον χαρακτήρισε οικονομικό μετανάστη. Λες και οι νεκροί έχουν ταμπέλες. Λες και οι νεκροί δίνουν συνέντευξη για άσυλο και απορρίπτονται κιόλας.
Ακολούθησε η τυπική διαδικασία ανάκρισης των επιζώντων, ταυτοποίησης, ιατροδικαστικής έκθεσης, δείγματος DNA, και το σώμα μπήκε στο ψυγείο του Νοσοκομείου. Περίμενε εκεί… Να ειδοποιηθούν οι συγγενείς; Από ποιον; Ποιες ενέργειες έγιναν προς αυτήν την κατεύθυνση; Ο μοναχικός του θάνατος δεν προκάλεσε το ενδιαφέρον κανενός. Ούτε τα ΜΜΕ συγκινήθηκαν για να παρακολουθήσουν την τύχη του, ούτε οι αρχές πιέζονταν να κινητοποιηθούν.
Μετά από εννιά μέρες στο Νοσοκομείο άρχισαν οι γκρίνιες. Το ψυγείο έπρεπε να αδειάσει. Όλοι όμως αρνήθηκαν την ευθύνη της κηδείας.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που θάβαμε πρόσφυγες που πέθαναν στο νησί μας. Πριν μερικούς μήνες, μάλιστα, είχαμε την ταφή πέντε Σύρων με την παρουσία όλων των εκπροσώπων των Αρχών του τόπου συνοδευόμενων από κάμερες και δημοσιογράφους. Ο 19χρονος όμως ήταν άτυχος. Οι δεκάδες νεκροί στη Μυτιλήνη και στη Σάμο, οι 100, 200, 350 νεκροί σε Λαπεντούζα και Μάλτα επισκίασαν την τραγικότητα της δικής του μοίρας. Έτσι μαζί με την ασημαντότητα της υπόθεσης ξέχασαν και οι αρχές τις υποχρεώσεις τους. Ξεκίνησε πάλι το γνωστό πινκ πονκ με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, με το ύστατο δικαίωμα.
«Δεν είναι δική μας ευθύνη» κραύγαζαν όλοι.
Η τοπική κοινωνία, εμείς, πολίτες της πόλης, ενδιαφερθήκαμε να μάθουμε τι θα γίνει με το άταφο σώμα. Το αποτέλεσμα ήταν, για μια ακόμη φορά, να μας φορτώσουν ό,τι όλοι ήθελαν να αποφύγουν και να ξεχάσουν. Το περιττό «φορτίο». Οι υποχρεώσεις ενός ολόκληρου κρατικού μηχανισμού και μιας Ευρώπης που η πολιτική της σκορπίζει το θάνατο στα σύνορα εξανεμίστηκαν, αφήνοντας τους πολίτες να αντιμετωπίζουν αβοήθητοι την απίστευτη αυτή τραγωδία. Επειδή ασχοληθήκαμε, η κηδεία έγινε δική μας υπόθεση. Και ήταν πολλά τα εμπόδια, πολλά τα προβλήματα της γραφειοκρατικής διαδικασίας. Μέχρι τον εισαγγελέα έπρεπε να φτάσουμε, αφού πιστοποιητικό θανάτου δεν μπορεί να βγει αν έχουν περάσει πολλές μέρες από το θάνατο.
Τελικά όλα ήταν έτοιμα το πρωί στις 12/6. Ο κόσμος στο νεκροταφείο της πόλης λιγοστός. Λίγοι πολίτες και λίγοι πρόσφυγες ομόθρησκοι με το νεκρό. Με βαριά καρδιά περάσαμε πάλι την πύλη του νεκροταφείου. Με την βαθιά απορία, πόσο ακόμα θα αντέξουμε αβοήθητοι όλο αυτό το βαρύ φορτίο; Πόση ακόμα φρίκη;
Τη σιωπή μας έσπασε – με παράδοξο και αταίριαστο για τη στιγμή τρόπο – η θυμωμένη φωνή του υπεύθυνου του νεκροταφείου, για να μας προσγειώσει σε μια ακόμη πιο σκληρή πραγματικότητα. Διαμαρτύρεται ο υπεύθυνος του κοιμητηρίου, μαίνεται ενάντια σε εμάς τους αλληλέγγυους, τους εθελοντές, εμάς που ήρθαμε να θάψουμε χωρίς κανένας να τον ειδοποιήσει… «Γιατί φωνάζεις σε εμάς;» τον ρώτησα. «Γιατί εσείς ασχολείστε», μου απάντησε, και συνέχισε να διαμαρτύρεται, γιατί κανένας από τους αρμόδιους-αναρμόδιους – όλους αυτούς που εμείς επικοινωνήσαμε την προηγούμενη μέρα σε έναν μαραθώνιο, από υπηρεσία σε υπηρεσία, ώστε να μπορέσει να γίνει η ταφή – δεν σπατάλησε ένα λεπτό από τον πολύτιμο χρόνο του για να τον ειδοποιήσει… ούτε ένα λεπτό «δι’ ασήμαντον αφορμήν».
Ο υπεύθυνος του νεκροταφείου ξέσπασε, λοιπόν, την αγανάκτησή του σε αυτούς «που ασχολήθηκαν». Φώναζε πως αυτός δεν σκάβει τον λάκκο μέσα στον ήλιο και να περιμένουμε μερικές ώρες !!! Και... «ποιος θα πληρώσει τον εργάτη»; Αφού εμείς ζητάμε δωρεάν κηδεία. Άφωνοι τον παρακολουθήσαμε, τρομαγμένοι και από όσα έλεγε και από την ώρα που βρήκε να τα πει. Έκπληξη, θυμός και αηδία αφόπλισαν τις αντιδράσεις μας, σταμάτησαν τα επιχειρήματα και την προσπάθεια να τα αρθρώσουμε. Και συνέχισε: «Σας έχω πει, δεν υπάρχει χώρος»!!! «Δεν έχει τόπο εδώ. Ξεθάψτε τους, ξεθάψτε τους παλιότερους, βγάλτε τους να βάλουμε άλλους. Τι θα γίνει όταν έχουμε άλλους»;
Η ώρα περνούσε, ο νεκρός έμενε στη νεκροφόρα, εμείς στεκόμασταν μέσα στον ήλιο σε απόγνωση. Οι πρόσφυγες που ήταν μαζί μας για την τελετή ζήτησαν εργαλεία, φτυάρι και γκασμά. Μαζί με τον εργάτη του νεκροταφείου άρχισαν να σκάβουν τον τάφο. «Εμείς θα το κάνουμε», μου είπαν. Και το έκαναν. Μόνοι, με τα χέρια και τα εργαλεία, έσκαψαν. Αυτοί και οι λιγοστοί εμείς κάναμε την τελετή. Το αδύνατο, ταλαιπωρημένο σώμα του νεαρού άντρα βρήκε τη θέση του στο χώμα της Μυτιλήνης. Με μαύρη μπογιά γράψαμε το όνομα και την ηλικία του στον τάφο. «19 χρονών», επαναλάμβανε ο Ατζμάλ συγκλονισμένος, καθώς φεύγαμε. «Πολύ πρόβλημα, στο Αφγανιστάν μας σκοτώνουν εκεί, και εδώ στη θάλασσα πεθαίνουμε πάλι. Πολύ πρόβλημα».
Πολύ πρόβλημα… Αφήνουμε πίσω μας το νεκροταφείο. Μακάρι να είναι η τελευταία φορά.
Στα αφτιά μου αντηχούν απειλητικές οι φωνές του υπεύθυνου του νεκροταφείου. Να κάνουμε τόπο, να τους ξεθάψουμε, να βάλουμε τους άλλους που θα έρθουν. Θυμάμαι πριν χρόνια, ένας άλλος υπάλληλος του νεκροταφείου μου έδειχνε τους λάκκους που είχε ανοίξει και έχασκαν ανοιχτοί. Τον ρώτησα έκπληκτη «τι είναι αυτό»; «Για τους επόμενους», μου απάντησε. «Κοίτα, όλοι ευχόμαστε να μην έχει άλλους, αλλά κακά τα ψέματα, πρέπει να είμαστε έτοιμοι». Δεν θα ξεχάσω εκείνους τους ανοιχτούς τάφους. Είναι αλήθεια πως γέμισαν τραγικά γρήγορα, λίγο αργότερα! Δεν θα ξεχάσω τη μοναξιά μας σε αυτές τις κηδείες.
Μέχρι τώρα δεν απαντούσα στα επιφωνήματα επιδοκιμασίας για την επιμονή μας να είμαστε εκεί, δίπλα σε όσους χάθηκαν μακριά από τον τόπο τους. Δεν μπορώ άλλο να ακούω τα «μπράβο» και τα «ωχ». Δεν έχουν κανένα νόημα για εμένα. Είναι σα να βλέπουμε πτώματα στην τηλεόραση τρώγοντας πατατάκια στον καναπέ μας. Αν θέλουμε να σταματήσει αυτή η ντροπή, ας κάνουμε κάτι! Ας κατέβουμε στους δρόμους, ας πιάσουμε τις ακτές! Αν δεν γίνουμε πολλοί, απλά ο θάνατος θα συνεχίσει να κυριεύει τα σύνορα. Θα κάνει ΑΠΟΒΑΣΗ Ο ΘΑΝΑΤΟΣ, αυτός, και ΟΧΙ ΟΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ, όπως αρέσκονται τα ΜΜΕ να λένε. Ας αντιδράσουμε, γιατί αλλιώς θα μοιάζουμε με τους γραφειοκράτες της Ευρώπης, που «συγκλονισμένοι» παρακολουθούν, από ασφαλή απόσταση, το θανατικό στις ακτές μας. Ας αντιδράσουμε όσο είναι καιρός, αλλιώς ας πάρουμε τα φτυάρια να σκάψουμε λάκκους, πολλούς λάκκους, να τους έχουμε εκεί, έτοιμους να περιμένουν να θάψουν αυτούς που δεν θα τα καταφέρουν.

Δευτέρα 10 Φεβρουαρίου 2014

Τραγικός επίλογος στο Φαρμακονήσι


δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖνῃ
 

Η είδηση…

Τραγικός επίλογος στο Φαρμακονήσι

Δεκαοκτώ ημέρες μετά το ναυάγιο, το ωκεανογραφικό σκάφος "Στράβων" του Πολεμικού Ναυτικού, εντόπισε σε βάθος 73 μέτρων το ναυάγιο του βυθισμένου σκάφους κοντά στη βραχονησίδα του Φαρμακονησίου. Τέσσερις νεκροί μετανάστες, μεταξύ των οποίων δύο παιδιά, ανασύρθηκαν από το σκάφος που βυθίστηκε στο Φαρμακονήσι, στις 20 Ιανουαρίου, κατά τη διάρκεια της επιχείρησης ρυμούλκησής του από σκάφος του Λιμενικού Σώματος. [Παρασκευή 7/2/2014]                               

Το τραγούδι…

«Περιπλανώμενο»

Η Ανδριάνα Μπάμπαλη  τραγουδά για όσους βγήκαν από το νερό με πρόσωπα στεγνά.


Χαθήκανε και το νερό
τους έφερε ως εδώ
Αδέσποτα χωρίς χαρτιά
με πρόσωπα στεγνά

"Εγώ που χρόνια τώρα τριγυρνώ
σαν πουλί περιπλανώμενο
μες στη μοναξιά, μες στην ξενιτιά
που δεν την αντέχω άλλο πια..."

Ξένος ήμουνα κι εγώ
πριν γίνω αφεντικό
πριν χτίσω και φτιαχτώ
πριν μάθω να ξεχνώ
Ξένος ήμουνα αλλά
εσύ είσαι ο ξένος πια
και δίπλα μου όπως ζεις
τη μέρα μου ενοχλείς

Χαθήκαμε μες στην κοιλιά
μιας μάνας που ξεχνά
Κι απ’ το εμείς το ξένο εγώ
μου λέει να μισώ

Και ο Επιτάφιος Θρήνος για τους άταφους νεκρούς του Αιγαίου…

…ὁ Ἰωσὴφ θεασάμενος, προσῆλθε τῷ Πιλάτῳ καὶ καθικετεύει λέγων·  δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, τὸν ἐκ βρέφους ὡς ξένον ξενωθέντα ἐν κόσμῳ· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ὁμόφυλοι μισοῦντες θανατοῦσιν ὡς ξένον· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ξενίζομαι βλέπειν τοῦ θανάτου τὸ ξένον· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὅστις οἶδεν ξενίζειν τοὺς πτωχούς τε καὶ ξένους· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν Ἑβραῖοι τῷ φθόνῳ ἀπεξένωσαν κόσμῳ· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ἵνα κρύψω ἐν τάφῳ, ὃς ὡς ξένος οὐκ ἔχει τὴν κεφαλὴν ποῦ κλῖνῃ· δός μοι τοῦτον τὸν ξένον, ὃν ἡ Μήτηρ καθορῶσα νεκρωθέντα ἐβόα· Ὦ Υἱὲ καὶ Θεέ μου, εἰ καὶ τὰ σπλάγχνα τιτρώσκομαι, καὶ καρδίαν σπαράττομαι, νεκρόν σε καθορῶσα, ἀλλὰ τῇ σῇ ἀναστάσει θαρροῦσα μεγαλύνω.

(Ακολουθία Μ. Παρασκευής)

για την αντιγραφή                                                                                                                                        γ.μ.