Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Για την εκπαιδευτική αξιολόγηση και το διεθνές πρόγραμμα PISA


Για την εκπαιδευτική αξιολόγηση και το διεθνές πρόγραμμα PISA

της Ελένης Γλαρέντζου, Μέλους Δ.Σ. του ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ. της ΟΛΜΕ

Πληθαίνουν διαρκώς οι απόπειρες, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, για την επιβολή διαδικασιών αξιολόγησης στην εκπαίδευση “από τα πάνω” και “από τα έξω”. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του διεθνούς προγράμματος εκπαιδευτικής αξιολόγησης PISA του ΟΟΣΑ.

Συ νήθης στόχος τέτοιων πρακτικών είναι η συγκέντρωση «συγκρίσιμων» στοιχείων σχετικών με την αποτελεσματικότητα των σχολικών μονάδων και η διαμόρφωση σχετικών πινάκων αξιολόγησης.

Τα αποτελέσματα αυτών των προγραμμάτων αξιοποιούνται κατά κύριο λόγο για την κατάταξη των σχολικών μονάδων, των περιφερειών ή των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων βάσει των επιδόσεων σε κοινές εξετάσεις και την ενίσχυση του μεταξύ των ανταγωνισμού

Τι είναι το Διεθνές Πρόγραμμα PISA

  • Tο Kέντρο Eκπαιδευτικής Έρευνας (K.E.E.) έχει αναλάβει την ευθύνη διεξαγωγής του Διεθνούς Προγράμματος για την αξιολόγηση των μαθητών – PISA 2012 (Programme for International Student Assessment), που πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Oργανισμού Oικονομικής Συνεργασίας και Aνάπτυξης (OOΣA).
  • Σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας «το πρόγραμμα αυτό διεξάγεται σε 67 χώρες και διερευνά την ικανότητα εφαρμογής των γνώσεων και δεξιοτήτων που έχουν αποκτήσει στο σχολείο οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές/τριες στην επίλυση προβλημάτων της καθημερινής ζωής. Τα γνωστικά πεδία που εξετάζονται είναι τα Mαθηματικά, οι Φυσικές Επιστήμες και η Κατανόηση Kειμένου». Στο πλαίσιο μιας δίωρης γραπτής δοκιμασίας ζητείται από τους μαθητές και μαθήτριες τόσο να αναπτύξουν δικές τους απαντήσεις σε σχετικά ερωτήματα όσο και να απαντήσουν σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής.

Με την ανακοίνωση κάθε χρονιά των αποτελεσμάτων του «Διεθνούς Προγράμματος Αξιολόγησης Μαθητών/-τριών PISA» ανοίγει ο κύκλος του δημόσιου διαλόγου για την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.

Ειδικά για τη χώρα μας, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στη σχετικά χαμηλή θέση στην οποία κατατάσσονται οι μαθητές/μαθήτριες, στις απόπειρες ερμηνείας του φαινομένου και στη συζήτηση για τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν.

Συνήθως, η εξήγηση που προβάλλεται επίσημα από την Πολιτεία για τη σχετικά χαμηλή κατάταξη της χώρας μας είναι ότι οι στόχοι, οι προτεραιότητες και τα κριτήρια αξιολόγησης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος διαφέρουν από τα αντίστοιχα σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Ασφαλώς, αυτή η ερμηνεία δεν είναι αβάσιμη.

Το πρόγραμμα PISA δεν είναι σχεδιασμένο με βάση τους εθνικούς εκπαιδευτικούς στόχους, τη διδακτέα ύλη, και τα προγράμματα, αλλά εφαρμόζει δικές του, διαφορετικές μεθόδους αξιολόγησης του εγγραμματισμού και των ικανοτήτων στην κατανόηση κειμένου, στα μαθηματικά, και στις φυσικές επιστήμες.
Δεν επαρκεί όμως αυτό το δεδομένο για να αναλυθεί το φαινόμενο σε όλη του την έκταση.

Το πρόγραμμα PISA, λόγω του χαρακτήρα του, δεν προσφέρεται στην αιτιακή ερμηνεία του φαινομένου των χαμηλών ή υψηλών επιδόσεων.
Καθώς βασίζεται σε περιορισμένο δείγμα σχολείων και μαθητών/-τριών, παρέχει μόνο ένα στιγμιότυπο των επιδόσεων της ομάδας-δείγματος, σε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της σχολικής ζωής.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η απώτατη μέτρηση της ποιότητας των εκπαιδευτικών συστημάτων.

Οι εντυπώσεις που προκαλεί στη δημόσια συζήτηση και ο πολιτικός του αντίκτυπος είναι τεράστια. Έφτασε στο σημείο, μάλιστα, να θεωρηθεί από τους διαμορφωτές της πολιτικής, από τα μέσα ενημέρωσης και από παράγοντες που επηρεάζουν την κοινή γνώμη ως η επαρκής απόδειξη της επιτυχίας ή αποτυχίας των εκπαιδευτικών συστημάτων.
Αυτό οφείλεται, κατά ένα μέρος, στην αξιοποίηση των πινάκων που παρέχει, όπου οι χώρες συγκρίνονται μεταξύ τους και κατατάσσονται σύμφωνα με το μέσο όρο των αποτελεσμάτων που καθεμιά παρουσίασε.
Ωστόσο, η ποσοτική έκφραση ποιοτικών χαρακτηριστικών, πάνω στην οποία βασίζεται το πρόγραμμα PISA, έχει αμφισβητηθεί σε μεγάλο βαθμό από μεγάλο μέρος των ειδικών επιστημόνων.

Στους εκπαιδευτικούς και παιδαγωγικούς κύκλους σε όλο τον κόσμο επικρατεί σκεπτικισμός και ανησυχία σχετικά με τις προθέσεις αξιοποίησης των αποτελεσμάτων του Προγράμματος PISA από παράγοντες της πολιτικής προκειμένου να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες.

Στις χώρες όπου οι μαθητές καταγράφουν υψηλές επιδόσεις οι πολιτικοί συγχαίρουν τους εαυτούς τους και πιστώνονται με μια αποτελεσματική εκπαιδευτική πολιτική.
Στις χώρες με χαμηλότερα επιτεύγματα, οι πολιτικοί κατηγορούν τους εκπαιδευτικούς για την κακή απόδοση.
Και στις δύο περιστάσεις, οι αναφορές των μέσων ενημέρωσης τείνουν να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στην κατάταξη και διολισθαίνουν εύκολα σε μια απλουστευτική προσέγγιση του τύπου «πίνακας βαθμολογίας πρωταθλήματος».
Ωστόσο, η πολυπλοκότητα της εκπαίδευσης δεν επιτρέπει τέτοιες προσεγγίσεις, στις οποίες οι μαθητές και μαθήτριες κάποιων χωρών απεικονίζονται ως νικητές και άλλων ως ηττημένοι.

Το πρόγραμμα PISA ισχυρίζεται ότι οι δοκιμασίες του σχεδιάστηκαν για να υποστηρίξουν τις κυβερνήσεις να εκπαιδεύουν τους μαθητές να «αντιμετωπίζουν τις ραγδαίες αλλαγές, να βρίσκουν εργασίες που δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί, να χρησιμοποιούν τεχνολογίες που δεν έχουν ακόμη εφευρεθεί, να επιλύουν προβλήματα που δεν έχουν ακόμη προκύψει», (σύμφωνα με την παρουσίαση από τον Μ. Davidsonth την 1η Δεκεμβρίου 2010).
Αυτοί οι ισχυρισμοί όμως είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμοι, καθώς δεν υπάρχει απόδειξη ότι η επίδοση στις δοκιμασίες του προγράμματος PISA αποτελεί σχετική πρόβλεψη για τη μελλοντική επιτυχία των ατόμων.

Σύμφωνα με την Education International:

  • “Το Πρόγραμμα PISA μπορεί να προσφέρει μόνο μια στιγμιαία απεικόνιση του πώς μια ομάδα μαθητών/μαθητριών αποκρίνεται σε ένα σύνολο ασκήσεων και κριτηρίων. Δεν απεικονίζει, γιατί δεν μπορεί να το κάνει, μια συνολική εικόνα της εκπαίδευσης σε οποιαδήποτε χώρα”.
  • “Πρέπει να ανησυχούν σοβαρά οι συνδικαλιστές των εκπαιδευτικών, όταν βλέπουν τις εθνικές κυβερνήσεις να εφαρμόζουν τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις με δηλωμένο στόχο την υψηλότερη θέση στην PISA. Τέτοιοι επιφανειακοί στόχοι απειλούν βαθιά την ποιότητα της εκπαίδευσης και την πρόσβαση στην εκπαίδευση για όλους”.

Το Πρόγραμμα PISA έχει πολλά και σοβαρά μειονεκτήματα:

  • Αξιολογεί μόνο ένα μέρος των γνώσεων και δεξιοτήτων σε ορισμένα βασικά μαθήματα του σχολικού προγράμματος, και είναι προσανατολισμένο περισσότερο προς την πράξη και την εφαρμογή παρά προς τη θεωρία. Δεν καλύπτει το πλήρες πρόγραμμα σπουδών, εστιάζει μόνο σε μία περιορισμένη ομάδα ελάχιστων θεματικών περιοχών, παραμερίζοντας ιδιαίτερα σημαντικούς παράγοντες όπως οι καλές τέχνες, οι φιλολογικές και οι κοινωνικές επιστήμες.
  • Εμφορείται, συνεπώς, σε μεγάλο βαθμό από μια έντονα τεχνοκρατική προσέγγιση, που στοχεύει έμμεσα στην προσαρμογή των παρεχόμενων από το σχολείο γνώσεων σε μια κοινή κατεύθυνση, που υπαγορεύεται κατά βάση από τις απαιτήσεις της αγοράς.
  • Η προσαρμογή των γνώσεων που παρέχει το σχολείο στις κλίσεις και τις δεξιότητες των παιδιών και η ανάπτυξη της ικανότητας εφαρμογής των γνώσεων αυτών στην καθημερινή τους ζωή αποτελούν μόνο ένα από τους σκοπούς της εκπαίδευσης που επιδιώκει το σχολείο.
  • Ακόμη λιγότερο αξιόπιστα και έγκυρα είναι τα αποτελέσματα του διαγωνισμού όταν συσχετιστούν με τις διαφορετικές συνθήκες διεξαγωγής του σε κάθε χώρα.
  • Διαφέρουν από χώρα σε χώρα και οι παράγοντες που αφορούν το επίπεδο οργάνωσης και λειτουργίας των εκπαιδευτικών συστημάτων, την κουλτούρα των εκπαιδευτικών και μαθητών και τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογούνται τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα.
  • Τα αποτελέσματα του PISA δεν μπορούν να αποτελέσουν μέτρο σύγκρισης εκπαιδευτικών συστημάτων ούτε η κατάταξη των κρατών στην έρευνα αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως βάση για τη διατύπωση «οδηγιών» για τα κράτη που συμμετέχουν σχετικά με το πώς ή τι πρέπει να αλλάξουν τα εκπαιδευτικά τους συστήματα.
  • Η απόδοση των μαθητών και μαθητριών στο διαγωνισμό δεν εξαρτάται μονοσήμαντα από την ευφυΐα ή την εργατικότητά τους, ή από το ενδιαφέρον και την προσπάθεια των εκπαιδευτικών.
    Επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως είναι: το αναλυτικό πρόγραμμα του σχετικού μαθήματος, οι τεχνικές εξέτασης και αξιολόγησης του διαγωνισμού, το παιδαγωγικό κλίμα που χαρακτηρίζει κάθε σχολείο καθώς και το κλίμα που χαρακτηρίζει το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον του μαθητή / της μαθήτριας, και βρίσκεται σε συνάρτηση με την κουλτούρα και την κυρίαρχη νοοτροπία σε όλα τα επίπεδα για το τι σημαίνει μάθηση και μόρφωση.

Από την άλλη πλευρά, η έρευνα PISA παρέχει και κάποια ενδιαφέροντα πορίσματα.

  • Καταρχάς, τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ των χωρών στην κατάταξή τους στα διάφορα επίπεδα επίδοσης βάσει του εθνικού εισοδήματος. Χώρες με υψηλότερα εθνικά εισοδήματα τείνουν να έχουν καλύτερη απόδοση.
  • Η απόσταση, όμως, ανάμεσα στους μαθητές και μαθήτριες στο εσωτερικό κάθε χώρας είναι μεγαλύτερη από αυτή μεταξύ διαφορετικών χωρών, και συσχετίζεται με το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργεί το σχολείο.
  • Επιβεβαιώνεται, έτσι, και από αυτή την έρευνα ότι η απόδοση των μαθητών και μαθητριών επηρεάζεται άμεσα από τις κοινωνικές, οικονομικές και μορφωτικές ανισότητες του κοινωνικού περιβάλλοντος.

Το πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει ειδικό ερωτηματολόγιο για εκπαιδευτικούς, ενώ προβλέπει να ερωτηθούν άλλοι παράγοντες, όπως οι διευθυντές των σχολικών μονάδων και πολιτικοί παράγοντες.
Επιβεβαιώνεται έτσι, όπως αναφέρει και η Education International, «ότι οι απόψεις των εκπαιδευτικών δε λαμβάνονται υπόψη σε αυτού του είδους τις διεθνείς έρευνες, παρότι διαδραματίζουν πρωταρχικής σημασίας ρόλο στη μαθησιακή διαδικασία».

Για την ουσιαστική βελτίωση της εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τα όποια πορίσματα του προγράμματος PISA ή άλλων ανάλογων, πρέπει να προωθηθούν αλλαγές στη δομή και στο περιεχόμενο του σχολείου, στις μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης και στην αξιοποίηση των αναγκαίων κατά περίπτωση διδακτικών μέσων.
Και ασφαλώς, από τους στόχους της εκπαίδευσης δεν πρέπει να απουσιάζει και η καλλιέργεια των αναγκαίων δεξιοτήτων για την επίλυση προβλημάτων της καθημερινής ζωής.

Καθώς επιβεβαιώνεται η θετική συσχέτιση των υψηλών εκπαιδευτικών επιδόσεων με τους διατιθέμενους πόρους για την εκπαίδευση, προκύπτει η ανάγκη της αύξησης των δαπανών για την εκπαίδευση.

Προς την ίδια κατεύθυνση, είναι αναγκαίο να βελτιωθούν οι συνθήκες της υλικοτεχνικής υποδομής των σχολείων, να αντιμετωπιστούν οι αρρυθμίες που παρατηρούνται με την έναρξη κάθε σχολικού έτους σε ό,τι αφορά την έγκαιρη και επαρκή στελέχωση των σχολείων με διδακτικό προσωπικό και τον εφοδιασμό τους με κατάλληλα διδακτικά βιβλία και υλικά, και να ανανεωθούν οι παιδαγωγικές μέθοδοι.
Όλα αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν τη δραστική αύξηση των πόρων που διατίθενται για την παιδεία τουλάχιστον στο ποσοστό του 5% του ΑΕΠ, που αποτελεί και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την υποστήριξη του εκπαιδευτικού προσωπικού, που αποτελεί το κλειδί για οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στην εκπαίδευση.

Τέτοια μέτρα είναι:
η βελτίωση της αρχικής εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, η καθιέρωση της συστηματικής, ετήσιας διάρκειας επιμόρφωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού με ταυτόχρονη απαλλαγή από τα διδακτικά καθήκοντα, η ουσιαστική εισαγωγική επιμόρφωση μετά το διορισμό, η διατήρηση και ενίσχυση του θεσμού των εκπαιδευτικών αδειών, η θεσμοθέτηση της Μετεκπαίδευσης και για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, και η διεύρυνση και ενίσχυση των προγραμμάτων ανταλλαγής εκπαιδευτικών και των υποτροφιών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Επειδή γίνονται συχνές αναφορές και στη χώρα μας για το φιλανδικό εκπαιδευτικό πρότυπο, είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε εδώ πως, σύμφωνα με τους Φιλανδούς εκπαιδευτικούς, η υψηλή ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα τους οφείλεται κυρίως σε παράγοντες όπως :
η μεγάλη σημασία που δίνουν στην εκπαίδευση και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η ισόρροπη και χωρίς ανταγωνισμούς, ανάπτυξη των σχολικών μονάδων, η παροχή από το σχολείο ενός συνόλου υπηρεσιών όπως δωρεάν γεύματα, προληπτικά προγράμματα υγείας κ.ά., που καλύπτουν έτσι πολλές ανάγκες των μαθητών.
Σημαντικό στοιχείο του Φιλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι, ακόμη, η εμπιστοσύνη στο έργο των εκπαιδευτικών και όχι ο διοικητικός τους έλεγχος.
Και βέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως η Φιλανδία διαθέτει υπερδιπλάσιους πόρους για την εκπαίδευση από ό,τι η χώρα μας και αναγνωρίζοντας το έργο των εκπαιδευτικών αμείβει τους εκπαιδευτικούς της με διπλάσιο μισθό από ό,τι στην Ελλάδα.

Οδηγός στην όποια προσπάθεια για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν μπορεί να είναι οι κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και, γενικότερα, η φιλοσοφία και οι επιδιώξεις των δυνάμεων της αγοράς, αλλά οι τεκμηριωμένες θέσεις και προτάσεις του εκπαιδευτικού κινήματος, που έχουν κοινό βηματισμό με τις ανάγκες και τα οράματα της ελληνικής κοινωνίας.

Η αξιολόγηση ως γοητεία και ως εφιάλτης:


                       Η αξιολόγηση ως γοητεία και ως εφιάλτης:

                       Οι αναδυόμενοι οίκοι αξιολόγησης στην εκπαίδευση

                 Μαυρογιώργος Γιώργος *, Αγγελακοπούλου Φωτεινή    Ιωάννου Κ. Μαρία, Σιάηλου  Θεοδώρα**

 

Καθώς παρακολουθούμε, αμήχανοι πολλές φορές, τις ειδήσεις και τις αναλύσεις  για την παγκόσμια οικονομική κρίση, συχνά  ακούμε για διεθνείς οίκους αξιολόγησης και τις παρεμβάσεις τους στις οικονομικές εξελίξεις. Κατατάσσουν - αναβαθμίζουν ή υποβαθμίζουν  τις οικονομίες των χωρών, τις τράπεζες και άλλους οικονομικούς οργανισμούς, ως προς τη χρηματοπιστωτική τους ικανότητα και τη βιωσιμότητα επενδύσεων και χρεών. Χρησιμοποιούν και κλίμακες,  με συνδυασμούς γραμμάτων της αλφαβήτου και μαθηματικών συμβόλων (+,-), κάτι σαν τα γράμματα (Α.Β.Γ.Δ.) ή τα αστεράκια που χρησιμοποιούμε συχνά στα σχολεία για να αποτυπώσουμε την πρόοδο των μαθητών!

 

Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης: οι σύμβουλοι της «κόλασης»

 

Η ιστορία των οίκων αξιολόγησης συμπληρώνει εκατό περίπου χρόνια  και έχει ενδιαφέρον. Ξεκίνησαν ως σύμβουλοι επιχειρήσεων σε θέματα επένδυσης και αγορών. Η εμφάνιση  της πρώτης εταιρείας αξιολόγησης «πιστωτικών κινδύνων» (με ιδρυτή τον J. Moody)  συνδέεται  με την αναζήτηση επενδυτών που θα αναλάμβαναν τη χρηματοδότηση εταιριών για την ανάπτυξη του σιδηροδρομικού δικτύου των ΗΠΑ στις αρχές του 20ου αιώνα.  Μέσα σε λίγα χρόνια (από το  1909-24)  εμφανίστηκαν τρεις  «διάσημοι», σήμερα,  οίκοι αξιολόγησης που συγκροτούν μια μορφή ολιγοπωλίου συμβουλευτικών υπηρεσιών αγοράς. Αναφέρονται ως το «trio inferno» (το τρίο-κόλαση ) που , σύμφωνα με υπολογισμούς, ελέγχουν το 95% της αγοράς των σχετικών υπηρεσιών. Πολύ σύντομα από σύμβουλοι εξελίχθηκαν σε οίκους αξιολόγησης με τεράστια επιρροή και οικονομική εξουσία.

Σήμερα, κατά γενική ομολογία,  βρισκόμαστε σε μια εποχή  παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής  κρίσης, στο όνομα της οποίας επιβάλλονται δραματικές αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις των εργαζομένων και δραστικές περικοπές στους μισθούς και τις δαπάνες του κράτους πρόνοιας, Για να μη μιλήσουμε για     ενδείξεις συρρίκνωσης της εθνικής κυριαρχίας. Οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης  παρεμβαίνουν συστηματικά και ανακοινώνουν, κατά περίπτωση, ή την απειλή  επερχόμενης υποβάθμισης χωρών και πιστωτικών οργανισμών ή την υποβάθμισή τους, με πολλές συνέπειες στη  «ζούγκλα» των αγορών. Καμιά φορά, υποβαθμίζουν και στην κατηγορία «σκουπίδια»! Υπάρχει και τέτοια  αξιολογική  διαβάθμιση στην αγορά.

Δεν είμαστε ειδικοί για να εμβαθύνουμε στη σχετική ανάλυση. Διαβάζουμε , ωστόσο, ότι τελευταία διατυπώνονται σοβαρές ανησυχίες και  οξύτατες «βολές» από πολιτικούς και οικονομικούς παράγοντες, κατά των οίκων αξιολόγησης. Εκτιμάται ότι οι οίκοι αξιολόγησης « απέτυχαν να ειδοποιήσουν έγκαιρα για την επερχομένη κρίση». Δε φτάνει αυτό, αλλά «βάζουν τρικλοποδιές» ή «κάνουν το δικό τους παιγνίδι επιρροής» ή ότι «δημιουργούν νέα δεδομένα οικονομικής εξουσίας» και ισχύος στις προσπάθειες που καταβάλλονται για έξοδο από την κρίση. Τίθενται θέματα υπερβολικής εξάρτησης από τις αξιολογήσεις, διαφάνειας και έλλειψης αστικής ευθύνης. Είναι ενδιαφέρον ότι οι οίκοι αποζημιώνονται από αυτούς που έχουν ανάγκη δανείων και όχι  από τους πιστωτές. Δε λογοδοτούν και ο μοναδικός τους στόχος είναι η αύξηση των κερδών τους.

Είναι σαφές ότι οι οίκοι αξιολόγησης δεν  έχουν προκαλέσει  την κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Γίνονται, όμως, μέρος του προβλήματος, όταν συνεργάζονται, κάτω από  τις συγκεκριμένες  συνθήκες και όρους, με τις δυνάμεις της λεγόμενης «ελεύθερης αγοράς». Οι παραπάνω σκέψεις και εκτιμήσεις, για τον τρόπο με τον οποίο οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης σιγά-σιγά εξελίχτηκαν  σε ανεξάρτητους και ανεξέλεγκτους ρυθμιστικούς παράγοντες της «αγοράς», μας  έδωσαν την ιδέα να συγκροτήσουμε μια υπόθεση εργασίας για τους αναδυόμενους οίκους αξιολόγησης και στο πεδίο της εκπαίδευσης.

Οι διεθνείς οργανισμοί: Η ομπρέλα και το δίκτυο επιτήρησης

Είναι γνωστό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τα διάφορα όργανά της, ασκεί  και στην εκπαίδευση πολιτικές εναρμόνισης, ισομορφισμού και ομοιοτροπίας, με αποτέλεσμα να έχουμε υποχώρηση του μονοπωλίου του κράτους. Με τα διάφορα κοινοτικά προγράμματα «στήριξης», τις διαβουλεύσεις, τις «οδηγίες», τα  ψηφίσματα, τις συνθήκες,  «κοινούς δείκτες», κ.α. συγκροτείται η άσκηση ευρωπαϊκής εκπαιδευτικής πολιτικής. Η μη συμμόρφωση επισύρει και πρόστιμο από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Αυτά που δρομολογούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση, βέβαια, αποτελούν την περιφερειακή έκφραση πολιτικών επιλογών που ενορχηστρώνονται από  υπερεθνικούς οργανισμούς, σε υψηλότερο επίπεδο. Όπως διαφαίνεται, σε αυτό το επίπεδο έχουμε, από τη μια τον ΟΗΕ και την UNESCO, κι απ την άλλη, τον ΟΟΣΑ, τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ), την Παγκόσμια Τράπεζα, το ΔΝΤ, κ.α.. Όπως γίνεται αντιληπτό, κάτω από αυτές τις συνθήκες, ήδη οι χώρες συμμετέχουν σε ένα αρκετά περίπλοκο και σύνθετο  δίκτυο σχέσεων επιτήρησης, εξουσίας και συμμόρφωσης. Έχει στηθεί, δηλαδή, ένα γιγαντιαίο πλέγμα πλανητικού «Πανοπτικού». Πολλά από όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, σήμερα, αποτυπώνουν ανάγλυφα εκδοχές αυτού του «πανοπτισμού»(«Τρόικα»).

 

Το αχτύπητο δίδυμο: αξιολόγηση και αγορά

 

Θα παραθέσουμε κάποιες σαφείς  ενδείξεις που προαναγγέλλουν την καθιέρωση οίκων αξιολόγησης και στην εκπαίδευση:

·         Ο ΟΟΣΑ , με τους εμπειρογνώμονες- «εργολάβους αξιολογητές» που διαθέτει ή «ενοικιάζει», συντάσσει και δίνει στη δημοσιότητα, μετά από αίτηση χωρών, έκθεση αξιολόγησης των εκπαιδευτικών τους συστημάτων. Οι περισσότερες εκπαιδευτικές αλλαγές που έχουν γίνει τελευταία, σε Ελλάδα και Κύπρο, αναφέρονται στις εκθέσεις  του ΟΟΣΑ, για να εξαγοράσουν τη νομιμοποίησή τους!

·        Ο ΟΟΣΑ, με το PISA,  έχει διεισδύσει  και έχει καθιερώσει ένα σύστημα αξιολόγησης των επιδόσεων των μαθητών και με βάση αυτές συντάσσει έναν πίνακα κατάταξης. Η Κύπρος  ετοιμάζεται πυρετωδώς για να συμμετάσχει (επιτέλους!), για πρώτη φορά, σε αυτό. Η Κύπρος δηλαδή περιμένει το PISA για να κατατάξει το εκπαιδευτικό της σύστημα στην παγκόσμια και ανταγωνιστική αγορά της εκπαίδευσης. Ίσως έκανε το λάθος   που ζήλεψε το «τρόπαιο της Φιλανδίας». Θα περιμένουμε τα αποτελέσματα για να δούμε, αν πιάνουν τόπο οι πολύ υψηλές δαπάνες για την εκπαίδευση! Θα περιμένουμε να δούμε και την αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης ! Αυτά κάνει η ακαταμάχητη γοητεία της αξιολόγησης, της σύγκρισης, του ανταγωνισμού και της πρωτιάς. Αξιολόγηση και αποπλάνηση «πάνε χέρι-χέρι». Στην Ελλάδα, στο όνομα της «τελευταίας» θέσης που καταλαμβάνει η εκπαίδευση στον πίνακα του PISA και  με επίκληση της εκτίμησης ότι βρίσκεται «κάτω από το μέσο όρο», έχει δρομολογηθεί, με τους ευφημισμούς για «νέο ψηφιακό σχολείο» και σύγχρονο πανεπιστήμιο, η κατεδάφιση της εκπαίδευσης. Με νόμους της Βουλής,  η εκπαίδευση  εκχωρείται στους  νόμους της αγοράς.

·        Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, μετά το 1990, έχει δρομολογήσει τη διεύρυνση της  κερδοφόρου αγοράς, με την ένταξη σε αυτή και  της εκπαίδευσης. Η εκπαίδευση, δηλαδή, εκπίπτει από δημόσιο και κοινωνικό αγαθό σε εμπόρευμα που θα υπόκειται στους νόμους της αγοράς. Μετατρέπεται σε υπηρεσία, αποστεώνεται από το ουσιαστικό της περιεχόμενο και συνδέεται άμεσα με το κριτήριο της ανταποδοτικότητας. Μαζί με την απελευθέρωση των επαγγελμάτων δρομολογείται και η απελευθέρωση της αγοράς υπηρεσιών εκπαίδευσης.

·        Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, έχουμε σαφείς ενδείξεις για τους αναδυόμενους οίκους αξιολόγησης, με δύο τουλάχιστον εκδοχές:

(1)    Κάθε χρόνο ανακοινώνονται διάφοροι πίνακες παγκόσμιας κατάταξης των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων ( π.χ. η λίστα της Σαγκάης, ο High Impact Universities Research Performance Index). Με το που ανακοινώνονται, αρχίζει ο χορός των υστερικών  συζητήσεων, των επινικίων ή  της θρηνωδίας, της αμφισβήτησης  διαδικασιών και κριτηρίων ή των μεγάλων υποσχέσεων για εντατικοποίηση του παραγόμενου έργου, τον ανταγωνισμό και την «αριστεία». Με τη θετική ή την αρνητική υποδοχή υπογράφεται το πρωτόκολλο του ανταγωνισμού για την πρόοδο της επιστήμης!

(2)    Τα τελευταία είκοσι χρόνια, σε πολλές χώρες,  εφαρμόζονται συστήματα «αξιολόγησης» του ερευνητικού και διδακτικού έργου, με συνέπεια να  έχουν αλλάξει δραματικά το περιεχόμενο και το είδος έρευνας, διδασκαλίας, σπουδών και σχέσεων στα πανεπιστήμια. Τα έντυπα αξιολόγησης, με τα ιερατεία αξιολόγησης που δημιουργούνται, επιβάλλουν εκπτωτικούς, ανταγωνιστικούς και μετρήσιμους ορισμούς για τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την παραγωγή, στο πλαίσιο των κυρίαρχων επιλογών του νεοφιλελευθερισμού. Στην Ελλάδα διαθέτουμε Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή «Διασφάλισης και Πιστοποίησης της Ποιότητας». Δεν είναι τυχαίο ότι διαθέτει και διεθνή ονομασία: Hellenic Quality Assurance and Accreditation, μια και ρητά προβλέπεται  να λειτουργεί στο πλαίσιο των κοινών αρχών του Ευρωπαϊκού χώρου της εκπαίδευσης. Ανάμεσα στις αρμοδιότητές της, διακρίνουμε τη σύνδεση της αξιολόγησης με θέματα στρατηγικού σχεδιασμού, χρηματοδότησης, έγκρισης προγραμμάτων σπουδών και πιστοποίησης. Κάθε Πανεπιστήμιο έχει τη δική του αντίστοιχη μονάδα που ελέγχεται από την κεντρική αρχή. Από τη βάση του πανεπιστημίου μέχρι τα εθνικά και  υπερεθνικά δίκτυα, η αξιολόγηση και οι αξιολογητές  κατέχουν στρατηγική θέση ισχύος.

 Έτσι, κάπως, έχει δομηθεί η αρχιτεκτονική ενός παγκόσμιου πανοτισμού, επιτήρησης, ελέγχου και πιστοποίησης των «εκπαιδευτικών προϊόντων» και των «εκπαιδευτικών υπηρεσιών», με όρους  συνεχούς και αδιάλειπτης αξιολόγησης, ανταγωνισμού, ιεραρχικής κατάταξης, κερδοφορίας,  και κατανάλωσης. Υπάρχει ένα αξιολογικό οικουμενικό μάτι-ιερατείο που τα βλέπει όλα… Το επάγγελμα του εργολάβου-συμβούλου αξιολόγησης φαντάζει προσοδοφόρο και «βγάζει γλώσσα εξουσίας»  σε όσους μελετούν, κάνουν έρευνα και διδάσκουν.

Το στοίχημα;

 Μια και μιλάμε με όρους αγοράς, η υπόθεση εργασίας που κάνουμε είναι ότι : οι μελλοντικοί πανεπιστημιακοί ερευνητές, μετά από λίγα χρόνια, θα διατυπώνουν τις υποθέσεις έρευνας με όρους «στοιχήματος». Βάζουμε, λοιπόν, κι εμείς  στοίχημα  ότι στην αγορά των εκπαιδευτικών υπηρεσιών θα  επαναληφθεί ο σημερινός εφιάλτης των διεθνών οίκων αξιολόγησης. Η απόδοση του στοιχήματος είναι  υψηλή, εκτός και εάν η κοινωνική δυναμική «φέρει τα πάνω –κάτω»… Το διακύβευμα είναι ιδεολογικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό, οπότε…

** Μεταπτυχιακές  φοιτήτριες στο Τμήμα ΕΠΑ του Πανεπιστημίου της Κύπρου (Σεμινάριο: Αξιολόγηση και Ο εκπαιδευτικός ως διανοούμενος)

 

* Διδάσκων στο σεμινάριο. Ομότιμος καθηγητής Παιδαγωγικής. Αντιπρόεδρος του Επιστημονικού  Συμβουλίου του ΥΠΠΟ

Ιστοσελίδα  http://pep.uoi.gr/gmavrog  email: gmavrog@cc.uoi.gr

 

 

 

 

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ – ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ… ΑΠΟΛΥΣΗ!


ΔΙΑΘΕΣΙΜΟΤΗΤΑ – ΚΙΝΗΤΙΚΟΤΗΤΑ… ΑΠΟΛΥΣΗ!

Η  ανάλγητη και κυνική πολιτική  του υπ. Παιδείας  σε αρμονική πάντα συνεργασία  με αυτή  του  υπ. Διοικητικής Μεταρρύθμισης  συνεχίζεται  και  ο  χρόνος  που  θα οριστικοποιηθεί  ένα  μεγάλο  χτύπημα   στη  Δημόσια  Τεχνική  Εκπαίδευση  στη  χώρα  μας  κυλάει  πλέον με  αντίστροφη  μέτρηση.

Το πρόβλημα είναι γνωστό στους περισσότερους,  ιδίως  σ’ αυτούς που το ζουν  καθημερινά (καθηγητές σε διαθεσιμότητα), σ’ αυτούς που το διαπίστωσαν από την απουσία των συναδέλφων τους στα σχολεία (σύλλογοι διδασκόντων ΕΠΑΛ-ΕΠΑΣ) και σ’ αυτούς που δέχονται τις συνέπειες του (μαθητές-γονείς). Ας το θυμίσουμε όμως ξανά με δύο λόγια. Με την  ψήφιση  του  άρθρου 82  του  νόμου 4172/13,  η  κυβέρνηση  καταργεί 52  ειδικότητες  εκπαιδευτικών, καταργώντας  σημαντικά τμήματα   της Τεχνικής και  Επαγγελματικής Εκπαίδευσης  και θέτει σε διαθεσιμότητα  και στον  προθάλαμο  της απόλυσης  2.500  εκπαιδευτικούς,  ενώ παράλληλα εξαφανίζει  από 20.000 μαθητές περίπου, τον τομέα στον οποίο φοιτούσαν.  Οι κυριότεροι στόχοι,  όπως καθαρά πλέον  διαφαίνονται είναι δύο:  ένα  μεγάλο μέρος της εκπαίδευσης οδηγείται στα χέρια ιδιωτών, ενώ παράλληλα συντελείται ένα μεγάλο χτύπημα  στις  εργασιακές  μας σχέσεις, όχι  μόνο σε εμάς που βρισκόμαστε σε διαθεσιμότητα  αλλά και σ’ όλον τον  κλάδο.

Τα τελευταία γεγονότα έχουν  ως εξής:  Στις 10/12/13,  με απόφαση του  διοικητικού  εφετείου, όσοι συνάδελφοι  είχαν κερδίσει  προσωρινά  ασφαλιστικά  μέτρα  και  είχαν  επιστρέψει  στις θέσεις τους  για λόγους «δημοσίου  συμφέροντος» γυρίζουν  και  πάλι στο  καθεστώς της διαθεσιμότητας. Με την  απόφαση  αυτή το  υπ. Παιδείας,  εφαρμόζει  τη  πολιτική  της πυγμής απέναντι  σε όσους εργαζόμενους αγωνίζονται με κάθε τρόπο, για το δικαίωμα στη δουλειά.  Η  συγκεκριμένη ενέργεια  αποσκοπούσε : α) να εξαναγκάσει  όλους  όσους  είναι σε διαθεσιμότητα  να μπουν  σε καθεστώς  κινητικότητας  έτσι  ώστε να βγει  το  κομμάτι εκείνο που θα οδηγηθεί  σε απόλυση και  β) να εμφανίσει ως  «τετελεσμένο» την  απομάκρυνση  των συναδέλφων από το  συγκεκριμένο χώρο  της εκπαίδευσης,  με απλά λόγια  από τα σχολεία στα οποία εργάζονταν.

Ποια είναι όμως κινητικότητα που μας ετοιμάζουν και που αποσκοπεί;

Α) Ενώ στις 22 Μαρτίου του 2014 λήγει η προθεσμία, η σχετική εγκύκλιος που ρυθμίζει  την διαδικασία εκδόθηκε μόλις πριν λίγες μέρες και ενώ τρέχουν οι ολιγοήμερες προθεσμίες, δεν μπορούν να υποβληθούν οι αιτήσεις, λόγω  ανετοιμότητας και  διοικητικών παραλείψεων του υπουργείου.

Β) Οι προσφερόμενες θέσεις  είναι  κατά 500 λιγότερες από το σύνολο των εκπαιδευτικών σε διαθεσιμότητα, δηλαδή εκ των προτέρων οδηγούνται σε απόλυση ισάριθμοι συνάδελφοί μας, παρά το ότι  όλο  το  προηγούμενο  διάστημα   ο  Υπουργός  Παιδείας  ψευδόταν  δημοσίως   ότι  μας  έχει «τακτοποιήσει». Στο  νομό  Καρδίτσας  ενώ   σε  διαθεσιμότητα είναι  29  καθηγητές,  οι προσφερόμενες  θέσεις  είναι  19! Σημαντικό  στοιχείο  αποτελεί  ακόμη  ότι 188 θέσεις (βρεφονηπιοκόμοι)  είναι εκτός δομών του υπουργείου Παιδείας  ενώ  άλλοι  θα αναγκαστούν να αλλάξουν  επάγγελμα.

Γ) Καθιερώνεται  ένα  καθεστώς  μοριοδότησης, από τον  υπουργό  Διοικητικής  Μεταρρύθμισης,  που  σκόπιμα  οδηγεί  σε διάσπαση  τον  κλάδο,  αφού αδικείται  μια  μεγάλη  μερίδα  συναδέλφων  που  έχει  διοριστεί  με τον  αξιοκρατικό  τρόπο  της  επετηρίδας.  Είναι   πολύ εύκολο κάποιος συνάδελφος μας ,  υποχρεωτικά  να μετακινηθεί  σε  άλλη  πόλη  ή  αλλιώς, αν  δε δεχτεί τη θέση, να οδηγηθεί  στην  απόλυση.

Δ) Τίθεται  ως  προαπαιτούμενο υποβολής  αίτησης  η  παιδαγωγική  επάρκεια.  Το  γεγονός αυτό  αφήνει  εκτός διαδικασίας εκπαιδευτικούς, που  διορίστηκαν  με  πολιτική  ευθύνη χωρίς  το  πτυχίο  αυτό. Όταν  οι εκπαιδευτικοί αυτοί  τα προηγούμενα χρόνια ζητούσαν  να  αποκτήσουν  το  παιδαγωγικό αυτό  πτυχίο συναντούσαν  την  άρνηση   του υπουργείου.

Ε) Η προκήρυξη που  αφορά όσους  έχουν  δεύτερα  πτυχία (233 θέσεις ) δεν  αφορά όλους  όσους  τα  έχουν. Εξαιρεί π.χ. φυσικούς ,γυμναστές, μαθηματικούς , οικονομίας-διοίκησης κ.ά.

Στ) Υπάρχουν  ειδικότητες  για τις οποίες δεν γίνεται καμία αναφορά στην προκήρυξη,  γεγονός που σημαίνει  ότι αυτοί οι συνάδελφοι οδηγούνται κατευθείαν στην απόλυση.

Η  συντονιστική επιτροπή  αγώνα καθηγητών της Καρδίτσας,  καλεί  όλους τους εκπαιδευτικούς, με  το  ξεκίνημα  της  νέας  χρονιάς να  δώσουμε  αποφασιστικά και δυναμικά την  απάντηση  σε όλα αυτά που   «θα  γίνουν  για εμάς  χωρίς  εμάς».

Δεν  θα  επιτρέψουμε, να περάσει  το  σχέδιο τους  που μας  θέλει   διασπασμένους, ανασφαλείς  και υποταγμένους.

Η μοριοδότηση σημαίνει ότι κάποιοι εκ των προτέρων αποκλείονται, μένουν  ουσιαστικά εκτός της δυνατότητας να «επιλεγούν». Επειδή όμως η διαδικασία προχωρά, απαιτούμε:

 

Απαιτούμε :

-   Να μην υπάρχει  καμιά διάκριση  μεταξύ των εκπαιδευτικών ανάλογα με τον  τρόπο  διορισμού τους (ΑΣΕΠ ή επετηρίδα)

-   Να ισχύουν οι όροι και τα προσόντα που ίσχυαν όταν έγιναν οι διορισμοί.

-   Να δοθούν  τόσες οργανικές  θέσεις  σε δομές του  υπουργείου  Παιδείας, όσοι είναι οι εκπαιδευτικοί που βρίσκονται σε διαθεσιμότητα με βάση την εντοπιότητα 

 

ΟΙ ΑΓΩΝΕΣ ΜΑΣ ΘΑ ΒΡΟΥΝ ΤΗΝ ΠΛΗΡΗ ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΤΟΥΣ, ΟΤΑΝ ΟΛΟΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΘΗΓΗΤΕΣ ΕΠΙΣΤΡΕΨΟΥΝ ΣΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΟΥΣ, ΜΕ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΤΟΜΕΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΩΝ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΠΑ.Λ .

 ΝΑ ΓΥΡΙΣΟΥΜΕ ΣΤΟΥΣ  ΧΩΡΟΥΣ ΠΟΥ  ΧΡΟΝΙΑ ΥΠΗΡΕΤΟΥΣΑΜΕ  ΩΣ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ, ΔΙΠΛΑ  ΣΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΜΑΣ ΠΟΥ ΜΑΣ ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ

 

Για τη Συντονιστική Επιτροπή Αγώνα Καθηγητών  της Καρδίτσας

Καπέκας Αποστόλης
                                                                                                                                                Ματιάτου Διονυσία
                                                                                                                                                              Σδογκος Αθανάσιος 

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Σχετικά με τις «μικρές επαναστάσεις» του κ. Συμεών Κεδίκογλου στην πρωινή εκπομπή του MEGA (27-12-13)


Σχετικά με τις «μικρές επαναστάσεις» του κ. Συμεών Κεδίκογλου στην πρωινή εκπομπή του MEGA (27-12-13)

 

«Επαναστάτης χωρίς αιτία» αποδεικνύεται ο Υφυπουργός κύριος Κεδίκογλου, στη σπουδή του να εκφράσει για άλλη μια φορά την απέχθειά του προς τα συνδικαλιστικά - και όχι μόνο – δικαιώματα των εκπαιδευτικών. Θα ήταν όμως προτιμότερο να αφήσει κατά μέρος τις «μικρές επαναστάσεις» του και να πράξει τα αυτονόητα: να ενημερώνεται καλύτερα και να φροντίζει να πράττει το χρέος του προς τους μαθητές και τις οικογένειές τους καλύπτοντας τα κενά, που εν μέσω των εορτών και του σχολικού έτους υφίστανται ακόμη στα σχολεία και διαψεύδουν τις ελέω επικοινωνίας ανακρίβειες που εκτοξεύονται με ανησυχητικό πια ρυθμό από το Υπουργείο Παιδείας και τους επικεφαλής του.

Ας ενημερώσει, λοιπόν, κάποιος τον κύριο υφυπουργό, ότι οι εκπαιδευτικοί που λάμβαναν εκπαιδευτική άδεια για να εκπονήσουν τις μεταπτυχιακές σπουδές τους ήταν υποχρεωμένοι να προσκομίζουν κάθε χρόνο βεβαίωση που να αποδεικνύει την πρόοδο ή την ολοκλήρωσή τους. Άλλωστε αυτή ήταν και η ελάχιστη προϋπόθεση για την ανανέωση της άδειάς τους από έτος σε έτος. Αυτά βέβαια ίσχυαν τον καιρό που οι εκπαιδευτικοί είχαν τη δυνατότητα να πάρουν εκπαιδευτική άδεια για μεταπτυχιακές σπουδές. Τώρα πια οι εκπαιδευτικές άδειες, όπως και η συστηματική επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, έχουν πρακτικά καταργηθεί.

Η αυτονόητη δήλωση ότι όποιος έχει δικαστεί δεν μπορεί να βρίσκεται σε θέση ευθύνης είναι, πολύ απλά, κενή περιεχομένου. Μάλλον «να έχει καταδικαστεί» θα ήθελε να πει ο κύριος υφυπουργός, κάτι το οποίο ισχύει ούτως ή άλλως (ν. 3848 αρ. 11 παρ. 12. «Δεν επιλέγεται ως στέλεχος της εκπαίδευσης εκ¬παιδευτικός ο οποίος έχει καταδικαστεί τελεσίδικα για πειθαρχικό παράπτωμα από αυτά που ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 109 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 3528/2007, ΦΕΚ 26 Α΄) ή για τον οποίον συντρέχουν τα κωλύματα διορισμού της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ίδιου Κώδικα»).

Κενός περιεχομένου είναι και ο χαρακτηρισμός «μικρή επανάσταση», που αναφέρεται στο επίτευγμα του Υπουργείου Παιδείας να… ετοιμάζεται να καταθέσει νομοσχέδιο για την ειδική αγωγή με σκοπό να καλυφθούν τα κενά! Είναι γνωστό σε όλους ότι τα κενά στα σχολεία δεν καλύπτονται με νομοσχέδια, αλλά με αύξηση των πιστώσεων και νέους διορισμούς. Σε μερικές μέρες μπαίνουμε στο νέο έτος. Το αντιλαμβάνεται αυτό ο κύριος υφυπουργός όταν μιλά για μικρές επαναστάσεις ή έχουν χάσει και οι λέξεις το νόημά τους;

Τέλος, αδυνατούμε ειλικρινά να σχολιάσουμε την εξαγγελία του κυρίου υφυπουργού σχετικά με τον καθορισμό επαγγελματικών δικαιωμάτων στην Τεχνική Επαγγελματική Εκπαίδευση. Αφήνουμε κι αυτή τη «μικρή επανάσταση» στην κρίση των μαθητών των πολύπαθων ΕΠΑΛ και των γονιών τους. Αλήθεια, γνωρίζει ο κύριος Κεδίκογλου ότι υπάρχουν ακόμα μαθητές που δεν διδάσκονται ούτε τα μαθήματα ειδικότητας στα οποία θα εξεταστούν πανελλαδικά ή πρέπει κάποιος να τον ενημερώσει και γι’ αυτό;

Η μελετημένη και «κατόπιν αξιολόγησης των δομών» επίθεση του υπουργείου στην Τ.Ε.Ε και οι, επιεικώς, απαράδεκτοι χειρισμοί του υπουργείου έριξαν τους μαθητές και εκπαιδευτικούς των ΕΠΑΛ και ΕΠΑΣ σε μια περιπέτεια (διαθεσιμότητα) που δύσκολα μπορεί ο ανθρώπινος νους να συλλάβει. Άλλη μια «μικρή επανάσταση» κι αυτή, να υποθέσουμε;

Καλή χρονιά ευχόμαστε στον κύριο υφυπουργό και παραμένουμε στη διάθεσή του για να τον ενημερώσουμε για όλα όσα επιμένει να παριστάνει ότι αγνοεί.

 

Αθήνα 27-12-2013

 

Από το Γραφείο Τύπου της ΟΛΜΕ