Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

«Μύθος η διατροφική εξάρτηση της Ελλάδας από άλλες χώρες»



6. Αυγούστου, 2015


Σύμφωνα με την μελέτη υπάρχει μια συστηματική παραπληροφόρηση του κοινού σχετικά με τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας.


Ίσως τα πιο δημοφιλή σλόγκαν τον καιρό της κρίσης να είναι τα εξής: «Η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα» ή «Αν πάψουν οι εισαγωγές, τελειώσαμε, θα πεινάσουμε». Οι παραπάνω φράσεις, εκτός από ενδείξεις εθνικής μειονεξίας, μαρτυρούν και ένα τεράστιο έλλειμμα πληροφόρησης ή, καλύτερα, μια συστηματική παραπληροφόρηση του κοινού σχετικά με τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας.

Ο μύθος της έλλειψης τροφίμων στην Ελλάδα

Όπως προκύπτει από την έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, το 79% των Ελλήνων (και το 47% των Κυπρίων) θεωρεί πως δεν υπάρχουν επαρκή επίπεδα παραγωγής τροφίμων για τον ευρωπαϊκό πληθυσμό σε επίπεδο ΕΕ, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων (ποσοστό 94% – το μεγαλύτερο σε όλη την Ευρώπη) πιστεύει ότι η εθνική παραγωγή τροφίμων δεν είναι επαρκής για να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού.

Οι παραπάνω φόβοι των Ελλήνων είναι εντελώς αδικαιολόγητοι.
Σύμφωνα με έρευνα της ΠΑΣΕΓΕΣ, η οποία πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας, η Ελλάδα, ακόμα κι αν κοπούν τελείως οι εισαγωγές τροφίμων (όπως έγινε στην Αργεντινή), δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να πεινάσει. Έτσι, λοιπόν, όπως αναφέρει ο πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ, κ. Τζανέτος Καραμίχας, το ποσοστό αυτάρκειας της χώρας σε μια σειρά βασικών αγροτικών-διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής για το 2010, ανήλθε κατά μέσο όρο στο 94% περίπου!Ειδικότερα, από την παραπάνω έρευνα προκύπτει ότι το ποσοστό αυτάρκειας στη φυτική παραγωγή ανέρχεται κατά μέσο όρο περίπου στο 99%, αλλά διαφοροποιείται μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, όπως τα δημητριακά, όπου η αυτάρκεια ανέρχεται στο 82% περίπου, με το μικρότερο ποσοστό να καταγράφεται στο μαλακό σιτάρι (32%) και το υψηλότερο στο ρύζι (171 %).
Στο ελαιόλαδο και τις ελιές, τα οποία είναι βασικά είδη διατροφής, η αυτάρκεια εμφανίζει υψηλό ποσοστό, μια και η χώρα παραμένει έντονα εξαγωγική στα δυο αυτά προϊόντα.
Η αυτάρκεια βρώσιμης ελιάς αυξήθηκε κατά το τελευταίο έτος κατά 61,8%, με αποτέλεσμα να καλύπτουμε το 996%(!) της ζήτησης, με το 88,3% όμως να εξάγεται. Στο λάδι η παραγωγή φτάνει επίσημα το 151% της κατανάλωσης. Στο ποσοστό αυτό, όμως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και μια τεράστια ποσότητα ατυποποίητου λαδιού που εξάγεται παρανόμως κυρίως σε γειτονικές χώρες, καθώς και ένα μικρό ποσοστό της τάξεως του 4,33% ελαιολάδου που εισάγεται ετησίως, χωρίς κανείς να ξέρει την αιτία.
Συνυπολογίζοντας αυτά τα ποσοστά, θα μπορούσαμε να τροφοδοτούμε με λάδι σχεδόν όλη την Ευρώπη! Φέτος, μάλιστα, παρατηρήθηκε υπερπαραγωγή ελιάς σε Πήλιο και Χαλκιδική, με αποτέλεσμα οι παραγωγοί να μην έχουν τι να κάνουν το προϊόν τους και να το αποθηκεύουν προκειμένου να πιάσουν καλύτερες τιμές μετά από κάποιους μήνες.
Το ψωμί, ψωμάκι;
Στο μαλακό σιτάρι, από το οποίο γίνεται το ψωμί, εισάγουμε ετησίως πάνω από 1.000.000 τόνους αξίας εκατομμυρίων ευρώ, κυρίως από χώρες όπως η Ρωσία, η Γαλλία και η Ουκρανία. Οι εισαγωγές αυτές είναι τελείως άσκοπες και καταστροφικές για την ελληνική Οικονομία – πρόκειται για σιτηρά αμφίβολης ποιότητας, αφού κάποιες ανατολικές χώρες υποχρεούνται βάσει κοινοτικής νομοθεσίας να κάνουν ακόμα και ελέγχους για ίχνη ραδιενέργειας! Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957(!) η Ελλάδα πέτυχε την αυτάρκεια σε μαλακό σιτάρι, με την ποικιλία Γ 38290 που δημιούργησε το Ελληνικό Ινστιτούτο Σιτηρών. Μάλιστα, προς τα τέλη του 1970 υπήρχε πλεόνασμα που διατηρήθηκε μέχρι το 1984!
Έκτοτε αρχίζει ραγδαία μείωση της καλλιέργειας του μαλακού σιταριού, η οποία συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της καλλιέργειας του σκληρού. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα είναι από τότε ελλειμματική σε μαλακό σιτάρι και πλεονασματική σε σκληρό, από το οποίο γίνονται τα ζυμαρικά. Αυτό οφείλεται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ε.Ε., η οποία έδωσε ισχυρά κίνητρα στους παραγωγούς σκληρού σιταριού (35 ευρώ το στρέμμα). Δηλαδή μας αύξησαν την παραγωγή μακαρονιών και μάς μείωσαν την παραγωγή ψωμιού, που από την Αρχαιότητα είναι βασικό είδος διατροφής.
Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, τα 2.498.070 στρέμματα (με παραγωγή 649.800 τόνων) που καλλιεργούνταν με σκληρό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981, αυξήθηκαν το 2001 σε 7.083.100 στρέμματα (με παραγωγή 1.457.260 τόνων) ενώ, αντίστροφα, τα 7.517.747 στρέμματα (με παραγωγή 2.106.270 τόνων) που καλλιεργούνταν με μαλακό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981, μειώθηκαν το 2001 σε 1.682.273 στρέμματα (με παραγωγή 442.060 τόνων). Η τεράστια μείωση της παραγωγής του ελληνικού μαλακού σιταριού και του κριθαριού αύξησε σημαντικά την εισαγωγή τους και οδήγησε σε μεγάλο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στο κλάδο των δημητριακών που έφθασε το 2008 τα 365 εκατ. ευρώ, ενώ και το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στον κλάδο των ζωοτροφών έφθασε την ίδια χρονιά στα 354 εκατ.
Αυτή η ραγδαία ανατροπή συνοδεύτηκε από μετακίνηση του μαλακού σιταριού στα πιο άγονα και του σκληρού στα πιο γόνιμα εδάφη, με αποτέλεσμα τη μείωση της απόδοσης του πρώτου και την υποβάθμιση της ποιότητας του δεύτερου. Συνολικά, η έκταση του σιταριού την τελευταία εικοσαετία έχει μειωθεί κατά 1.650.000 στρέμματα. Μεγάλο τμήμα αυτής της έκτασης βρίσκεται σε υποχρεωτική αγρανάπαυση ή έχει φυτευτεί με ορισμένα είδη δένδρων, όπως ακακίες και καρυδιές, συνεπεία των «πεφωτισμένων» προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Παρόλα αυτά, η Ελλάδα κατέχει την τέταρτη θέση στην Ευρώπη στην παραγωγή σιτηρών με 9 εκατ. στρέμματα, από τα οποία περίπου τα 6 εκατ. είναι με σκληρό και μαλακό σιτάρι! Μπορεί, λοιπόν, στο μαλακό σιτάρι να είμαστε ελλειμματικοί με μόνο το 1/3 της ζήτησης να παράγεται στην Ελλάδα, αλλά είμαστε πλεονασματικοί όσον αφορά την παραγωγή του σκληρού σιταριού.

Η Ελλάδα παράγει πάνω από 1,1 εκατ. τόνους σκληρό σιτάρι και, σύμφωνα με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Τσαυτάρη, φέτος είμαστε αυτάρκεις κατά 143%. Η κατανάλωση ανέρχεται περίπου στους 700.000 τόνους. Το υπόλοιπο περίπου 400.000 τόνοι (340.000 τόνοι για το 2011), εξάγεται σε διάφορες χώρες, κυρίως στην Ιταλία. Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι διάσημα ζυμαρικά που παράγονται στην Ιταλία γίνονται από ελληνικό σιτάρι.
Αν από τα 4 περίπου εκατ. στρέμματα που καλλιεργούνται με σκληρό σιτάρι (στοιχεία 2011) αφιερώσουμε το 1/3 (δηλαδή εκτάσεις περίπου 1,35 εκατ. στρεμμάτων) για την παραγωγή μαλακού σιταριού, τότε θα έχουμε σχεδόν 2,8 εκατ. καλλιέργειας μαλακού σιταριού, οπότε η παραγωγή του θα διπλασιαστεί. Έτσι, από 450.000 τόνοι που ήταν το 2011, θα φτάσει τους 900.000 και πλέον τόνους. Με λίγα λόγια, θα έχουμε μείωση των εισαγωγών σε μαλακό σιτάρι κατά 50% (περίπου 500.000 τόνοι), με αύξηση της αυτάρκειάς μας σε μαλακό σιτάρι σε πάνω από 62%! Το μαλακό σιτάρι έχει μεγαλύτερη στρεμματική απόδοση (ακόμα και 700 κιλά/ στρέμμα σε αρδευόμενες καλλιέργειες) από το σκληρό (μέχρι 400 κιλά/στρέμμα). Επίσης δεδομένου ότι λόγω επιλεκτικών επιδοτήσεων τα σκληρά σιτάρια καλλιεργούνται στα πιο εύφορα εδάφη, είναι πολύ πιθανό με την καλλιέργεια των μαλακών σιταριών σε αυτά να έχουμε υψηλότερες στρεμματικές αποδόσεις, οπότε το ποσοστό αυτάρκειας σε μαλακό σιτάρι να φτάσει ακόμα και το 80%. Οι εξαγωγές, βέβαια, του σκληρού σιταριού θα μειωθούν (πιθανόν να μηδενιστούν κατά το πρώτο έτος), αλλά με δεδομένο ότι θα παύσουν οι εισαγωγές σκληρού σιταριού (περίπου 53.000 τόνοι) καθώς και οι εξαγωγές μαλακού σιταριού (95.000 τόνοι) που γίνονται ασκόπως, θα εξισορροπήσει το εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο μέσα σε λίγα χρόνια.
Θα μπορέσουμε, λοιπόν, να εξάγουμε ξανά. Αυτό θα ευνοήσει και τους παραγωγούς, αφού θα απολαμβάνουν υψηλότερες τιμές για το προϊόν τους και όχι τις εξευτελιστικές τιμές που δίνουν συχνά οι ξένοι εισαγωγείς. Στην προσπάθειά μας αυτή, καλό είναι να μιμηθούμε τους Βούλγαρους που, αφού πρώτα εξασφάλισαν σιτάρκεια, κάνουν τώρα εξαγωγές μέχρι και 50% της παραγωγής τους.
Αν, ταυτόχρονα με αυτή την προσπάθεια, αρχίσουν και προγράμματα καλλιέργειας και άλλων ξεχα¬σμένων σιτηρών, όπως η σίκαλη, το κριθάρι και η ζέα, τα οποία παράγουν υπέροχα και απείρως πιο θρεπτικά ψωμιά, είναι κάτι πα¬ραπάνω από βέβαιο ότι οι “Ελληνες όχι απλά δεν θα πεινάσουν, αλλά θα τρώνε και τις πιο υγιεινές τροφές που υπάρχουν.


Η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας
Στα εσπεριδοειδή, τη μεγαλύτερη αυτάρκεια κατέχουν τα πορτοκάλια με ποσοστό 167%, ενώ στα λεμόνια η αυτάρκεια περιορίζεται στο 63%. Αλλά και στα υπόλοιπα φρούτα η αυτάρκεια παραμένει υψηλή (128%). Αντί, λοιπόν, να τρώμε μπανάνες, ανανάδες και παπάγια(;), είναι προτιμότερο να στραφούμε στα ελληνικά φρούτα, τα οποία είναι απεί¬ρως πιο θρεπτικά και, ευτυχώς, δεν πρόκει¬ται να μας λείψουν ποτέ. Είναι ενδεικτικό ότι στο ροδάκινο η Ελλάδα κατέχει πάνω από 60% των εξαγωγών παγκοσμίως! Επιπλέον, υπάρχουν και φρούτα ανεκμετάλλευτα, τα οποία δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως το κορόμηλο, το άγριο βατόμουρο, το άγριο αχλάδι (αγκορτσιά), το τσάπουρνο, το μούρο κ.α., που σαπίζουν κάθε χρόνο στα χωριά μας.
Έλλειψη παρατηρείται στη ζάχαρη, με την εγχώρια παρα¬γωγή να καλύπτει μόνο το 14,3% των αναγκών, που υπολο¬γίζονται στους 320.000 τόνους. Ενώ ως το 2005 η ελληνική ζάχαρη εξασφάλιζε κερδοφορία, το 2006 υπογράφηκε η ταφόπλακά της, όταν η Ελλάδα συμφώνησε με την ΕΕ να πα¬ράγει σχεδόν τη μισή παραγωγή από τις ανάγκες της και να πάει σε εισαγωγές! Η ΕΕ έλαβε απόφαση για μείωση της πα-ραγωγής ζάχαρης από τις χώρες-μέλη της κατά 50%, με το σκεπτικό ότι η αγορά ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο από τρί¬τες χώρες, αντί για ζαχαρότευτλο, συνέφερε περισσότερο, ώ¬στε να διευκολυνθούν οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων στις ζαχαροπαραγωγούς Βραζιλία και Ινδία. Η Ελλάδα υπέ¬γραψε να της δοθεί ποσόστωση 158.000 τόνους από την ΕΕ και -ανεπαρκή- αντισταθμιστικά οφέλη, μολονότι ως χώρα ήμασταν αυτάρκεις και πραγματοποιούσαμε και εξαγωγές. Ορισμένοι παραγωγοί αποζημιώθηκαν και στράφηκαν σε άλλες καλλιέργειες.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε με το κλείσιμο πολλών εργο¬στασίων της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης, λόγω κακο¬διαχείρισης. Με δεδομένο, βέβαια, ότι η ζάχαρη δεν είναι είδος πρώτης ανάγκης, αλλά και με την καλλιέργεια στέβιας, η οποία έχει έως 300 φορές μεγαλύτερη γλυκαντική δράση, σε μια πιθανή παύση των εισαγωγών δεν αναμένεται να αν¬τιμετωπίσει η χώρα σοβαρό πρόβλημα.
Πολύ χαμηλή αυτάρκεια διαπιστώνεται στην κατηγορία των οσπρίων, με ποσοστό που κυμαίνεται στο 39%. Συγκεκριμένα, παράγουμε περίπου 8.000 τόνους φακές και εισάγουμε ακόμα 10.000 τόνους, κυρίως από Τουρκία, προκειμένου να καλύψουμε την εγχώρια ζήτηση. Αντίστοιχο πρόβλημα υπάρχει και στα φασόλια: καταναλώνουμε 35.000 τό¬νους, εκ των οποίων οι 25.000 τόνοι είναι εισαγωγής. Σημειωτέον ότι το 1981 η ετή¬σια παραγωγή φασολιών ήταν 31.500 τόνοι!
Το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να λυθεί εύκολα, με μια αναδιάταξη της πα¬ραγωγής, ακόμα και με επιδότηση, ώστε σε εκτάσεις που καλλιεργούνται σήμερα άλλα προϊόντα, π.χ. ρύζι (στο οποίο εί¬μαστε πλεονασματικοί), να καλλιεργηθούν όσπρια, πολλά από τα οποία, όπως τα ρεβύθια ή τα μαυρομάτικα φασόλια, έχουν και μικρότερες ανάγκες σε νερό. Και στις πατάτες υπάρχει αυτάρκεια κατά 82%, με μόνιμη μάστιγα όμως τις «ελληνοποιήσεις» πατάτας από Αίγυπτο, αλλά και τις άσκοπες εισαγωγές κατεψυγμένης πατάτας από χώρες όπως οι ΗΠΑ, επειδή δήθεν τηγανίζεται πιο εύκολα.
Η ελληνική αμπελουργία είναι επίσης σε πολύ καλό επί¬πεδο, αφού στα επιτραπέζια σταφύλια (αυτάρκεια 133,45%) έχουμε πλεόνασμα, δηλαδή μπορούμε άφοβα να κάνουμε εξαγωγές, χωρίς να μας λείψουν ποτέ. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών, η Ελλάδα παράγει έως 5 εκατ. λίτρα κρασί ετησίως και καταναλώνει μόλις 3 εκατ. λίτρα, ενώ το 2011 εξήγαγε κρασί αξίας 57 εκατ. ευρώ. Παρόλο που το ελληνικό κρασί αρκεί να καλύψει τις ανάγκες των Ελλήνων, το 2010 πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές σε αξία 12 εκατ. ευρώ, καθώς οι “Ελληνες φαίνεται ότι δεν προ¬τιμούν μόνο τα ελληνικά κρασιά.
Αναφέρεται ότι μπορεί το κρασί να καλύπτει τις ανάγκες των Ελλήνων καταναλωτών, αλλά αυτοί δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στο ουίσκι (το ουίσκι καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος κατανάλωσης ποτών, καταλαμβάνοντας ποσοστό πε¬ρίπου 42% το 2010, σύμφωνα με έρευνα της ICAP), το οποίο βεβαίως εισάγεται. Ταυτόχρονα διαθέτουμε και μια πολύ ση¬μαντική (μικρότερη, βέβαια, από το παρελθόν) παραγωγή σταφίδας (σουλτανίνα και κορινθιακή) άνω των 50.000 τόνων ετησίως, η οποία υπερεπαρκεί για τις ανάγκες μας (αυτάρκεια 274,8%) και μας καθιστά ικανούς για εξαγωγές. Στο μέλι, επίσης, καταγράφεται ποσοστό αυτάρκειας της τάξεως 92%.
Αρνάκι άσπρο και παχύ


Όπως υποστηρίζουν οι θιασώτες της ελληνικής τροφοεξάρ¬τησης, το βασικό πρόβλημα της χώρας, ως προς την αυτάρκεια, είναι κυρίως η ζωική παραγωγή. Αυτό, όμως, είναι ένας μύθος – ή, μάλλον, μια μισή αλήθεια. Το ποσοστό αυτάρκειας στη ζωική παραγωγή-αλιεία ανέρχεται, κατά μέσο όρο, περίπου στο 76,11%, αλλά διαφοροποιείται μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, όπως το κρέας, όπου η αυτάρκεια ανέρχεται στο 56% περίπου, με το μικρότερο ποσο¬στό να καταγράφεται στο βόειο κρέας (13%) και το υψηλό¬τερο στο αιγοπρόβειο κρέας (94%). Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τους 158.000 τόνους που καταναλώνουμε ετησίως σε μοσχαρίσιο κρέας, στην Ελλάδα παράγουμε μόλις τους 20.000 τόνους. Στο χοιρινό κρέας η κατάσταση είναι λίγο καλύτερη, αφού από τους 290.000 τόνους που καταναλώ¬νουμε,παράγουμε μόνο τους 111.000, δηλαδή το 38%.

Η έλλειψη αυτή σε μοσχαρίσιο και χοίρειο κρέας είναι αποτέλεσμα της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε. Χα¬ρακτηριστικό είναι ότι πριν το 1980, δηλαδή πριν μπούμε στην τότε ΕΟΚ, η Ελλάδα είχε φτάσει σε αυτάρκεια στο χοι¬ρινό κρέας 84%, στο μοσχαρίσιο σε 66%, ενώ το αιγοπρόβειο κρέας ήταν στα σημερινά επίπεδα αυτάρκειας – περί¬που 94%. Γιατί, όμως, ενώ είμαστε ελλειμματικοί σε βόειο κρέας, συνεχίζουμε να το καταναλώνουμε, σκορπώντας εκα¬τομμύρια ευρώ στο εξωτερικό;
Η Ελλάδα μεταπολεμικά σχεδόν υποχρεώθηκε να κατανα¬λώνει μοσχαρίσιο κρέας, με τη λογική ότι είναι πιο ογκώδες ζώο, με μεγαλύτερη γαλακτοπαραγωγή σε σχέση με τα αιγο¬πρόβατα, και άρα είναι πιο συμφέρον για την Ελλάδα. Χαρα¬κτηριστικό είναι ότι εισήχθησαν και νέες φυλές βοοειδών από βορειο-ευρωπαΐκές χώρες (π.χ. Ελβετία, Βέλγιο), ακόμα και από Αμερική, εκτοπίζοντας εγχώριες φυλές βοοειδών, όπως η ελληνική βραχυκερατική φυλή, που απαντάται στις Πρέσπες, αλλά και άλλες φυλές, όπως οι αγελάδες Κατερίνης, Τήνου και Κέας στις Κυκλάδες, Ζακύνθου, Συκιάς στη Χαλ¬κιδική, Κύμης, Φλώρινας, οι σαρακατσάνικες και οι αγελάδες Γλώσσας Σκοπέλου. Οι εγχώριες αυτές φυλές έχουν μικρότερο μέγεθος, αλλά μέσω της γενετικής επιλογής είχαν προσαρμο¬στεί πλήρως στις ελληνικές εδαφοκλιματικές συνθήκες. Το ίδιο συνέβη και με τον ελληνικό βούβαλο, που κάποτε κατέ¬κλυζε τους υδροβιότοπους της βόρειας Ελλάδας και ο πληθυσμός του έφτασε τα όρια της εξαφάνισης τη δεκαετία του ’90. Τα τελευταία χρόνια, γίνεται μια σημαντική προσπάθεια ανά¬καμψης του αριθμού των βουβαλιών, η οποία έχει φέρει απο-τελέσματα στην περιοχή της Κερκίνης στον νομό Σερρών.
Με επιδοτήσεις της Ε.Ε. εξαφανίστηκαν οι εγχώριες ράτσες βοοειδών και ενισχύθηκε η εκτροφή βοοειδών έναντι της αιγοπροβατοτροφίας και άλλων παραδοσιακών μορφών κτηνο¬τροφίας, απείρως πιο αποδοτικών, όπως η κονικλοτροφία.Αυτό ήταν ένα ολέθριο σφάλμα, καθώς τα αιγοπρόβατα είναι ιδανικά για τη μορφολογία του ελληνικού εδάφους που έχει ορεινές και ημιορεινές εκτάσεις, σε αντίθεση με τα βοοειδή και κυρίως τις εισαγόμενες ράτσες, που θέλουν ανοιχτές πε¬διάδες (τύπου Ολλανδίας). Ταυτόχρονα, έγινε συνήθεια στον Έλληνα η κατανάλωση μοσχαρίσιου κρέατος, κάτι που δεν συνέβαινε σε τέτοια έκταση κατά το παρελθόν. Το μοσχαρίσιο κρέας δεν πλεονεκτεί σε θρεπτικά συστατικά, έναντι του αι¬γοπρόβειου, ενώ αν λάβουμε υπόψη και τις σύγχρονες συν¬θήκες εντατικής εκτροφής των βοοειδών (αντιβιοτικά, μεταλ¬λαγμένες ζωοτροφές, ενσταυλισμός σχεδόν καθόλη τη διάρ¬κεια του έτους), το μοσχαρίσιο κρέας είναι μάλλον επιβαρυ¬μένο και κακής ποιότητας. Αντίθετα, το αιγοπρόβειο κρέας και κάποιες εγχώριες φυλές βοοειδών προέρχονται στην πλειοψηφία τους από κοπάδια ζώων που βόσκουν τον περισσό¬τερο χρόνο ελεύθερα σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές, εκμε¬ταλλευόμενα πλήρως την πλούσια ελληνική χλωρίδα.
Στο αιγοπρόβειο κρέας είμαστε σχεδόν αυτάρκεις, αφού σύμφωνα με στοιχεία για το 2009 η Ελλάδα διαθέτει περίπου 8,9 εκατ. πρόβατα και 4,8 εκατ. κατσίκια, δηλαδή αντιστοι¬χούν περίπου ένα πρόβατο και μισή κατσίκα για κάθε Έλ¬ληνα. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Κτηνοτροφών, κ. Δημήτρη Καμπούρη, «Σε ένα με δύο χρόνια, μπορούμε να έχουμε 20 εκατ. αιγοπρόβατα. Αυτό για την Οι¬κονομία σημαίνει διπλάσια παραγωγή κρέατος και γάλα¬κτος, μείωση των εισαγωγών, αύξηση των εξαγωγών και αύ¬ξηση των θέσεων εργασίας. Η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου μπορεί να γίνει με ελάχιστα οικονομικά κίνητρα. Τα αρνιά και τα κατσίκια πωλούνται κυρίως το Πάσχα. Αν για μία- δύο χρονιές δεν δώσουμε τα θηλυκά στους εμπόρους, τότε τα ζώα θα διπλασιαστούν».
Σημαντικός τομέας είναι και η πτηνοτροφία, στην οποία είμαστε αυτάρκεις κατά 85% στο κρέας και κατά 91% στα αυγά.Ιδιαίτερα για τα αυγά, υπάρχει τόση παραγωγή, ώστε το 2011 οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά. 2134%!
Στη δε αλιεία το ποσοστό αυτάρκειας, χωρίς να υπολογί¬σουμε τις ιχθυοκαλλιέργειες, αγγίζει περίπου το 125,6%, με πάνω από 160.000 τόνους ψαριών τον χρόνο. Μαζί με τις ι¬χθυοκαλλιέργειες (120.000 τόνοι), το ποσοστό σε αυτάρκεια των αλιευμάτων φτάνει το 221,3%! Μια πιθανή, λοιπόν, παύση των εισαγωγών κρέατος μάλλον καλό θα έκανε στη χώρα, αφού θα επανερχόμασταν στη μεσογειακή διατροφή, μειώνοντας την κατανάλωση κόκκινου κρέατος, η οποία μα¬κροπρόθεσμα έχει και επιπτώσεις στην υγεία και θεωρείται υπεύθυνη για την εκδήλωση πολλών μορφών καρκίνου (π.χ. στομάχου ή παχέως εντέρου). Μεσούσης της κρίσης, ο μέσος Έλληνας καταναλώνει ετησίως 100 κιλά κόκκινου κρέατος – γεγονός που τον κατατάσσει στην 7η θέση παγκοσμίως, ξεπερνώντας Αμερικανούς, Καναδούς και Γερμανούς!
Στην κατηγορία των γαλακτοκομικών-τυροκομικών προϊό¬ντων, η φέτα -με ποσοστό αυτάρκειας 147%- περίπου υπερ¬βαίνει τον μέσο όρο της κατηγορίας, ο οποίος κυμαίνεται στο 80%. Γενικότερα στο γάλα, η Ελλάδα κατά το παρελθόν ήταν πλεονασματική. Σήμερα είναι ελλειμματική, αφού η παρα¬γωγή αγελαδινού γάλακτος κυμαίνεται στους 638 χιλιάδες τόνους, καλύπτοντας μόνο το 58,2% της ζήτησης (στοιχεία ΕΛΟΓΑΚ 2011). Βέβαια, στο αιγοπρόβειο γάλα που έχει καιμεγαλύτερη θρεπτική αξία, είμαστε σχεδόν αυτάρκεις, με πα¬ραγωγή που καλύπτει το 98% της ζήτησης. Αυτό που δε γνωρίζει ο πολύς κόσμος είναι ότι η σχετικά μειωμένη παραγωγή γάλακτος δεν οφείλεται στη μη παραγωγικότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας αλλά στο καθεστώς των ποσοστώσεων που επέβαλε η ΕΕ. Μέχρι τις αρχές του 2000, η χώρα πλήρωνε πρόστιμα στην ΕΕ, επειδή οι παραγόμενες ποσότητες γάλακτος ήταν υψηλότερες από το πλαφόν που είχε δέσει αυθαίρετα η ΕΕ – κι αυτό διότι δεν είναι αναλογικές ούτε με τον πληθυσμό, ούτε με το ζωικό κεφάλαιο κάθε χώρας.
Το 1996 γαλακτοπαραγωγοί νομοί, όπως η Φλώρινα, πλήρωσαν πρόστιμα, επειδή η ποσόστωση ήταν 47.000 τόνοι και οι κτηνοτρόφοι παρήγαγαν 55.000 τόνους. Το 1999 η χώρα πλήρωσε συνολικά 2,5 δισ. δραχμές πρόστιμο, επειδή είχε παραγωγή 22.000 τόνους μεγαλύτερη από την ποσόστωση. Ταυτόχρονα, ενώ μας επέβαλαν χαμηλή παραγωγή, εισήγαμε χιλιάδες τόνους συμπυκνωμένου γάλακτος από Ολλανδία και Γερμανία, πετώντας εκατομμύρια ευρώ στο εξωτερικό. Το καθεστώς αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών των ζωοτροφών και την έλλειψη στήριξης από την πολιτεία, αποθάρρυνε πολλούς κτηνοτρόφους, με αποτέλεσμα την τελευταία δεκαετία να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους το 63,5% των κτηνοτρόφων. Έτσι σήμερα, αν και έχουν αυξηθεί οι ποσοστώσεις από 650.000 τόνους κατά το παρελθόν, σε 861.000 τόνους, η παραγωγή έχει μειωθεί στο ελάχιστο.
Αν, λοιπόν, παύσουν οι εισαγωγές στο αγελαδινό γάλα, θα παρατηρηθεί μια πρόσκαιρη έλλειψη, η οποία όμως μπορεί να αναπληρωθεί εύκολα αν μάθουμε να καταναλώνουμε αιγοπρόβειο γάλα. Αν πάρουμε μια ποσότητα αιγοπρόβειου γάλακτος (που έχει μεγαλύτερη θρεπτική αξία από το αγελαδινό) από την παραγωγή φέτας και την αξιοποιήσουμε για την κατανάλωση ως νωπό γάλα, είναι σίγουρο ότι δεν θα υπάρξει έλλειψη στην αγορά. Και αν δοθούν τα λεφτά που ξοδεύονται στις εισαγωγές συμπυκνωμένου γάλακτος αμφίβολης θρεπτικής αξίας στους Έλληνες παραγωγούς, θα αυξηθεί το ζωικό κεφάλαιο και σύντομα θα δημιουργηθεί υπερεπάρκεια σε γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα.
Η Ελλάδα «υπερδύναμη» τροφίμων
Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία (στοιχεία 2009), η Ελλάδα καλλιεργεί 32.693 χιλιάδες στρέμματα, από τα 37.324 χιλιάδες στρέμματα (25% της έκτασής μας) που είναι η συνολική καλλιεργήσιμη έκτασή μας, δηλαδή καλλιεργείται περίπου το 87,6% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Τα υπόλοιπα 4.631 χιλιάδες στρέμματα είναι αναξιοποίητα, αφού βρίσκονται σε αγρανάπαυση, η οποία μάλιστα είναι και συμφέρουσα, αφού είναι επιδοτούμενη από την ΕΕ. Στον αριθμό αυτό μπορούν να προστεθούν και εκατομμύρια άλλα στρέμματα ανά την επικράτεια, τα οποία έχουν εγκαταληφθεί εδώ και δεκαετίες, και έχουν μετατραπεί σε λιβαδικές, θαμνώδεις ή και δασώδεις εκτάσεις. Σε πολλούς νομούς, όπως στον νομό Σερρών, η εγκατάλειψη είναι τόσο μεγάλη, που αγγίζει ποσοστά πάνω από το 40%!
Αυτές οι χαμένες αγροτικές εκτάσεις βρίσκονται στα βοσκοτόπια και στα βουνά (43% της έκτασης), και σε μικρότερο ποσοστό στα δάση (21% της ελληνικής γης). Επειδή τα δάση δεν πρέπει να μειωθούν για χάρη της γεωργίας, θα μπορούσαμε να καλλιεργήσουμε μέρος από τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, πολλές από τις οποίες κάποτε ήταν χωράφια και μάλιστα πολύ εύφορα. Με καλλιέργεια μόνο στο 1/4 της έκτασης της Ελλάδας, η χώρα είναι σχεδόν αυτάρκης. Αν διπλασιάζαμε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, φτάνοντας στο 50% της ελληνικής γης, θα μπορούσαμε να θρέψουμε τουλάχιστον διπλάσιο πληθυσμό ή, αλλιώς, να τροφοδοτούμε εξ ολοκλήρου χώρες με παραπλήσιο πληθυσμό, όπως η Πορτογαλία.
Το επιχείρημα ότι δεν μπορούμε να καλλιεργήσουμε σε ορεινές ή και ημιορεινές περιοχές είναι αστείο, αφού κάποιες καλλιέργειες, όπως τα αρωματικά φυτά, πολλά από τα οπωροκηπευτικά, δενδρώδεις καλλιέργειες, όπως οι καστανιές, οι κερασιές, οι φουντουκιές, οι καρυδιές κ.ά. αναπτύσσονται καλύτερα σε υψηλό υψόμετρο και σε επικλινή εδάφη.
Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας είναι η μείωση του αγροτικού πληθυσμού, με άμεση συνέπεια την υποβάθμιση πρώην αγροτικών εκτάσεων. Για να μεταβληθεί αυτή η κατάσταση απαιτούνται σοβαρά κίνητρα για τους νέους. Θα πρέπει να γίνει όχι ενοικίαση εκτάσεων, όπως προωθεί το Υπουργείο και πρόσφατα η εκκλησία, αλλά πλήρης απαλλοτρίωση και «χάρισμα» γης σε άτομα, με την αυστηρή προϋπόθεση οι εκτάσεις αυτές να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για αγροτικούς σκοπούς. Ο αγρότης, για να είναι αποδοτικός και να παραμείνει στο επάγγελμα, πρέπει να έχει ιδιόκτητη γη και όχι ενοικιαζόμενη. Με πάνω από ένα εκατομμύριο επίσημα ανέργους, σκεφτείτε τι ώθηση δα έδινε στον γερασμένο αγροτικό κόσμο, αν μόνο μισό εκατομμύριο νέοι, αντί να σκέφτονται τη φυγή, στρέφονταν στη γεωργία.
Με μόνο 300.000 κατά κύριο επάγγελμα αγρότες σήμερα (και περίπου 2 εκατ. που δηλώνουν συμπληρωματικό εισόδημα), με άλλο μισό εκατομμύριο, θα είχαμε αύξηση κατά 266% τουλάχιστον του αγροτικού πληθυσμού, ενώ η ποιοτική διαφορά θα ήταν ασύγκριτη, αφού στη γεωργία θα έμπαινε ανθρώπινο δυναμικό μικρής ηλικίας και μορφωμένο, προάγοντας την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία.
Μην ξεχνάμε ότι, μόλις 50 χρόνια πριν (1961), στην Ελλάδα οι αγρότες αντιπροσώπευαν το 53% του πληθυσμού!
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, επιτάχθηκαν και απαλλοτριώθηκαν σχεδόν 10 εκατ. στρέμματα καλλιεργήσιμων εκτάσεων σε όλη τη χώρα και διατέθηκαν για την αποκατάσταση προσφύγων και γηγενών. Η διανομή της γης είχε ως αποτέλεσμα να καλλιεργηθούν εδάφη που πρώτα χρησιμοποιούνταν ως βοσκές ή έμεναν ακαλλιέργητα και να αυξηθεί σημαντικά η παραγωγή, ιδιαίτερα των σιτηρών, στα οποία ένα ποσοστό 93% της αύξησης προήλθε από τις περιοχές στις οποίες η γη διανεμήθηκε στους ακτήμονες. Στην Μακεδονία, στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο, οι εκτάσεις που καλλιεργήθηκαν με σιτηρά διπλασιάστηκαν από το 1915 έως το 1932!
Παράλληλα πρέπει να γίνουν προγράμματα ολοκληρωμένης διαχείρισης, στα οποία η ανάγκη σε ζωοτροφές, λιπάσματα, νερό, ακόμα και ενέργεια, να καλύπτεται από την ίδια την αγροτική επιχείρηση. Η χρήση των οργανικών υπολειμμάτων των ζώων, αλλά και χορταριού σε αποσύνθεση για λίπασμα, η επιδότηση των κτηνοτροφών για καλλιέργεια των ζωοτροφών που χρειάζονται, η δημιουργία συστημάτων συλλογής βρόχινου νερού, αλλά και η επέκταση των προγραμμάτων φιλικής για το περιβάλλον ενέργειας (π.χ. φωτοβολταϊκά) σε κάθε ιδιόκτητη φάρμα, θα απάλλασσε πολλούς αγρότες από ένα μεγάλο τμήμα του κόστους παραγωγής. Επιπλέον, απαιτείται μείωση της τιμής του αγροτικού πετρελαίου, αλλά και μια καθετοποιημένη παραγωγή με πλήρη επιδότηση μεταποιητικών μονάδων κοντά στα χωράφια, ώστε ο κόσμος να παραμείνει στην επαρχία και το κέρδος από το προϊόν να το απολαμβάνει ο παραγωγός και όχι οι μεσάζοντες.
Ένας ακόμα τομέας ανάπτυξης είναι και η εκτατική μορφή κτηνοτροφίας. Η Ελλάδα διαθέτει λιβάδια σε ποσοστό 35% του εδάφους της, τη στιγμή που στην Ιταλία είναι το 15%, στην Πορτογαλία το 16% και στην Ισπανία το 24%. Στα λιβάδια αυτά μπορούν να βόσκουν κατά το μεγαλύτερο διάστημα του έτους αιγοπρόβατα ή και εγχώριες φυλές βοοειδών και χοίρων, χωρίς να έχουν καμία ανάγκη για ζωοτροφές. Ειδικά για τα αιγοπρόβατα, θα μπορούσαμε να μετατραπούμε σε Νέα Ζηλανδία, αφού η ημιορεινή φύση της χώρας είναι ιδανική για την ανάπτυξή τους, ενώ οι ήπιες κλιματολογικές συνθήκες δεν απαιτούν ενσταυλισμό, παρά μόνο για λίγους μήνες κατά τη διάρκεια του έτους. Αυτό θα μείωνε τις τεράστιες εισαγωγές ζωοτροφών, ενώ θα έδινε ένα κρέας εξαιρετικής ποιότητας. Σύμφωνα με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, η αξιοποίηση των βοσκοτόπων στην Ελλάδα μπορεί να αποφέρει 4,5 δισ. ευρώ ετησίως!


Ένας ακόμα αναξιοποίητος πλούτος είναι και η αλιεία. Η Ελλάδα, με τα 15.000 χιλιόμετρα ακτογραμμών, τα 300 θαλάσσια είδη, τα ποτάμια (ο Αλιάκμονας έχει 33 είδη ψαριών και ο Αξιός 36), τις λίμνες, τους εκατοντάδες κόλπους, καθώς και τα 3.000 νησιά, είναι ένα φυσικό ιχθυοτροφείο. Ήδη η χώρα διαθέτει τον μεγαλύτερο αλιευτικό στόλο στην Ε.Ε. Ταυτόχρονα, μπορούν να αναπτυχθούν και οι υδατοκαλλιέργειες. Σύμφωνα με έρευνες Καναδών επιστημόνων που διεξήχθησαν για την Google Earth, από τους 21.200 περίπου κλωβούς ιχθυοτροφείων που βρίσκονται στη Μεσόγειο (δορυφορικές εικόνες), οι μισοί περίπου (49%) βρίσκονται στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να υποεκτιμούμε τη συνολική παραγωγή ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας κατά τουλάχιστον 30%! Η Ελλάδα με μόνο ελάχιστα ιχθυοτροφεία, σε σχέση με αυτά που θα μπορούσε να έχει, παράγει το 60% της συνολικής παραγωγής σε συναγρίδα και λαβράκι που εκτρέφονται στην Ε.Ε. και σχεδόν τη μισή από την παγκόσμια παραγωγή!
Αναπτυξιακές προοπτικές
Η χώρα θα έπρεπε εδώ και δεκαετίες να επενδύσει όχι μόνο στη διατροφική της αυτάρκεια, κάτι που ήδη υφίσταται παρόλη την γεωργοκτόνα πολιτική των τελευταίων ετών, αλλά και στην εξάρτηση σε τρόφιμα άλλων χωρών από εμάς, ώστε σε μια πιθανή κρίση να έχουμε συμμάχους τους εμπορικούς μας εταίρους.
Ο φιλότιμος Έλληνας αγρότης, που κατάφερε εδώ και αιώνες να θρέψει τον ελληνικό πληθυσμό, ακόμα και σε αντίξοες συνθήκες, είναι σίγουρο ότι και τώρα θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και θα καταφέρει να θρέψει τους Έλληνες. Παρόλα αυτά, όμως, η αυτάρκεια σε τρόφιμα απαιτεί συντονισμένη δράση όλων – από τους κρατικούς φορείς και τις αρμόδιες υπηρεσίες, μέχρι τον τελευταίο καταναλωτή, ο οποίος θα πρέπει να αποκτήσει εθνική συνείδηση και να πάψει να καταναλώνει εισαγόμενα, κυρίως τυποποιημένα τρόφιμα αμφίβολης ποιότητας, που ενισχύουν παραγωγούς και οικονομίες άλλων κρατών. Ακόμα και αν οι τιμές των ελληνικών προϊόντων είναι υψηλότερες, θα πρέπει να στηρίξουμε τον αγώνα και τον μόχθο του Έλληνα γεωργού. Η επιστροφή στη μεσογειακή διατροφή, που όλοι αναφέρουν αλλά κανείς δεν εφαρμόζει, είναι αυτή που θα μας προστατεύσει σε πιθανή παύση των εισαγωγών.
Η Ελλάδα δεν είναι απλά μια πλούσια χώρα, αλλά μια κοιμισμένη υπερδύναμη, η οποία θα πρέπει να κάποτε να ξυπνήσει και να ορθοποδήσει, πάντα στηριγμένη στα δικά της πόδια. Με δεδομένη την παγκόσμια αύξηση του πληθυσμού, τα τρόφιμα είναι ένας τομέας ζωτικής σημασίας, που μελλοντικά θα αποτελέσει παγκοσμίως τη μέγιστη προτεραιότητα για κάθε κράτος, αλλά και το υπ’ αριθμόν ένα μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Η αυτονομία στα τρόφιμα είναι η μόνη λύση για την επίτευξη της ελευθερίας των λαών, αλλά και της εθνικής ανεξαρτησίας, αφού η χειρότερη μορφή εξάρτησης είναι εκείνη της διατροφής του πληθυσμού.
Γίνεται, λοιπόν, σαφές γιατί η παγκοσμιοποίηση, το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά και οι πολιτικές της Ε.Ε., του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της Παγκόσμιας Τράπεζας χτύπησαν αρχικά την αυτάρκεια σε τρόφιμα των κρατών. Δυστυχώς, είναι πολλοί αυτοί που δεν μας θέλουν ελεύθερους.

(του Νίκου Παπαδόπουλου*)
* Πτυχιούχος του Τμήματος Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών

http://kinisienergoipolites.blogspot.gr

 

Τετάρτη 27 Μαΐου 2015

Ο κοινοτισμός ως πηγή έμπνευσης μιας νέας οικονομίας



 

Η κρίση μάς ώθησε στην αναζήτηση νέων ιδεών και νέων τρόπων ζωής από τους παλαιότερους που μας έφεραν στη σημερινή κατάσταση. Πολλά από τα παραδείγματα που αναζητούμε είναι δίπλα μας κι ας μην το γνωρίζουμε.

Από την Εφημερίδα των Συντακτών του Φιλήμονα Καραμήτσου

Ο καθηγητής Κοινωνικής Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Βασίλης Νιτσιάκος, με πολύχρονο και αναγνωρισμένο διεθνώς έργο, αναδεικνύει το παράδειγμα μιας μικρής ορεινής κοινότητας της Κόνιτσας, στα Μαστοροχώρια, της σημερινής Πηγής, και παλιά Πεκλάρι, στο βιβλίο του που κυκλοφορεί από τις γιαννιώτικες εκδόσεις Ισνάφι, «Πεκλάρι-Κοινωνική οικονομία μικρής κλίμακας».
Μία κοινότητα που ως τις μέρες μας σχεδόν, τη δεκαετία του ’70, ήταν αυτάρκης, σε μία διαρκή σχέση με το περιβάλλον γύρω της, παράγοντας μια οικονομία βιωματικής αειφορίας και ένα σύστημα κοινοτικού εξισωτισμού, που δεν αποτελούσαν μια εξαίρεση, αλλά μια κοινή συνθήκη για εκατοντάδες χωριά της πατρίδας μας που επιβίωσαν επί αιώνες.

  • Μελετήσατε μια κοινότητα που ιστορικά κατάφερνε να αυτοδιαχειρίζεται το φυσικό περιβάλλον και τον τόπο της τροφοδοτώντας όλες τις ανάγκες της. Προσφέρει -δε- κι ένα μοντέλο δημοκρατίας θα λέγαμε, έναν κοινωνικό εξισωτισμό, όπως τον προσδιορίζετε.
Το Πεκλάρι είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, μια περίπτωση μελέτης. Αυτό που περιγράφω και προσπαθώ να ερμηνεύσω ισχύει λίγο-πολύ για όλες τις κοινότητες που εντοπίζονται στη «ζώνη της δρυός» και ιστορικά στηρίχτηκαν για την επιβίωση και αναπαραγωγή τους σε έναν συνδυασμό γεωργίας και κτηνοτροφίας, που συμπληρώνονταν και από άλλες δραστηριότητες, όπως η υλοτομία, η τροφοσυλλογή και από ένα σημείο μετά και η τεχνική εξειδίκευση.
Σε αυτή λοιπόν την κατηγορία των κοινοτήτων, που λειτούργησαν σε μια μεγάλη χρονική διάρκεια σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο πολιτικής οικονομίας με σχετική αυτονομία, αυτάρκεια και αυτοδιοίκηση, οι άνθρωποι, με βάση τις εστιακές ομάδες και την οικιακή οικονομία, οικειοποιούνταν τους συλλογικούς φυσικούς πόρους με ένα σύστημα βιωματικής αειφορίας και κοινωνικού εξισωτισμού. Αυτό το σύστημα εξασφάλιζε, από τη μια την αναπαραγωγή των φυσικών πόρων και από την άλλη την εξισορρόπηση ανάμεσα στις επιμέρους ανάγκες των εστιακών ομάδων και τη συνολική επιβίωση της κοινότητας.
Κάτι τέτοιο ήταν εφικτό όχι μόνο χάρη στη συνειδητοποίηση του πεπερασμένου χαρακτήρα των φυσικών πόρων και την αίσθηση της συλλογικότητας αλλά και χάρη στο γεγονός ότι ο τρόπος παραγωγής χαρακτηριζόταν από τις αξίες χρήσεις και οι ίδιοι οι φυσικοί πόροι (γη, δάση, νερά κ.λπ.) δεν γίνονται αντιληπτοί σαν ατομικές ιδιοκτησίες αλλά ως κοινά κτήματα, τα οποία χρησιμοποιούσε η κάθε εστιακή ομάδα με βάση τις εκάστοτε ανάγκες της.
Σήμερα, βέβαια, κάτι τέτοιο δεν είναι εφικτό σε μια σύγχρονη οικονομία καπιταλιστικού τύπου, ωστόσο το μοντέλο διαχείρισης (βιωματική αειφορία) και το ήθος της συλλογικότητας και της κοινωνικής αλληλεγγύης μπορούν να αποτελέσουν μέρος του αξιακού κώδικα μιας εναλλακτικής ηθικής οικονομίας έστω και σε μικρές κλίμακες.

  • Η κοινότητα αντιμετωπίζει το περιβάλλον ως μία ενότητα από το χωράφι μέχρι το δάσος και βρίσκεται σε μια μόνιμη σχέση ανταλλαγής και διαχείρισης. Σε αντίθεση σήμερα εμείς, ως οργανωμένη κοινωνία, προσπαθούμε να «προστατεύσουμε» τη φύση, να κρατήσουμε ανέπαφο το δάσος ή τον παραδοσιακό οικισμό. Και δεν το καταφέρνουμε και πάντα.
Το περιβάλλον σε αυτή την περίπτωση δεν αντιμετωπίζεται σαν ένα σύνολο πόρων προς εκμετάλλευση, αλλά ως ένα σύνολο στοιχείων που συγκροτούν το ίδιο το οικοσύστημα της κοινότητας, όπου δεν υπάρχει η νεωτερική διάκριση «φύσης»-«πολιτισμού» (δεν υπάρχουν καν αυτές οι έννοιες), αλλά ένα ενιαίο σύνολο, μια ενότητα συνυφασμένη με τη μοίρα της κοινότητας (και γι’ αυτό τρόπον τινά καθαγιασμένη), η οποία αντιμετωπίζεται με βάση την ανάγκη της αναπαραγωγής και της ίδιας της κοινότητας.
Σε αυτό το πλαίσιο υπερτερεί η ανάγκη προστασίας του περιβάλλοντος, όχι με τη σύγχρονη αστική και αστεακή έννοια του όρου, αλλά με την έννοια της λελογισμένης χρήσης με σκοπό τη μη εξάντληση των «πόρων», από τους οποίους εξαρτάται η επιβίωση της κοινότητας. Γι’ αυτό και μιλάμε για «βιωματική αειφορία».
Αυτή η αντίληψη είναι πολύ διαφορετική από τις τρέχουσες αντιλήψεις περί προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος. Και βέβαια αυτή η προσέγγιση αναδεικνύει το γεγονός ότι η σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον διαμεσολαβείται από την κοινωνία. Υπό αυτή την έννοια, ο κοινοτισμός θα μπορούσε να αποτελέσει αν όχι ένα πρότυπο κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης σήμερα, τουλάχιστον ένα παράδειγμα έμπνευσης μιας εναλλακτικής πολιτικής οικονομίας…

  • Η έννοια του σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης σήμερα, είτε από τα αριστερά είτε από τα δεξιά, περιλαμβάνει κυρίως τον ενιαίο, εθνικό σχεδιασμό, χωρίς διαφοροποιήσεις. Κι από πίσω ακολουθεί το λεγόμενο παγκοσμιοποιημένο μοντέλο ανάπτυξης με ενιαίους οικονομικούς δείκτες κοινούς για όλες τις χώρες. Υπάρχει χώρος για την ανάπτυξη σε μικρούς τόπους; Ακούμε και πολλά για «επιστροφή στη φύση» τώρα με την κρίση ειδικά για τους νέους, αλλά στην πράξη ελάχιστοι «γυρίζουν πίσω».
Νομίζω ότι η περιβόητη «παραγωγική ανασυγκρότηση» της χώρας δεν μπορεί να γίνει ούτε με ευχολόγια ούτε με αντιγραφή προτύπων ξένων προς την ιστορία αυτού του τόπου. Πρέπει να στηριχτεί σε βιωμένα και δοκιμασμένα μοντέλα κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης που αναδεικνύουν και την πολιτισμική ταυτότητα του τόπου, αλλά και προωθούν μαζί με την αειφορία και την κοινωνική αλληλεγγύη και το κοινοτικό ήθος. Μα, μπορεί να γίνουν αυτά τα πράγματα στο πλαίσιο του καπιταλισμού;, θα μπορούσε δικαίως να αναρωτηθεί κανείς.
Νομίζω οι αρχές του κοινοτισμού μπορούν να λειτουργήσουν ακόμα και σε ένα τέτοιο σύστημα, στο μέτρο που θα υπάρξει η ανάλογη πολιτική βούληση, αρκεί να υπάρξει το περιθώριο για την αυτοδιαχείριση μικρών συνεταιριστικού τύπου μονάδων κοινωνικής και ηθικής οικονομίας. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι οι αυτόνομες κοινότητές μας ήκμασαν στο πλαίσιο ενός φεουδαλικού τρόπου παραγωγής… Το ζήτημα είναι εάν θέλουμε να φύγουμε από το δόγμα της ελεύθερης αγοράς και του άκρατου ανταγωνισμού και ατομικισμού που αυτή παράγει και να δούμε την οικονομία με όρους κοινωνικούς και πολιτισμικούς, δηλαδή να την επαναφέρουμε σε δρόμους ανθρώπινους.
Οσο για την «επιστροφή στη φύση και στις ρίζες», πρέπει να απαλλαγούμε τόσο από τον φολκλορισμό που εξωτικοποιεί το παρελθόν και τους πολιτισμούς του όσο και από τη φυσιολατρία και την «οικολογία του γλυκού νερού», που παράγει και αναπαράγει μια στρεβλή αντίληψη για το φυσικό περιβάλλον, που δεν έχει καμία σχέση με τα ζητούμενα μιας επιστημονικά προσανατολισμένης πολιτικής οικολογίας.
Οι ρητορικές περί απόλυτης προστασίας, που στηρίζονται σε μια ανιστόρητη άποψη περί «παρθένας φύσης», πρέπει να δώσουν τη θέση τους σε μια ιστορικοποιημένη αντίληψη για το φυσικό περιβάλλον, δηλαδή σε μια διαλεκτική προσέγγιση, η οποία από μόνη της θα προαγάγει μιαν υπέρβαση της διχοτομίας «φύσης/πολιτισμός» και την κατίσχυση του αφηγήματος της ενότητας, ενός αφηγήματος που θα μας βοηθήσει να οικοδομήσουμε και μια μη εργαλειακή, μη εκμεταλλευτική σχέση με το φυσικό περιβάλλον, αλλά και με αυτό που αποκαλούμε «παράδοση».

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Η Ελλάδα εισάγει μαζικά αγροτικά προϊόντα!


Η Ελλάδα εισάγει μαζικά αγροτικά προϊόντα!

ΤΟΥ ΝIΚΟΥ ΦΙΛΙΠΠIΔΗ
(filippidis@paragogi.net)
Σε αστρονομικά ύψη έφτασε και το 2012 η αξία των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων, σημάδι ενδεικτικό ότι η Ελλάδα δεν είναι ικανή να θρέψει τους Έλληνες με δικά της αγροτικά προϊόντα. Το ποσό που πληρώθηκε εν μέσω κρίσης για εισαγωγές στο εντεκάμηνο του έτους έφτασε τα 5,7 δισ. ευρώ, ελαφρώς μειωμένο (-4,1%) από τα 5,96 δισ. ευρώ του αντίστοιχου διαστήματος του 2011.
Η Ελλάδα παραμένει μαζικός εισαγωγέας αγροτοκτηνοτροφικών προϊόντων, ενώ η κρίση των τελευταίων χρόνων μπορεί να σταμάτησε την αύξηση της ζήτησης και να «φρέναρε» τις εισαγωγές αγροτικών προϊόντων, όμως το ποσό που δαπανάται είναι σε κάθε περίπτωση δυσθεώρητο. Μάλιστα, ακόμα και η αύξηση των εξαγωγών κατά 14,7%, στα 4,69 δισ. ευρώ στο εντεκάμηνο του 2012, δείχνει ότι το έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο παραμένει σταθερά πάνω από το 1 δισ. ευρώ.
Η επίπτωση της ύφεσης και της υποκατάστασης εισαγωγών είναι εμφανής για πρώτη φορά την περίοδο της κρίσης το 2012 και αυτό μόνο σε ορισμένους κλάδους, όπως στις εισαγωγές φρούτων και λαχανικών που ανήλθαν στα 575,4 εκατ. ευρώ στο 11μηνο ’12, σημειώνοντας πτώση κατά 11,0%, αλλά μετά από αύξησή τους κατά 4,0% το 2011, στις εισαγωγές ψαριών και παρασκευασμάτων (11μηνο ’12: -12,6%, 2011: +7,5%), στις εισαγωγές ποτών (11μηνο ’12: -12%, 2011: -16,9%) και στις εισαγωγές δημητριακών και παρασκευασμάτων (11μηνο ’12: -15,6%, 2011: +20,7%). Επίσης, οι εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων και αυγών ανήλθαν στα 700,4 εκατ. ευρώ στο 11μηνο ’12, σημειώνοντας πτώση κατά 6,6% σε ετήσια βάση, αλλά από αύξησή τους κατά 4,6% το 2011. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ελλάδα καταναλώνει περίπου 1.200.000 τόνους αγελαδινό γάλα, αλλά μόλις 665.000 τόνοι παράγονται στη χώρα μας.
Η μεγάλη πληγή, ωστόσο, στο έλλειμμα του εμπορικού αγροτικού ισοζυγίου είναι τα κτηνοτροφικά προϊόντα. Οι εισαγωγές κρεάτων και παρασκευασμάτων διαμορφώθηκαν στα 1.029,1 εκατ. ευρώ (18,0% του συνόλου των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων) στο 11μηνο ’12, σημειώνοντας αύξηση κατά 2,1% σε ετήσια βάση παρά τη λιτότητα, έναντι αύξησής τους κατά 1,8% και το 2011. Την ίδια στιγμή οι εξαγωγές κρεάτων μόλις και μετά βίας έφταναν τα 46 εκατ. ευρώ. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αυτάρκεια της χώρας μας σε κρέας μειώθηκε δραματικά τα τελευταία χρόνια. Στα κοτόπουλα από 100%, που ήταν το 1980 μειώθηκε στο 74%, στο μοσχαρίσιο κρέας από 52% μειώθηκε στο 34%, στο χοιρινό από 95% στο 37%. Η αυτάρκεια στο αγελαδινό γάλα σήμερα ανέρχεται στο 70%. Επίσης, σημαντικά αυξημένες παρά την ύφεση και για ανεξήγητους λόγους ήταν οι εισαγωγές δερμάτων και γούνας (11μηνο ’12: +47,0%, 2011: +25,4%), ζάχαρες & μέλι (11μηνο ’12: +12,7%, 2011: +16,9%), καφέ-κακάο-τσάι (11μηνο ’12: +0,8%, 2011: +8,4%) και έλαια & λίπη (11μηνο ’12: +11,0%, +9,2%).

Σιτάρι και ζάχαρη από το εξωτερικό

Η χώρα κάποτε παρήγαγε το σιτάρι που χρειαζόταν για το ψωμί της. Εδώ και πολλά χρόνια αυτό δεν συμβαίνει. Οι ανάγκες της χώρας σε μαλακό σιτάρι καλύπτονται με εισαγωγές. Είναι χαρακτηριστικό ότι πέρυσι εισάγαμε μέσα σε 11 μήνες δημητριακά αξίας 507 εκατ. ευρώ (μείωση 15,6%) την στιγμή που οι εξαγωγές αν και αυξημένες (+4,9%) δεν ξεπέρασαν τα 304 εκατ. ευρώ
Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι και σε άλλα σημαντικά αγροτικά προϊόντα, όπου η Ελλάδα είχε μεγάλο πλεόνασμα στο εμπορικό αγροτικό ισοζύγιο, η κατάσταση μετά το 2006 χειροτέρευσε. Για παράδειγμα, στο λάδι το πλεόνασμα στο εμπορικό ισοζύγιο το 2007 ήταν 135,6 εκατ. ευρώ και το 2010 έπεσε στα 54,9 εκατ. ευρώ. Στον καπνό το πλεόνασμα το 2006 ήταν 130,7 εκατ. ευρώ, το 2008 ήταν 80,5 εκατ. ευρώ και το 2010 έπεσε στα 64,9 εκατ. ευρώ. Επίσης, στη ζάχαρη το έλλειμμα μεγάλωσε και διαμορφώθηκε το 2009 91,3 εκατ. ευρώ, από 50,4 εκατ. ευρώ το 2006.

Που είμαστε αυτάρκεις

Με βάση τη μελέτη της ΠΑΣΕΓΕΣ που παρουσιάστηκε πέρυσι, αυτάρκεια παρουσιάζει η Ελλάδα σε συγκεκριμένα προϊόντα όπως:
- Οι βρώσιμες ελιές. Η παραγωγή καλύπτει το 615% της ζήτησης, όμως το 88,3% της παραγωγής εξάγεται.
- Τα επιτραπέζια σταφύλια (θα μπορούσε να καλυφθεί το 322% της εγχώριας κατανάλωσης. Σημειωτέον ότι το 74% της ελληνικής παραγωγής καταλήγει στο εξωτερικό).
- Τα ακτινίδια (242% επάρκεια, 62% εξαγωγές).
- Η σταφίδα (209% επάρκεια, 57% εξαγωγές).
- Το ρύζι (171% επάρκεια, 51% εξαγωγές).
Επίσης θα επαρκούσε το ελαιόλαδο (151%), αν καλυπτόταν η ποσότητα που εισάγεται (4,33%), το σκληρό σιτάρι (149% η επάρκεια, μόλις 10% της ζήτησης καλύπτεται από εισαγωγές). Η παραγόμενη ποσότητα υπερκαλύπτει την κατανάλωση σε δημητριακά (82%), φρούτα (128%), τυροκομικά (το 80%), αιγοπρόβειο γάλα (98%) και κρέας (92%), αυγά (91%) και τα πουλερικά (82%). Πολύ χαμηλή αυτάρκεια υπάρχει στο μαλακό σιτάρι από το οποίο γίνεται το ψωμί (32%), στα όσπρια σε ποσοστό που κυμαίνεται στο 39%, στο βόειο κρέας (13%) και στο χοιρινό (38%).
Σε περίπτωση που οι εισαγωγές γίνονταν απαγορευτικές λόγω κόστους, θα μας έλειπαν:
- Οι φακές. Παράγουμε 7.500 τόνους και εισάγουμε άλλες 10.000 τόνους, για να καλύψουμε τις εγχώριες ανάγκες.
- Το χοιρινό κρέας. Παράγουμε 111.000 τόνους, αλλά καταναλώνουμε 290.000 τόνους.
- Τα φασόλια. Τρώμε 35.000 τόνους, εκ των οποίων σχεδόν οι 24.000 είναι εισαγωγής.
- Το μαλακό σιτάρι. Από το ένα εκατομμύριο τόνους που απαιτείται για τον άρτον τον επιούσιον η Ελλάδα παράγει μόλις 351.000 τόνους.
- Το βόειο κρέας. Από τους 158.000 τόνους που καταναλώνουμε ετησίως, μόλις 20.000 τόνοι παράγονται στην Ελλάδα.


Τρώμε ρεβίθια από το Μεξικό

Ακόμα και τροφές της μεσογειακής διατροφής, όπως τα όσπρια, προέρχονται κατά κύριο λόγο από το εξωτερικό. Η εγχώρια παραγωγή οσπρίων υπολογίζεται στους 10.000 τόνους, ενώ η κατανάλωση στους 45.000 τόνους.
Συγκεκριμένα, το 90-95% της φακής που καταναλώνεται στην εγχώρια αγορά προέρχεται από Καναδά, ΗΠΑ και Τουρκία, το 65-70% των ρεβιθιών προέρχεται από το Μεξικό και την Τουρκία, ενώ το 55-60% των φασολιών εισάγεται από τις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Αλβανία και την Αργεντινή. Κι όλα αυτά σε μια αγορά που έχει να παρουσιάσει όσπρια, όπως η φακή Εγκλουβής, τα φασόλια Πρεσπών, τα ρεβίθια Λισβορίου ή τη φάβα Σαντορίνης.
Η εγκατάλειψη των εν λόγω καλλιεργειών ξεκίνησε στις δεκαετίες ’60-’70, όταν οι αγρότες στράφηκαν σε σιτάρι και βαμβάκι και επιδεινώθηκε από το υψηλό κόστος παραγωγής, τις χαμηλές τιμές παραγωγού, την έλλειψη οικονομικής ενίσχυσης και τις χαμηλές τιμές των εισαγόμενων προϊόντων.

Θετικό ισοζύγιο το 2013

Μπορεί η προοπτική υποκατάστασης ενός σημαντικού μέρους των σχετικά υψηλών εισαγωγών αγροτικών προϊόντων με εγχώρια ανταγωνιστική παραγωγή να μην επιβεβαιώνεται από τα στοιχεία των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων το 2012 και το 2011, ωστόσο οι οικονομολόγοι της Alpha Bank επισημαίνουν ότι αυτό μπορεί να αλλάξει φέτος.
Ειδικότερα, εκτιμούν ότι αναμένεται αύξηση της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας του γεωργικού τομέα το 2013 και πλεονασματικό ισοζύγιο στις εξωτερικές συναλλαγές της γεωργίας ήδη από το τρέχον έτος, με σημαντική διόγκωσή του στα επόμενα έτη.
Η εξέλιξη αποδίδεται στην αποκατάσταση ικανοποιητικών συνθηκών ρευστότητας στην εγχώρια οικονομία, γεγονός που θα οδηγήσει στην υποκατάσταση των εισαγωγών, ιδιαίτερα στα αγροτικά προϊόντα, τη στιγμή μάλιστα που η αυξητική τάση των εξαγωγών του πρωτογενούς τομέα θα λάβει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις.