Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ Γ.Σ. ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΕΛΜΕ (19/10/2013)


Ο.Λ.Μ.Ε.

Ερμού & Κορνάρου 2

ΤΗΛ: 210 32 30 073 – 32 21 255

FAX: 210 33 11 338


e-mail: olme@otenet.gr                                                           Αθήνα, 21/10/2013

 

 

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ Γ.Σ. ΤΩΝ ΠΡΟΕΔΡΩΝ ΤΩΝ ΕΛΜΕ (19/10/2013)

 

 

          Η Γ.Σ. των Προέδρων των ΕΛΜΕ αποφάσισε τη συνέχιση των κινητοποιήσεων το επόμενο διάστημα:

 

α.         31/10/2013:: Πανεκπαιδευτικά Συλλαλητήρια σε όλες τις πόλεις της χώρας σε συνεργασία με τις άλλες εκπαιδευτικές οργανώσεις.

 

β.         6/11/2013: Συμμετέχουμε στη γενική πανεργατική απεργία. Παίρνουμε όλα εκείνα τα μέτρα για τη στήριξή της, όπως: Περιοδείες στα σχολεία, έκδοση υλικού (αφίσσας, κ.λπ.), πανώ στα σχολεία, κ.ά. Οργανώνουμε τα απεργιακά συλλαλητήρια και τη μαζική συμμετοχή των εκπαιδευτικών σε αυτά.

 

γ.         Επιδιώκουμε το συντονισμό της δράσης με όλα τα σωματεία για την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιτυχία των κινητοποιήσεων σε κάθε περιοχή. Αξιοποιούμε τις Επιτροπές Αγώνα των ΕΛΜΕ.

 

δ.         Νέες Γ.Σ. ΕΛΜΕ και Γ.Σ. Προέδρων μετά τις 6/11 για τη συνέχιση των κινητοποιήσεων.

         

 

ΚΕΊΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ (21-10-13)


ΟΛΜΕ

ΚΕΊΜΕΝΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΝΈΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ (21-10-13)

ΟΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΕΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

 ΤΩΝ ΜΝΗΜΟΝΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

 

·                     Μείωση των δημοσίων δαπανών για την παιδεία κατά 33% (2009 – 2013) και κατά 47% μέχρι το 2006. Ο προϋπολογισμός για την παιδεία είναι 2,51% του ΑΕΠ το 2013 και θα φτάσει στο 2,15% το 2016.

·                     30.000  λιγότεροι εκπαιδευτικοί στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση που σημαίνει μείωση 30% από τον Ιούνη του 2010. (15.000 από αυτούς μέσα στο καλοκαίρι του 2013). Από 102.360 το 2010, 72.428 το 2013.

·                     Απολύσεις 10.000 αναπληρωτών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μόλις 320 αναπληρωτές προσλήφθηκαν εφέτος στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση από 3757 το 2012-13 (91% μείωση) και 5527 το 2011-12 (94 % μείωση).

·                     Κλείσιμο σχολείων και κατάργηση των εκπαιδευτικών υποστηρικτικών δομών (βιβλιοθήκες, ενισχυτική, ΠΔΣ, Συμβουλευτικοί σταθμοί, δομές ΣΕΠ κ.λπ). Πάνω από 1200 σχολεία στην ΠΕ και ΔΕ από το 2011 και, προσφάτως, 102 ΕΠΑΣ έκλεισαν.

·                     Κατάργηση τριών σημαντικών τομέων στα δημόσια επαγγελματικά λύκεια και στις επαγγελματικές σχολές (υγείας-πρόνοιας, εφαρμοσμένων τεχνών, αισθητικής-κομμωτικής) με αποτέλεσμα 20.000 μαθητές να μη βρίσκουν την ειδικότητά τους και να τεθούν σε διαθεσιμότητα - απόλυση 2122 εκπαιδευτικούς και 302 σε υποχρεωτική μετάταξη σε διοικητικές θέσεις.

·                     Μείωση των μισθών των εκπαιδευτικών έως και 45% για τους  νεοδιοριζόμενους εκπαιδευτικούς. Εισαγωγικός μισθός 640 ευρώ από 1070 και καταληκτικός 1400 ευρώ από 1600 καθαρά. Μείωση των συντάξεων και του εφάπαξ.

·                     Υποχρεωτική μετάταξη 5.000 εκπαιδευτικών στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και σε διοικητικές θέσεις.

·                     Αύξηση του διδακτικού ωραρίου των εκπαιδευτικών κατά 2  ώρες με αποτέλεσμα χιλιάδες εκπαιδευτικοί να χαρακτηρίζονται υπεράριθμοι στην περιοχή τους.

·                     Αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα στους 30. Μετακινήσεις μαθητών σε άλλα σχολεία για να μη δημιουργούνται μικρότερα τμήματα.

·                     Καθιέρωση της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών που θα σχετίζεται με τη μισθολογική και τη βαθμολογική εξέλιξη αλλά και τις επιδόσεις των μαθητών και θα οδηγεί στη χειραγώγηση αλλά ακόμα και σε απολύσεις εκπαιδευτικών.

·                     Αυταρχικό πλέγμα νόμων (νέο πειθαρχικό, ηλεκτρονικό παρουσιολόγιο, αξιολόγηση κ.λπ.) που μαζί με τις διαθεσιμότητες, απολύσεις, υποχρεωτικές μετακινήσεις δημιουργούν ένα κλίμα φόβου και ανασφάλειας διαλύοντας συγχρόνως και κάθε συλλογικότητα στο σχολείο.

Νέος νόμος για την εκπαίδευση (λύκειο-ΤΕΕ)

Η κυβέρνηση ψήφισε το νέο νόμο 4186/13 χωρίς διάλογο, εγκαθιστώντας ένα σκληρό, εξετασιοκεντρικό σύστημα με πανελλαδικού τύπου εξετάσεις σε όλες τις τάξεις τόσο στο γενικό όσο και το επαγγελματικό λύκειο, που θα έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση της μαθητικής διαρροής και των φροντιστηρίων και θα οδηγήσει ένα μεγάλο τμήμα μαθητών στην πρόωρη, στενή και φτηνή κατάρτιση (με τη δημιουργία των ΣΕΚ μετά των Γυμνάσιο). Παραχωρείται ένα μέρος της Επαγγελματικής Εκπαίδευσης  στους ιδιώτες και εισάγεται η μαθητεία δηλ. η απλήρωτη και ανασφάλιστη εργασία ακόμα και ανηλίκων η οποία θα αντικαταστήσει την εκπαιδευτική διαδικασία.

Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί εργάζονται


Ο.Λ.Μ.Ε.

Ερμού & Κορνάρου 2

ΤΗΛ: 210 32 30 073 – 32 21 255

FAX: 210 33 11 338


e-mail: olme@otenet.gr                                                                                   Αθήνα, 16/10/2013

 

 

Οι Έλληνες εκπαιδευτικοί εργάζονται

όσο και οι ευρωπαίοι συνάδελφοί τους,

αλλά κάτω από πολύ πιο δύσκολες συνθήκες,

ενώ αμείβονται πολύ λιγότερο από εκείνους

(ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΑΠΟ ΜΕΛΕΤΕΣ ΤΟΥ ΚΕΜΕΤΕ)

 

Με απανωτά δημοσιεύματα και δηλώσεις παραγόντων της ηγεσίας του Υπουργείου Παιδείας έγινε φανερή η επιδίωξή τους να προχωρήσουν σε αύξηση του χρόνου της υποχρεωτικής παρουσίας των εκπαιδευτικών στο χώρο του σχολείου και στην ενίσχυση των μέτρων ελέγχου της παρουσίας τους στο σχολείο. Υποστηρίζουν, γι αυτό το λόγο, ότι δήθεν οι έλληνες εκπαιδευτικοί εργάζονται λιγότερο από τους συναδέλφους τους ευρωπαίους εκπαιδευτικούς και ότι αυτοί είναι η αιτία της αναποτελεσματικότητας της παρεχόμενης εκπαίδευσης. Οι ισχυρισμοί αυτοί του Υπουργείου Παιδείας είναι ανυπόστατοι και δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα.

Αυτή η θέση μας τεκμηριώνεται από τα στοιχεία που παραθέτουμε στη συνέχεια.

 

Δουλειά στο σπίτι: ένα δεύτερο ωράριο για τους εκπαιδευτικούς σε όλο τον κόσμο

 

Στις χώρες της Ευρώπης οι εκπαιδευτικοί διδάσκουν στις τάξεις τους κατά μέσο όρο από 18 ως 20 ώρες την εβδομάδα. Είναι μήπως τεμπέληδες και φυγόπονοι; Κανένας δεν το λέει αυτό. Απλώς, θεωρείται διεθνώς δεδομένο ότι μια ώρα διδασκαλίας στην τάξη απαιτεί πίσω της αρκετό χρόνο για προετοιμασία, για έλεγχο των γραπτών, για να περαστούν οι βαθμολογίες κ.λπ.. Αυτός ο παραπανίσιος χρόνος, που συνήθως ξεπερνά τις 20 ώρες την εβδομάδα, χαρακτηρίζεται διεθνώς ως «δεύτερο διδακτικό ωράριο». Αυτό, άλλωστε, το ξέρει ο καθένας από τη σχολική του εμπειρία. Στο χρόνο αυτόν δεν συμπεριλαμβάνεται ούτε ο χρόνος της επιτήρησης στα διαλείμματα ούτε ο χρόνος που αφιερώνεται στην επικοινωνία με μαθητές/μαθήτριες και γονείς εκτός της τάξης.

 

Ο έλληνας καθηγητής / η ελληνίδα καθηγήτρια εργάζεται περισσότερες ώρες την εβδομάδα από τον μέσο Ευρωπαίο συνάδελφό τους

 

Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία (Ν. 4152 του 2013), ο έλληνας καθηγητής / η ελληνίδα καθηγήτρια υποχρεώνεται να εργαστεί, μετά και την πρόσφατη αύξηση του διδακτικού ωραρίου που επιβλήθηκε από την κυβέρνηση και την  τρόικα, διδάσκοντας στην τάξη, κατά μέσο όρο 20,5 ώρες την εβδομάδα, τόσο στο Γυμνάσιο όσο και στο Λύκειο. Την ίδια στιγμή, ο αντίστοιχος μέσος όρος στις 25 από τις 27 χώρες της Ε.Ε. είναι 19,1 για τη βαθμίδα του Γυμνασίου και 18,4 για τη βαθμίδα του Λυκείου. Επομένως, οι Έλληνες εκπαιδευτικοί, με τις 20,5 διδακτικές ώρες την εβδομάδα βρίσκονται σαφώς πάνω από το μέσο όρο της Ε.Ε., σε όλη τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Σε γενικές γραμμές, οι χώρες της Ευρώπης τείνουν να μειώσουν τον εβδομαδιαίο διδακτικό χρόνο των εκπαιδευτικών στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μόνο η Βουλγαρία και η Ρουμανία, και φυσικά η Ελλάδα, έχουν αυξήσει τελευταία το διδακτικό τους ωράριο.

 

 

Οι έλληνες εκπαιδευτικοί φορτώνονται, επιπλέον, με εργασίες γραμματείας, διοικητικού και βοηθητικού προσωπικού

 

Πάντοτε υπήρχαν σοβαρά κενά και ελλείψεις στα σχολεία μας σε διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό. Η κατάσταση χειροτερεύει αφόρητα με την εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών. Τελευταία απολύθηκαν ακόμη και οι σχολικοί φύλακες. Έτσι, οι έλληνες εκπαιδευτικοί επιβαρύνονται με δουλειές που θα έπρεπε να ανατεθούν σε διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό.  Ταυτόχρονα οι αποδοχές τους έχουν υποστεί δυσβάσταχτη μείωση εξαιτίας των μνημονιακών πολιτικών που ακολουθεί με συνέπεια η κυβέρνηση. Αλλά και οι δαπάνες για την εκπαίδευση έχουν φτάσει ήδη στο 2,51 % ΑΕΠ, με αποτέλεσμα οι σχολικές μονάδες να μην μπορούν να καλύψουν τις στοιχειώδεις δαπάνες για τη λειτουργία τους.

 

Ο διαθέσιμος χρόνος παρουσίας στο σχολείο δεν διαφέρει ουσιαστικά από τις άλλες χώρες της Ευρώπης.

 

Ο αριθμός των ωρών παρουσίας στο σχολείο την εβδομάδα αφορά στο διαθέσιμο χρόνο, πλην του διδακτικού, που αφιερώνεται στην εκτέλεση καθηκόντων τα οποία ορίζει ο διευθυντής του σχολείου. Σε γενικές γραμμές, ο χρόνος στον οποίο οι εκπαιδευτικοί καλούνται να είναι παρόντες στο σχολείο κάθε βδομάδα δεν ξεπερνά τις 30 ώρες, εκτός από την Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο.

Όσον αφορά το διαθέσιμο χρόνο στο σχολείο από τις χώρες για τις οποίες υπάρχουν στοιχεία, ο μέσος όρος είναι 27,5 ώρες και για τη βαθμίδα του Γυμνασίου και για τη βαθμίδα του Λυκείου, ενώ για την Ελλάδα είναι 30 ώρες.

 

Συνολικός χρόνος απασχόλησης: Επιβαρύνεται στην περίπτωση της Ελλάδας και από τις εξωδιδακτικές εργασίες.

 

Σε 17 χώρες προσδιορίζεται ο συνολικός χρόνος απασχόλησης σε ώρες την εβδομάδα για τις ανάγκες του σχολείου. Αυτός ο χρόνος αφορά τον αριθμό των διδακτικών ωρών, τον αριθμό των διαθέσιμων ωρών στο σχολείο και το χρόνο που αφιερώνεται για την προετοιμασία και βαθμολόγηση, και μπορεί να αφορά ώρες εκτός σχολείου. Ο χρόνος αυτός κυμαίνεται από 35-40 ώρες. Για την Ελλάδα δεν υπάρχουν αντίστοιχα στοιχεία, μια και η προετοιμασία των εκπαιδευτικών στο σπίτι, η βαθμολόγηση κ.ά. δεν υπολογίζονται. Όμως ειδικά για την Ελλάδα είναι σημαντικός ο χρόνος που αφιερώνουν οι καθηγητές και καθηγήτριες για εξωδιδακτικές εργασίες, λόγω των σοβαρών ελλείψεων σε γραμματειακή υποστήριξη και βοηθητικό προσωπικό.

 

Ο ετήσιος αριθμός ημερών και ωρών διδασκαλίας στην Ελλάδα δεν διαφέρει ουσιαστικά.

 

Οι έλληνες εκπαιδευτικοί, σύμφωνα με διεθνείς έρευνες, εργάζονται συνολικά  στο σχολείο 1.170 ώρες το έτος στο γυμνάσιο και το λύκειο. Αντίστοιχα,  ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 1.199 για την βαθμίδα του Γυμνασίου και 1.166 για τη βαθμίδα του Λυκείου, ενώ για την Ευρωπαϊκή Ένωση (των 19 χωρών) είναι 1.133 και 1.108 αντίστοιχα.

Σχετικά με τον αριθμό ημερών διδασκαλίας κατά τη διάρκεια του έτους, για την Ελλάδα υπολογίζεται σε 158 ημέρες στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο. Είναι γεγονός ότι ο αριθμός αυτός βρίσκεται κάτω από το μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, που είναι 186/184) και της Ευρωπαϊκής Ένωσης (των 19 χωρών), που είναι 181. Αυτή η διαφορά, όμως, οφείλεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι στην Ελλάδα περισσότερες από τέσσερις εβδομάδες το χρόνο αφιερώνονται στη διεξαγωγή των εξετάσεων (επιτηρήσεις, βαθμολογήσεις κ.λπ.), και όχι στο ότι δήθεν οι εκπαιδευτικοί δεν εργάζονται.

 

Έναρξη και λήξη του σχολικού έτους, διακοπές και αργίες: χωρίς ουσιαστικές διαφορές

Υπάρχει μεγάλη ποικιλία στην Ευρώπη ως προς τη διάρκεια του σχολικού έτους, με βάση την έναρξη και τη λήξη του. Γενικά, υπολογίζεται σε 32 έως 48 εβδομάδες, με μέσο όρο τις 42 εβδομάδες, χωρίς να προσμετρώνται οι εβδομάδες διακοπών και οι ημέρες αργιών εντός του σχολικού έτους. Για την Ελλάδα η διάρκεια του έτους υπολογίζεται σε 40 με 41 εβδομάδες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι ημέρες διεξαγωγής των εξετάσεων.  

Επίσης, σε όλες τις χώρες προβλέπονται διακοπές κατά τη διάρκεια των Χριστουγέννων και του Πάσχα, εκτός από την Ολλανδία, η οποία δεν έχει διακοπές το Πάσχα. Οι περισσότερες χώρες έχουν επίσης τις «διακοπές του Φθινοπώρου». Επίσης, αρκετές χώρες έχουν τις διακοπές «του χειμώνα - καρναβαλιού» και σε αρκετές χώρες προβλέπονται διακοπές μετά το τέλος του τρίτου τριμήνου. Ο μέσος όρος των διακοπών κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους είναι 4 εβδομάδες. Η Ελλάδα έχει 4 εβδομάδες διακοπές (Χριστούγεννα, Πάσχα) και είναι ακριβώς στο μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 χωρών. Επίσης, όλες οι χώρες έχουν κάποιες ημέρες μεμονωμένων αργιών (εθνικές, τοπικές γιορτές, θρησκευτικές κ.ά.) που ο μέσος όρος τους είναι 10 ημέρες. Η Ελλάδα έχει 9 ημέρες τέτοιων αργιών.

Ο καθαρά εργάσιμος χρόνος για τους μαθητές κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους είναι κατά μέσο όρο στην Ευρώπη 36 εβδομάδες. Τις περισσότερες εβδομάδες έχουν η Δανία (41) και η Τσεχία και η Β. Ιρλανδία (40) και τις λιγότερες η Βουλγαρία (26/32). Η Κύπρος και η Γαλλία εμφανίζονται με 31-34 εβδομάδες και η Ελλάδα με 31 εβδομάδες, γιατί δεν περιλαμβάνονται οι εβδομάδες των εξετάσεων, που ουσιαστικά είναι εργάσιμος χρόνος για τους μαθητές. Αν συνυπολογιστούν και αυτές οι εβδομάδες, η Ελλάδα βρίσκεται στο μέσο όρο, με 35-36 εργάσιμες εβδομάδες για τους μαθητές.

Ο καθαρά εργάσιμος χρόνος για τους  εκπαιδευτικούς κατά τη διάρκεια του σχολικού έτους είναι 38,6 εβδομάδες. Στην Ελλάδα οι εργάσιμες εβδομάδες για τους εκπαιδευτικούς είναι 39, λίγο πάνω από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης των 27 χωρών.

Οι θερινές διακοπές για τους μαθητές είναι κατά μέσο όρο 10 εβδομάδες. Για την Ελλάδα είναι 11. Τη μεγαλύτερη διάρκεια διακοπών έχουν η Εσθονία, η Ιταλία, η Λετονία, η Μάλτα και η Πορτογαλία με 13 εβδομάδες, ενώ τη μικρότερη έχουν η Δανία (7), η Γερμανία (6), η Ολλανδία (8), η Αγγλία και Ουαλία (6) και η Σκωτία (7).

 

Στο «διά ταύτα»

 

Με βάση τα παραπάνω, θεωρούμε ηθικά απαράδεκτη και παιδαγωγικά ανεπίτρεπτη την τακτική του Υπ. Παιδείας, αλλά και κάποιων μέσων μαζικής επικοινωνίας, που επιχειρούν να ενοχοποιήσουν τους εκπαιδευτικούς για την αναποτελεσματικότητα της εκπαίδευσης και να μειώσουν το κύρος τους ενώπιον της εκπαιδευτικής κοινότητας και της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν χρειάζονται περισσότερα μέτρα ελέγχου και καταστολής σε βάρος των εκπαιδευτικών. Από αυτά έχουν χορτάσει πλέον. Τυχόν αδικαιολόγητη απουσία από την εργασία τους είναι αδύνατο να περάσει απαρατήρητη και μπορεί να αντιμετωπιστεί κάλλιστα από την ισχύουσα νομοθεσία. Εκείνο που χρειάζεται είναι να εμπεδωθεί  κλίμα εμπιστοσύνης και κατανόησης στο χώρο του σχολείου, προς όφελος της εκπαίδευσης. Αυτό όμως, δυστυχώς, το αποκλείει η εκπαιδευτική πολιτική που ακολουθεί η κυβέρνηση.

Επίορκοι, κοπανατζήδες, τεμπέληδες κι αδιάφοροι είναι μερικοί μόνο από τους πιο ήπιους χαρακτηρισμούς των εκπαιδευτικών από την πλευρά του υπουργείου Παιδείας. Επιδιώκουν έτσι, να δικαιολογήσουν τις πολιτικές της διαθεσιμότητας και των απολύσεων, που προωθεί η κυβέρνηση.

Έρχεται όμως μια διεθνής έρευνα να ανατρέψει αυτά τα αναιτιολόγητα κλισέ με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο. Η Ελλάδα καταλαμβάνει ανάμεσα σε 21 χώρες τη δεύτερη θέση (και μάλιστα την πρώτη στην Ευρώπη) σε ό,τι αφορά το κύρος των εκπαιδευτικών και την εμπιστοσύνη με την οποία τους/τις περιβάλλουν οι πολίτες, αφήνοντας πίσω της χώρες όπως Φιλανδία, Γερμανία, Ελβετία, Ολλανδία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο. Όταν όμως οι ερωτώμενοι πολίτες καλούνται να αξιολογήσουν το εκπαιδευτικό σύστημα, το βαθμολογούν με 4 στα 10, δηλαδή «κάτω από τη βάση». Η θετική  εικόνα των Ελλήνων εκπαιδευτικών που αναδύεται από αυτή την έρευνα είναι ενδιαφέρον ότι διαμορφώθηκε παρά τον πόλεμο λάσπης που έχει ξεσπάσει εναντίον τους από την κυβέρνηση και τα καθεστωτικά μέσα ενημέρωσης. Και αυτό πιστεύουμε ότι πρέπει να προβληματίσει σοβαρά το Υπουργείο Παιδείας.

Ο ανομολόγητος στόχος της κυβέρνησης, που φαίνεται να κρύβεται πίσω από αυτές τις επιλογές τους, είναι να αυξήσουν ακόμα περισσότερο το διδακτικό ωράριο των εκπαιδευτικών, για να δημιουργήσουν τεχνητά πλεονάζον προσωπικό και να το οδηγήσουν στη συνέχεια στην απόλυση. Με αυτό τον τρόπο όμως θα συρρικνωθεί και θα υποβαθμιστεί ακόμα περισσότερο η δημόσια εκπαίδευση.

Η διεθνής εμπειρία έχει δείξει ότι οποιαδήποτε δυσμενής αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών έχει τελικά αρνητική επίδραση στα ίδια τα παιδιά. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι συνθήκες εργασίας των εκπαιδευτικών είναι ταυτόχρονα συνθήκες μάθησης των μαθητριών και μαθητών μας.

 

Για περισσότερες πληροφορίες, επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του ΚΕΜΕΤΕ.

 

 

 

 

Σχετικά με τη νέα τροπολογία του Υπουργείου Παιδείας


Ο.Λ.Μ.Ε.

Ερμού & Κορνάρου 2

ΤΗΛ: 210 32 30 073 – 32 21 255

FAX: 210 33 11 338


e-mail: olme@otenet.gr                                                                 Αθήνα, 16/10/2013

 

 

 

Σχετικά με τη νέα τροπολογία του Υπουργείου Παιδείας

για εργασιακά θέματα εκπαιδευτικών

 

 

 

          Νέα τροπολογία κατέθεσε αιφνιδιαστικά το Υπ. Παιδείας σε άσχετο νομοσχέδιο του Υπ. Περιβάλλοντος την Παρασκευή, 12/10/13. Την προηγούμενη ημέρα, Πέμπτη 11/10/13, η πολιτική ηγεσία του Υπουργείου σε συνάντηση με το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ παρέδωσε στα μέλη του τροπολογία, που αναφερόταν όμως σε διαφορετικά θέματα σε σχέση με όσα περιλαμβάνονταν στην τροπολογία που τελικά κατατέθηκε. Και μόνο αυτό το στοιχείο δείχνει την πλήρη απαξίωση των εκπαιδευτικών και των εκπροσώπων τους από μέρους της πολιτικής ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας.

          Σε σχέση με την τροπολογία που κατατέθηκε επισημαίνουμε τα εξής:

          α) Με την καθιέρωση βιβλίων παρουσίας προσωπικού, ατομικού δελτίου και της ηλεκτρονικής καταγραφής τους (παρ. 1 της τροπολογίας) το Υπουργείο Παιδείας προσπαθεί να επιβάλει κλίμα φόβου και τρομοκρατίας στους εκπαιδευτικούς, να τους συκοφαντήσει για μια ακόμη φορά και να απαξιώσει το έργο τους στην κοινωνία προκαλώντας σε βάρος τους τον κοινωνικό αυτοματισμό. Προφανώς, καμία βελτίωση δεν επιφέρει αυτή η διάταξη στην εκπαιδευτική διαδικασία. Οι εκπαιδευτικοί υπογράφουν διπλά σήμερα επιβεβαιώνοντας με αυτό τον τρόπο την παρουσία τους στο σχολείο. Υπογράφουν τόσο στο δελτίο απουσιών των μαθητών όσο και στο βιβλίο ύλης, στο οποίο μάλιστα συμπληρώνουν και το αντικείμενο της διδασκαλίας τους για κάθε διδακτική ώρα που προβλέπεται από το ωρολόγιο πρόγραμμα. Επιπλέον, η παρουσία τους καταγράφεται καθημερινά και στο Ημερολόγιο που τηρεί η Διεύθυνση του σχολείου. Είναι γνωστό, επίσης, ότι οι εκπαιδευτικοί αναλαμβάνουν και πρόσθετες διοικητικές εργασίες που τους αναθέτουν τα όργανα διοίκησης του σχολείου.

          Με δεδομένο ότι νομοθετικό πλαίσιο για την αντιμετώπιση ενδεχόμενης πλημμελούς άσκησης καθηκόντων υφίσταται σήμερα, είναι σαφές πως το προωθούμενο σύστημα καταγραφής παρουσιών έχει στόχο να επιβάλει ένα κλίμα ανασφάλειας, υποταγής και τρομοκράτησης των εκπαιδευτικών λειτουργώντας ως ο «Μεγάλος Αδελφός» στο χώρο του σχολείου. 

          Το Υπ. Παιδείας αντί να εξυφαίνει σχέδια ελέγχου και πειθαναγκασμού των εκπαιδευτικών, θα ήταν προτιμότερο να αναρωτηθεί κάτω από ποιες συνθήκες εργάζονται οι εκπαιδευτικοί στα σχολεία. Τους υπενθυμίζουμε, λοιπόν, πως τα σχολεία όχι μόνο δεν διαθέτουν επαρκείς και κατάλληλους  χώρους για να φιλοξενήσουν τους εκπαιδευτικούς, αλλά ούτε τα απαραίτητα μέσα, τον αναγκαίο εξοπλισμό και τις απαιτούμενες υποδομές (π.χ. υπολογιστές, βιβλιοθήκη κ.λπ.), ώστε να μπορούν αυτοί να εργαστούν απρόσκοπτα και αποτελεσματικά στους χώρους του σχολείου. Άλλωστε, για την αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων πολλοί εκπαιδευτικοί αναγκάζονται να ξοδέψουν μέρος των πενιχρών αποδοχών τους.  

          Το Υπ. Παιδείας προσποιείται ότι δεν γνωρίζει πως ένα μεγάλο μέρος από τις εργασίες των εκπαιδευτικών πραγματοποιούνται στο σπίτι τους, όπως η προετοιμασία των μαθημάτων και των ασκήσεων, η αξιολόγηση των γραπτών και των εργασιών των παιδιών κ.λπ. Προσποιείται ότι δεν καταλαβαίνει πως όχι μόνο έχει εξαθλιώσει εργασιακά και οικονομικά με την πολιτική του τους εκπαιδευτικούς, όχι μόνο επιχειρεί να σπείρει το φόβο και τον πανικό με τις υποχρεωτικές μετατάξεις, τις διαθεσιμότητες και την προετοιμασία απολύσεων, αλλά και τους υπονομεύει επιστημονικά, ηθικά και ψυχολογικά καθημερινά με την πολιτική του. Και αυτό το βιώνουν οι εκπαιδευτικοί με οδυνηρό τρόπο καθημερινά στο σχολείο.

          β) Το Υπ. Παιδείας διαλύοντας τις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών διαλύει το δημόσιο σχολείο. Οι εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών είναι και  συνθήκες μάθησης των μαθητών. Μετατρέπει τον εκπαιδευτικό σε “εργαζόμενο deliveryυποχρεώνοντάς τον να διδάσκει ακόμα και σε πέντε σχολεία στη διάρκεια της εβδομάδας (παρ. 3 της τροπολογίας). Αυτό στην πραγματικότητα σημαίνει να διδάσκει σε δύο και τρία σχολεία την ίδια ημέρα. Σημαίνει, ιδιαίτερα στην επαρχία, δεκάδες χιλιόμετρα καθημερινών μετακινήσεων. Σημαίνει φυσική εξόντωση και οικονομική εξαθλίωση  των εκπαιδευτικών. Σημαίνει να αγνοεί ο εκπαιδευτικός ακόμα και τα ονόματα των μαθητών του. Σημαίνει απρόσωπη εκπαιδευτική διαδικασία και διάλυση των παιδαγωγικών αλλά και των ανθρώπινων σχέσεων μεταξύ δασκάλων και μαθητών, η ανάπτυξη των οποίων είναι απαραίτητος όρος για τη διατήρηση του αναγκαίου κοινωνικού ιστού για τη διαμόρφωση των προσωπικότητας των νέων.

          γ) Η διάλυση των εργασιακών σχέσεων των αναπληρωτών και των ωρομίσθιων εκπαιδευτικών είναι η συνέχεια. Η τοποθέτηση των αναπληρωτών εκπαιδευτικών, και μάλιστα μόνο με απόφαση του Περιφερειακού Διευθυντή, σε οποιονδήποτε άλλο νομό αντί αυτού στον οποίο διορίστηκαν στην ίδια περιφέρεια (παρ. 3.1 της τροπολογίας) είναι απαράδεκτη. Δημιουργεί σοβαρά οικονομικά, εργασιακά και οικογενειακά προβλήματα στους εκπαιδευτικούς αλλά και προάγει την αδιαφάνεια στο σύστημα διορισμών αφήνοντας ανοιχτό το δρόμο σε ποικίλων ειδών «τακτοποιήσεις».

          Η απαράδεκτη από εκπαιδευτική, νομική και ηθική πλευρά διάταξη για ανάθεση υπερωριών σε… ωρομίσθιους εκπαιδευτικούς πραγματικά ξεπερνά κάθε φαντασία (παρ. 3.2 της τροπολογίας). Αν προσθέσουμε και τους εκπαιδευτικούς από το ΕΣΠΑ, τους εκπαιδευτικούς με μπλοκάκι, τους εκπαιδευτικούς από τα προγράμματα «κοινωφελούς εργασίας» του ΟΑΕΔ κ.ο.κ., οι ελαστικές μορφές εργασίας δεν έχουν τέλος.

          δ) Η δυνατότητα να μετατάσσεται ο εκπαιδευτικός υποχρεωτικά σε όλο το δημόσιο τομέα, ακόμα και σε κατώτερη θέση (παρ. 3.3 της τροπολογίας), έρχεται να συμπληρώσει το αντεργατικό πλαίσιο της «κινητικότητας» που οδηγεί σε βίαιες εργασιακές αλλαγές και απολύσεις. Οδηγεί, όμως, τελικά και σε μαρασμό το δημόσιο σχολείο. Κατά 30% έχουν μειωθεί οι εκπαιδευτικοί της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το 2010 μέχρι σήμερα (73.000 σήμερα από 102.000 το 2010).

          ε) Την απαράδεκτη προχειρότητα, εκτός των άλλων, του νόμου 4186/13 για το Λύκειο και την ΤΕΕ έρχεται να επιβεβαιώσει και η παρ. 5 της τροπολογίας αυτής, που αλλάζει ειδικότητες σε ΙΕΚ και ΕΠΑΛ.

          στ) Για να χτυπήσει τον απεργιακό αγώνα των συναδέλφων μας διοικητικών στα ΑΕΙ η κυβέρνηση καθιστά πειθαρχικό αδίκημα τη μη απογραφή (παρ. 6 της τροπολογίας), μετατρέπει μια υπηρεσιακή διαδικασία σε ατομική υποχρέωση και επιβάλλει την ποινή της αργίας σε όποιον δεν απογράφεται, καταργώντας στην πράξη ακόμη και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα της απεργίας. Είναι σίγουρο πως αν περάσει αυτό το μέτρο θα στραφεί σε άλλη κρίσιμη στιγμή ενάντια σε όλους τους εργαζομένους στο Δημόσιο.

 

          Για όλους τους παραπάνω λόγους, το Δ.Σ. της ΟΛΜΕ ζητά την απόσυρση της απαράδεκτης αυτής τροπολογίας του Υπ. Παιδείας.

 


 

 

          Υ.Γ.       Συνημμένα υποβάλλουμε ένα τεκμηριωμένο κείμενο σχετικό με τους όρους και τις συνθήκες άσκησης του έργου των εκπαιδευτικών. Πολλοί στη χώρα μας και μάλιστα από υπεύθυνες θέσεις φαίνεται πως δεν γνωρίζουν -ή προσποιούνται πως δεν γνωρίζουν- ακόμη και βασικές πλευρές αυτού του σύνθετου έργου.

 

 

 

 

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

Σιδηρόδρομος, μια πονεμένη ιστορία



του Γιώργου Περιβολάρη
σιδηροδρομικού τρίτης γενιάς

‘Έχουν ειπωθεί πολλά και έχουν γραφτεί ακόμα περισσότερα για το ΟΣΕ τα τελευταία χρόνια. Το κακό είναι πως η συντριπτική πλειοψηφία αυτών που έγραψαν ή που μίλησαν δεν είχαν ιδέα τι πραγματικά είναι ο Σιδηρόδρομος. Απλά το θέμα προσφερόταν για σπέκουλα ή για εντυπώσεις.
Ο Σιδηρόδρομος όμως δεν είναι ένα λογιστικό μέγεθος και όσοι τον προσεγγίζουν έτσι ή έχουν άγνοια ή αναφέρονται εκ του πονηρού.
Η ιστορία της απαξίωσης του Σιδηρόδρομου ξεκινάει τις αρχές της δεκαετίας του ’90, όταν εκείνος ο ανεκδιήγητος υπουργός του Μητσοτάκη, ο γνωστός και μη εξαιρετέος Στ. Μάνος, ακραιφνής φιλελεύθερος, όπως και όλη η οικογένεια Μητσοτάκη και όχι μόνο, είπε εκείνο το αμίμητο «καλύτερα να στέλνω με ταξί τους επιβάτες του ΟΣΕ παρά να τον συντηρώ».
Αντί αυτός ο ανεπαρκέστατος υπουργός να σηκώσει τα μανίκια και να δουλέψει για τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμιση των Ελληνικών Σιδηροδρόμων, πρότεινε να κλείσουν.
Θα ήμασταν η μοναδική χώρα παγκόσμια χωρίς σιδηρόδρομο. Το πλέον οικολογικό μέσο μεταφοράς μετά το ποδήλατο.
Βέβαια αυτό δεν το έλεγε ούτε από άγνοια ούτε από ανοησία. Κάθε άλλο μάλιστα. Οπαδός, αυτός και η κυβέρνηση που συμμετείχε, στο Θατσερικό μοντέλο του νεοφιλελευθερισμού δεν εννοούσε τίποτα κάτω από τον δημόσιο έλεγχο και όλα έπρεπε να εκχωρηθούν στους ιδιώτες.
Έτσι άρχισε η απαξίωση του Σιδηρόδρομου και συνεχίστηκε με θρησκευτική ευλάβεια από τις μετέπειτα «σοσιαλιστικές» κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ μέχρι σήμερα.
Φυσικά ο ΟΣΕ δεν ήταν το μόνο θύμα.
Πριν απ’ αυτόν φρόντισαν να κλείσουν με νόμο το 1992 τις Μ.Ο.Μ.Α. (Μεικτές Ομάδες Μηχανικής Ανασυγκρότησης) που στην 35χρονη λειτουργία τους «έχτισαν» 15.000 χιλιόμετρα δρόμων στα πιο δυσπρόσιτα σημεία της Ελλάδας, 17 αεροδρόμια στις πιο άγονες περιοχές και τα νησιά, πλήθος τεχνικών έργων όπως γέφυρες, αντιπλημμυρικά έργα κ.α Έργα με παροιμιώδη αντοχή στον χρόνο, μόνο και μόνο για να λεηλατήσουν το δημόσιο χρήμα οι εργολάβοι.
Απαξίωσαν, αφού υπερχρέωσαν με την κυβερνητική κακοδιοίκηση, την Ολυμπιακή Αεροπορία και την ξεπούλησαν με εξευτελιστικό αντίτιμο.
Έκλεισαν σε μια νύχτα, το 1993, (Μητσοτάκης – Μάνος-Στεφανάκης) το κομμάτι των λεωφορειακών γραμμών του ΟΣΕ, το απόλυτα κερδοφόρο κομμάτι του Οργανισμού, με πρόσφατα ανανεωμένο στόλο με τα πλέον σύγχρονα λεωφορεία, προκειμένου να επωφεληθούν οι μεγαλομέτοχοι των ΚΤΕΛ.
Και σήμερα ξεπουλάνε στο όνομα των μνημονίων και της τρόικας όλη την Εθνική μας περιουσία εφαρμόζοντας και εγκαθιστώντας το πλέον σκληρό φιλελευθερο μοντέλο.
Θα έκλειναν και τον ΟΣΕ εδώ και χρόνια ή θα τον ξεπουλούσαν αλλά τον έσωσε μια συγκυρία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, τότε ΕΟΚ, είχε εγκρίνει από τα τέλη της δεκαετίας του ’80 εκατοντάδες δισεκατομμύρια δραχμές για την χρηματοδότηση και την ανάπτυξη του Σιδηροδρόμου ως ένα κατ’ εξοχή οικολογικό μέσο μεταφοράς.
Αυτά τα χρήματα έπρεπε να φαγωθούν χωρίς απαραίτητα να αξιοποιηθούν παραγωγικά.
Έτσι τα επόμενα χρόνια άρχισε ένα πανηγύρι με έργα «αναβάθμισης» του ΟΣΕ και αμαρτωλές προμήθειες υλικού όπως αμαξών (βαγόνια) ηλεκτρικών μηχανών (SIEMENS) χωρίς να έχουμε ολοκληρωμένο ηλεκτροκινούμενο δίκτυο.
Ξεκίνησαν τα έργα αναβάθμισης πριν 15-20 χρόνια και ακόμα δεν έχουν ολοκληρωθεί ενώ έχουν φαγωθεί δισεκατομμύρια ευρώ.
Η αναβάθμιση αυτή του σιδηροδρομικού δικτύου, που δόθηκε εξ ολοκλήρου σε εργολάβους, έγινε για ταχύτητες 180 χιλ/ώρα στον κεντρικό εθνικό άξονα ΠΑΘΕ, όταν αυτές οι ταχύτητες σε όλη την Ευρώπη θεωρούνται αστείες για εθνικό δίκτυο.
Φυσικά ακόμα και αυτή η ταχύτητα δεν μπορεί να εφαρμοστεί και τα τρένα ταξιδεύουν με 120-140 και ενίοτε 160 χλμ/ώρα.
Εδώ να τονίσουμε ότι, προκειμένου να πάρουν οι εργολάβοι τα έργα, έκλεισαν από το 1994 τα οργανωμένα εργοτάξια ανακαίνισης που λειτουργούσαν επί δεκαετίες, με τεράστια και αποκλειστική τεχνογνωσία ανακαίνιζαν και αναβάθμιζαν το δίκτυο και το σημαντικότερο χωρίς καμία έκπτωση στην ποιότητα κατασκευής. Ακόμα και σήμερα τα έργα τους αντέχουν με ανύπαρκτη πλέον συντήρηση λόγω μείωσης προσωπικού και κονδυλίων.
Τα έργα και τις ημέρες των εργολάβων τα ζούμε καθημερινά και δεν χρειάζεται να πω περισσότερα.
Αρκεί να αναφέρω για την ιστορία ότι δίνονταν εκπτώσεις που έχουν φτάσει και το τραγικό 83%, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ποιότητα κατασκευής του έργου. Βέβαια μη φανταστείτε ότι το έργο «έβγαινε» με αυτές τις εκπτώσεις. Πολλές φορές μέσα από αδιαφανείς διαδικασίες υπερβάσεων και λαθροχειριών έφταναν να στοιχίζουν ακριβότερα από τον αρχικό προϋπολογισμό. Βέβαια αυτό κανένας δεν το έλεγχε.
Επιστέγασμα όλων αυτών ήταν να υπερχρεωθεί ο ΟΣΕ με ένα απλό και μαφιόζικο τρόπο. Ενώ όλες οι Εθνικές Υποδομές (δρόμοι, λιμάνια, αεροδρόμια) χρηματοδοτούνται από το Κράτος οι σιδηροδρομικές υποδομές χρεώθηκαν στον ΟΣΕ με αποτέλεσμα να βρεθεί με ένα τεράστιο χρέος (περίπου 10 δις ευρώ) από το οποίο το 80% περίπου αντιστοιχούσε στα έργα που θεωρητικά ήταν υποχρέωση του Κράτους.
Εκεί δόθηκε το τελειωτικό χτύπημα.
Προκειμένου να μηδενιστεί το χρέος του ΟΣΕ, που θα το επαναλάβω το μεγαλύτερο μέρος ήταν υποχρέωση του κράτους, δίκην τοκογλύφου ήρθε το κράτος και απαλλοτρίωσε όλη την ακίνητη περιουσία του (την μεγαλύτερη μετά της εκκλησίας).
Έτσι απαξιώθηκε πλήρως. Και εξαρτιόταν πλέον από τις ορέξεις της κάθε κυβέρνησης.
Ένας ακόμα Οργανισμός Κοινής Ωφέλειας πέρασε στην ιστορία αφού δρομολογείται η εκποίησή του ή το ξεπούλημα καλύτερα, με την μέθοδο του διαμελισμού του, που έχει γίνει ήδη.
Για μια φορά ακόμα ανομολόγητα συμφέροντα και νεοφιλελεύθερες πολιτικές χέρι – χέρι έκαναν τη δουλειά τους.
Αντί λοιπόν ο Σιδηρόδρομος, με τις τεράστιες δυνατότητες ανάπτυξης που έχει πανευρωπαϊκά, να επεκτείνει το δίκτυο, να λειτουργήσουν προαστιακές γραμμές, να γίνει ένα σύγχρονο οικολογικό μέσο μαζικής μεταφοράς αλλά και μοχλός ανάπτυξης όπως λειτουργεί σε όλη την Ευρώπη, υποτάχτηκε από την μια στις ορέξεις και τα μικροσυμφέροντα, και από την άλλη στο καταστροφικό φιλελεύθερο μοντέλο της Θάτσερ που όλοι βλέπουμε σήμερα τις καταστροφικές του συνέπειες.

 

Ο...καναπεδάτος