Δευτέρα 24 Αυγούστου 2015
7 μήνες πολιτικής απάτης ζητάνε τη …δικαίωσή τους!
7 μήνες πολιτικής απάτης ζητάνε τη …δικαίωσή τους!
Από το ιστολόγιο του Εξαποδώ!
5 μήνες έκαναν ότι διαπραγματεύονταν και κατάντησαν οι αρλεκίνοι της Ευρώπης. Οργάνωσαν ένα βοναπαρτιστικό δημοψήφισμα για να εγκλωβίσουν τον λαό και το κόμμα τους και να μπορέσουν να συμφωνήσουν τα δεκαπλά από αυτά που θα μπορούσαν να συμφωνήσουν από τον πρώτο μήνα, διαλύοντας ταυτόχρονα ό,τι είχε απομείνει από την οικονομία και το τραπεζικό σύστημα. Έφεραν και ψήφισαν ένα Μνημόνιο ισοκαταστροφικό με τα δύο πρώτα. Τώρα οργανώνουν εκλογές για να ξεφορτωθούν τους ανυπάκουους του κόμματος και να κάνουν αυτό που θα μπορούσαν να κάνουν και από την παρούσα Βουλή (δηλαδή συγκυβέρνηση με τους άλλους μνημονιακούς, τους παλαιούς).7 μήνες δεν κυβέρνησαν σχεδόν σε κανέναν τομέα, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ο ένας, υπεύθυνος για την Παραγωγική Ανασυγκρότηση τάχα, ασχολιόταν με την αρθρογραφία της Ίσκρα (αν δεν έψαχνε Ρώσικες κατουρημένες ποδιές να φιλήσει), το ζεύγος ικανοποιούσε την φαντασίωσή του για ανοιχτά σύνορα, ο άλλος περίμενε να τον παρακαλέσουν οι δανειστές να μας …δανείσουν για να σώσει το ασφαλιστικό, έτερος αναγνώριζε το Κόσοβο, κλπ, κλπ, κλπ.
Ο εσμός αυτός τσαρλατάνων, γνωστός πλέον μετά τις αποχωρήσεις των διαφωνούντων, ως ΣΥΡΙΖΑ-Μαξίμου, έχει το θράσος να ζητάει επειγόντως την ψήφο μας για να «δικαιωθεί» για τις άοκνες προσπάθειές του για το «καλό της χώρας και του λαού». Τι απάντηση θα του δώσουμε ως λαός; Επιτρέψτε μου να μην είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Είμαστε τόσο αλαλιασμένοι που τη ζητάει την πολιτική απάτη το αίμα μας. Ο Χαντζόπουλος τα σκιτσάρει καλύτερα:
Ο εσμός αυτός τσαρλατάνων, γνωστός πλέον μετά τις αποχωρήσεις των διαφωνούντων, ως ΣΥΡΙΖΑ-Μαξίμου, έχει το θράσος να ζητάει επειγόντως την ψήφο μας για να «δικαιωθεί» για τις άοκνες προσπάθειές του για το «καλό της χώρας και του λαού». Τι απάντηση θα του δώσουμε ως λαός; Επιτρέψτε μου να μην είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Είμαστε τόσο αλαλιασμένοι που τη ζητάει την πολιτική απάτη το αίμα μας. Ο Χαντζόπουλος τα σκιτσάρει καλύτερα:
Τετάρτη 19 Αυγούστου 2015
Το σύνδρομο του ευρώ
Το σύνδρομο του ευρώ
Η μνημονιακή 6ετία κατεδάφισε, μεταξύ
πολλών άλλων και, ένα ολόκληρο σύστημα από βεβαιότητες που είχε εγκαθιδρυθεί
στο συλλογικό ψυχισμό των νεοελλήνων της μεταπολιτευτικής περιόδου
του Αντώνη
Ανδρουλιδάκη
Η διαρκώς αυξανόμενη
καταναλωτική ευμάρεια, η ατελεύτητη «πρόοδος», η ὀλο και «ισχυρότερη» Ελλάδα, ο
ακατάσχετος ναρκισσισμός, η κάθε λογής «ευκολία», ο απολιτίκ ωχαδερφισμός, η
ακόρεστη δίψα αχαλίνωτων επιθυμιών, αλλά και πολλά σημαντικά άλλα, όπως τα
κατακτημένα δικαιώματα της εργασίας, ένα στοιχειώδες κοινωνικό κράτος, μια
στοιχειώδης αίσθηση ασφάλειας για το αύριο κ.λπ. προσέκρουσαν με πάταγο στον
τοίχο των Μνημονίων, που ήταν πάντα χτισμένος με τα υλικά της ενοχοποίησης ενός
ολόκληρου Λαού «τεμπέληδων και διεφθαρμένων», που είχε έρθει η ώρα τους να
τιμωρηθούν.
Κάπως έτσι, εδώ και παραπάνω από πέντε χρόνια, μια ολόκληρη κοινωνία πέφτει, με ταχύτητα, από σύννεφο σε σύννεφο αναζητώντας επιτέλους κάποιο σταθερό έδαφος λιγότερης αβεβαιότητας.
Τελευταίο σύννεφο, για αρκετούς, η απώλεια ακόμη και του πάλαι ποτέ ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς, που διαβεβαίωνε μέχρι χθες κατηγορηματικά ότι εκείνη είχε σκοπό να πρωτοτυπήσει τηρώντας τις υποσχέσεις της.
Κι’ όμως μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό της κρίσης και της ανασφάλειας, με τις χιλιάδες αυτοκτονίες και τις σχεδόν πολεμικές στατιστικές για τη φτώχεια και την ανεργία, ένας παράγοντας παραμένει πεισματικά ακλόνητος, συσπειρώνοντας πλατιά λαϊκά στρώματα, υπερβαίνοντας κομματικές, ταξικές, ηλικιακές ή όποιες άλλες διαχωριστικές γραμμές: Το ευρώ. Το νόμισμα. Αυτό που νομίζουμε!
«Ο Θεός μας φύλαξε...και δεν γίναμε κομμουνιστές» ήταν το μόνιμο σχόλιο, μιας πάμπτωχης γριάς, στο θεατρικό έργο του Γ. Χασάπογλου «Οι κουραμπιέδες» κι ίσως θα ήταν πιο επίκαιρο αν η σκωπτική αυτή ατάκα μετατρέπονταν στο «Ο Θεός μας φύλαξε...και δεν βγήκαμε από το ευρώ. Και δεν υπάρχει πια καμία αμφιβολία ότι ακόμη και στην διαπραγμάτευση του ΣΥΡΙΖΑ, η τελευταία κόκκινη γραμμή, ο εκ των ων ουκ άνευ όρος που δεν παραβιάστηκε, ήταν η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Δηλαδή, το ευρώ.
Το 70% και πλέον της κοινής γνώμης, με βάση τις δημοσκοπήσεις, τάσσεται σταθερά υπέρ του ευρώ και είναι λίγο δύσκολο να πεισθούμε ότι τα λαϊκά αυτά στρώματα έχουν καταλήξει σε μια τέτοια θέση πεισμένα από τις μακροοικονομικές αναλύσεις που καταδεικνύουν την αδυναμία της χώρας να αποχωρήσει από τη ζώνη του ευρώ.
Ανακύπτει έτσι το ερώτημα: πως και από που αυτή η σχεδόν ομόθυμη «θρησκευτική» πίστη στο ενιαίο νόμισμα, παρά τα όσα δεινά έχουν επισωρευθεί στην ελληνική κοινωνία; Είναι πια τόσο εδραιωμένες, ισχυρές και χρόνιες οι αντιλήψεις που ταύτισαν την καταναλωτική ευχέρεια με το εν προκειμένω νόμισμα, ώστε ούτε η μνημονιακή καταιγίδα κατορθώνει να τις μετασχηματίσει; Το μνημόνιο που «γκρέμισε» 3 κατά σειρά κυβερνήσεις και απειλεί εκ νέου μία τέταρτη; Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα το ευρώ μας μένει, θα γράψει πιθανόν ο λαϊκός στιχουργός του μέλλοντος.
Παραμένει επίσης το ερώτημα: πώς γίνεται άνθρωποι εγνωσμένης ευφυίας, βαθιάς αναλυτικής σκέψης και διαλεκτικής παιδείας –όπως η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ- δεν είχαν καν διανοηθεί να σκεφθούν το ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη και ως εκ τούτου να προετοιμάσουν ένα κατάλληλο για την περίπτωση σχέδιο; Γιατί όλα δείχνουν ότι η έξοδος δεν φάνταζε απλά αδύνατη, αλλά φαινόταν αδιανόητη. Εκτός και αν ο καχύποπτος αναγνώστης ενδώσει σε ένα ακόμη συνωμοσιολογικό σενάριο που μπορεί εύκολα να μας απαλλάξει από τη βάσανο τέτοιων ερωτημάτων.
Τι μετατρέπει εν πάσει περιπτώσει το νόμισμα, το «ευρώ», από εργαλείο οικονομικής πολιτικής σε αυτοσκοπό; Τι κάνει το «ευρώ» sine qua non, υπαρξιακό προαπαιτούμενο της νεοελληνικής κοινωνίας;
Να αποσαφηνίσουμε κατ’ αρχήν ότι και το παρόν άρθρο δεν τολμά καν να πάρει κάποια «φιλο-δραχμική» θέση στο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή», όχι μόνο γιατί το κάθε Σχέδιο Β’ είναι εν πολλοίς –και μέχρι στιγμής- «σχέδιο», ροζ σύννεφο, «ανυποψίαστο» για τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες και αδυναμίες του τόπου, αλλά, κυρίως, γιατί κάθε συζήτηση εξόδου από το ευρώ μοιάζει να είναι καταδικασμένη στη χειρότερη μορφή καταστολής, τη σιωπή.
Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε πρόκειται για «τεχνολογία», με βάση τον τρόπο που ο Μισέλ Φουκώ χρησιμοποιεί την έννοια στο περίφημο έργο του «Η Ιστορία της Σεξουαλικότητας». Είμαστε, δηλαδή, φυλακισμένοι στο ευρώ ως μια τεχνική της εξουσίας που κατορθώνει να ορίζει την κανονικότητα, περίπου κατά τον ίδιο τρόπο που κανονικοποιεί την σεξουαλικότητα. Με απλά λόγια, «όποιος δεν είναι με το ευρώ, δεν είναι κανονικός», είναι γραφικός, είναι ψεκασμένος, δραχμολάγνος, ανήκει στη συμμορία της δραχμής κ.λπ. κ.λπ. Όποιος τολμά να μιλά για εθνικό νόμισμα δεν είναι «κανονικός»!
Αλλά πως επιτυγχάνεται αυτή η διεισδυτικότητα της εξουσιαστικής κανονικοποίησης; Που βρίσκεται το ψυχικό ρήγμα από το οποίο «τρυπώνει»; Η απάντηση στο αντίστοιχο ερώτημα για την «τεχνολογία της σεξουαλικότητας», είναι σχετικά εύκολη αν αναλογιστεί κανείς τη θρησκεία, την ηθική, την υγεία και μια σειρά άλλους παράγοντες-«τεχνολογίες» που έχει επισημάνει εύστοχα ο Φουκώ. Πως μπορεί όμως κάτι τέτοιο να επιτυγχάνεται με ένα νόμισμα;
Να ριψοκινδυνεύσουμε κάποιες σκέψεις, δεκτικές οπωσδήποτε στην κάθε είδους κριτική.
Όλοι, νομίζω, λίγο ως πολύ, θυμόμαστε τον εαυτό μας παιδί να κρατά μια λατρεμένη κουβέρτα, ένα τρυφερό λούτρινο αρκουδάκι, μια πιπίλα ή ένα αγαπημένο κουκλάκι. Κι αν όχι, έχουμε σίγουρα ακούσει τους πλησιέστερους συγγενείς να ανακαλούν εικόνες από το νηπιακό μας παρελθόν, εξιστορώντας παιδικές στιγμές όπου δεν αντέχαμε να αποχωριστούμε, ούτε καν για μερικά δευτερόλεπτα, τέτοια στοργικά αντικείμενα, ενώ κλαίγαμε από φόβο αν τύχαινε να τα χάσουμε ή να μας τα στερήσουν. Για πoιο λόγο αυτή η προσκόλληση με τα παραπάνω αντικείμενα; Για πoιο λόγο ανησυχούσαμε τόσο στην σκέψη και μόνο του αποχωρισμού; Θα μπορούσε το ευρώ να είναι κάτι παρόμοιο για «μεγάλα παιδιά»;
Η θεωρία των «μεταβατικών αντικειμένων» του Donald Winnicot, επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως αυτά. Ο όρος «μεταβατικό αντικείμενο» αναφέρεται στη χρήση οποιουδήποτε αντικειμένου στο οποίο προσκολλάται ένα παιδί, λόγω κάποιου είδους συναισθηματικής στέρησης, κυρίως στην πρώτη δύσκολη κατάσταση όπου το βρέφος αρχίζει να αντιλαμβάνεται την υποκειμενικότητα του, την ύπαρξη του, ως ξεχωριστή από αυτή της μητέρας. Το αρκουδάκι ή η κουβερτούλα, «έρχονται» να αντισταθμίσουν την απώλεια του συναισθήματος της μητρικής στοργής και αγάπης. Το τρυφερό λούτρινο ή η ζεστή κουβερτούλα εξασφαλίζουν ένα υποκατάστατο του μητρικού στήθους, ένα καταφύγιο, όπου κατευνάζονται οι φόβοι και προσφέρεται ένα είδος μαγικής ασφάλειας, ενάντια στην απώλεια του μητρικού ενδιαφέροντος και της αγάπης. Στα αντικείμενα αυτά εσωτερικεύονται επιθυμητά μητρικά συναισθήματα και συμπεριφορές. Είναι το «παραμύθιασμα» που όλοι χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε, για πρώτη φορά, τη δυσμενή κατάσταση της αυθυπαρξίας μας, όντας ξεκομμένοι από το μητρικό στήθος και το χάδι που μας εξασφάλιζε υλική και συναισθηματική τροφή.
Τα μεταβατικά αντικείμενα είναι μια ασπίδα προστασίας για τα παιδιά. Να το ξαναπώ: για τα παιδιά. Γιατί προσφέρουν την αίσθηση της διατήρησης και ενίσχυσης της ταυτότητας τους. Είναι δηλαδή ταυτοτικά, sine qua non στοιχεία για αυτά. Χωρίς το μεταβατικό αντικείμενο τα παιδιά θεωρούν ότι απειλείται ολόκληρος ο κόσμος τους και η ίδια η ταυτότητα τους διαταράσσεται. Το μεταβατικό αντικείμενο είναι πολύτιμο για τα παιδιά. Και επιπλέον το μεταβατικό αντικείμενο εισάγει το παιδί στη συμβολική λειτουργία, εξαιρετικά κρίσιμη για την ψυχική υγεία του. Όπως τονίζουν πολλοί συγγραφείς το μεταβατικό αντικείμενο είναι το πρώτο βήμα προς την ανεξαρτησία και την αυτονομία του Εγώ. Το μεταβατικό αντικείμενο είναι η άμυνα του παιδιού απέναντι στο άγχος και στη θλίψη της απώλειας.
Να ξεκαθαρίσουμε, με την ευκαιρία, ότι πρόκειται για μια απόλυτα ψυχικά υγιή και φυσιολογική διαδικασία, στο βαθμό που η μητέρα -η «αρκετά καλή μητέρα» κατά τον Winnicot- θα οδηγηθεί με ήπια και σταθερά βήματα στην αποδέσμευση της από το βρέφος, έτσι ώστε ούτε να το εγκαταλείψει ούτε να το υπερπροστατεύσει, διευκολύνοντας την εξοικείωση του με το δυσμενές περιβάλλον ενός «άκαρδου κόσμου». Όπως λέει ο Winnicot «η αρκετά καλή μητέρα...ξεκινά με μια σχεδόν πλήρη προσαρμογή στις ανάγκες του βρέφους της και καθώς ο χρόνος προχωράει, αυτή η πλήρης προσαρμογή αρχίζει να γίνεται λίγο λιγότερο και λίγο λιγότερο, σταδιακά, σύμφωνα με την ικανότητα του βρέφους να διαχειρίζεται της αποτυχίες της. Η αρκετά καλή μητέρα βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την τέλεια μητέρα (και προφανώς και με την κακή μητέρα), η οποία ικανοποιεί αμέσως όλες τις ανάγκες του βρέφους και έτσι το εμποδίζει στην ανάπτυξη του»
Έχω την αίσθηση ότι η βιωμένη εμπειρία όλων μας επιβεβαιώνει μια σοβαρή υστέρηση στο πως η μεταπολιτευτική ελληνική κοινωνία αντιλήφθηκε την «αρκετά καλή μητέρα», επιμένοντας μάλλον στο μοντέλο της τέλειας -ή μερικές φορές της απούσας- μητέρας. Η συλλογική αντίληψη, για παράδειγμα, ενός κράτους τροφού που όφειλε να ανταποκρίνεται άμεσα και αναντίρρητα στις ανάγκες όλων των «παιδιών» του, είναι μια πρώτη ένδειξη ότι μάλλον κάτι δεν κάναμε καλά. Η χιουμοριστική εκδοχή της Ελληνίδας μάνας που διακατέχεται από την αγωνία αν ο κανακάρης της φόρεσε το ζακετάκι του, μια δεύτερη.
Αν έπαιρνα τοις μετρητοίς ότι λέει ο ψυχίατρος Ματθαίος Γιωσαφάτ θα έλεγα ότι η νεοελληνική κοινωνία έχει καθηλωθεί στο στοματικό στάδιο ανάπτυξης. Να γιατί, χρειαζόμαστε να μιλάμε πολύ, να καπνίζουμε πολύ, να μας καμαρώνουν πολύ...και να θηλάζουμε πολύ κάποιο μητρικό, γκομενικό, κομματικό ή κρατικό «στήθος». Ο μεταπολιτευτικός νάρκισσος με το γκάμπριο και τα στίλβωντα ζαντολάστιχα δεν απέχει πολύ απ’ αυτήν την ψυχοπαθολογία. Η ίδια προσέγγιση θα μπορούσε να ερμηνεύσει την μεταπολιτευτική έξαρση της ζωοφιλίας, στο βαθμό που το μεταβατικό αντικείμενο-κατοικίδιο «δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ».Οι διαταραχές διατροφής, οι εξαρτήσεις από ουσίες, ο φόβος της κοινωνικής απόρριψης και η στροφή στον καταναλωτικό ηδονισμό, ένα μόνιμο άγχος «μην τυχόν», μπορεί να είναι συνέπειες του ίδιου ζητήματος της «ΜΗ αρκετά καλής μητέρας», που φαίνεται πως κυριάρχησε στην ελληνική πυρηνική οικογένεια των τελευταίων δεκαετιών.
Είναι άραγε το ευρώ το μεταβατικό αντικείμενο που τόσο έχει ανάγκη σ’αυτή τη φάση η νεοελληνική κοινωνία; Είναι το ευρώ η ασπίδα προστασίας του παιδιού μέσα μας; Είναι μια εξουσιαστική «τεχνολογία» συστατική-ιδρυτική της πρόσφατης νεοελληνικής ταυτότητας; Είναι η εσωτερικευμένη άμυνα μας ενάντια στο άγχος και στη θλίψη της μνημονιακής απώλειας; Είναι ένα καταφύγιο που χρειαζόμαστε προκειμένου να κατευνάσουμε τους φόβους μας; Είναι ένα είδος μαγικής ασφάλειας ενάντια στην απώλεια του ενδιαφέροντος και της αγάπης της μητέρας Ευρώπης-Κοινωνικού Κράτους; Είναι το αντικείμενο στο οποίο προβάλλουμε τις επιθυμητές πρακτικές και συμπεριφορές της «φωτισμένης μητέρας-Εσπερίας»; Είναι, εν τέλει, το ευρώ, το «παραμύθιασμα» που χρειαζόμαστε για να τη «βγάλουμε καθαρή»στη δυσμενή κατάσταση της εθνικής μας αυθυπαρξίας ή ανυπαρξίας, έτσι όπως ξαφνικά βρεθήκαμε ξεκομμένοι από το «κράτος-κόμμα-τροφό», που του είχαμε αναθέσει την συναισθηματική και υλική μας τροφή;
Κι αν είναι έτσι, αν πρόκειται για ένα Σύνδρομο, που οι μηχανισμοί της εξουσίας διαχέουν στο κοινωνικό σώμα προκειμένου να το καθηλώνουν σε νηπιώδη κατάσταση, αν ισχύει αυτό που λένε ότι η «ικανότητα» των ανθρώπων να παιδιαρίζουν είναι άπειρη όταν νιώθουν ανασφάλεια, δεν έχει έρθει η ώρα να ενηλικιωθούμε;
Αν είναι έτσι, πότε άραγε θα απελευθερωθούμε από την «πιπίλα» του ευρώ, που επιμένουμε να στριφογυρίζουμε ηδονικά στο στόμα μας, παρά τις κατ’ επανάληψιν πιστοποιήσεις μας ότι πρόκειται για ένα κάλπικο νόμισμα;
Στην τελική, για πόσο ακόμη θα μένουμε παγιδευμένοι, να πατάμε πεισματικά, μέσα στον κουβά με το νερό τον οποίο προσπαθούμε εναγωνίως να σηκώσουμε; Γιατί πρέπει, ντε και καλά, να δούμε τον πάτο του κουβά να ξεχαρβαλώνεται ή το χερούλι να μας μένει στο χέρι;
Το άρθρο στολίζει το έργο “Transitional Objects” της Αnn Harper.
http://www.thepressproject.grΚάπως έτσι, εδώ και παραπάνω από πέντε χρόνια, μια ολόκληρη κοινωνία πέφτει, με ταχύτητα, από σύννεφο σε σύννεφο αναζητώντας επιτέλους κάποιο σταθερό έδαφος λιγότερης αβεβαιότητας.
Τελευταίο σύννεφο, για αρκετούς, η απώλεια ακόμη και του πάλαι ποτέ ηθικού πλεονεκτήματος της Αριστεράς, που διαβεβαίωνε μέχρι χθες κατηγορηματικά ότι εκείνη είχε σκοπό να πρωτοτυπήσει τηρώντας τις υποσχέσεις της.
Κι’ όμως μέσα σ’ αυτόν τον ορυμαγδό της κρίσης και της ανασφάλειας, με τις χιλιάδες αυτοκτονίες και τις σχεδόν πολεμικές στατιστικές για τη φτώχεια και την ανεργία, ένας παράγοντας παραμένει πεισματικά ακλόνητος, συσπειρώνοντας πλατιά λαϊκά στρώματα, υπερβαίνοντας κομματικές, ταξικές, ηλικιακές ή όποιες άλλες διαχωριστικές γραμμές: Το ευρώ. Το νόμισμα. Αυτό που νομίζουμε!
«Ο Θεός μας φύλαξε...και δεν γίναμε κομμουνιστές» ήταν το μόνιμο σχόλιο, μιας πάμπτωχης γριάς, στο θεατρικό έργο του Γ. Χασάπογλου «Οι κουραμπιέδες» κι ίσως θα ήταν πιο επίκαιρο αν η σκωπτική αυτή ατάκα μετατρέπονταν στο «Ο Θεός μας φύλαξε...και δεν βγήκαμε από το ευρώ. Και δεν υπάρχει πια καμία αμφιβολία ότι ακόμη και στην διαπραγμάτευση του ΣΥΡΙΖΑ, η τελευταία κόκκινη γραμμή, ο εκ των ων ουκ άνευ όρος που δεν παραβιάστηκε, ήταν η παραμονή της χώρας στην Ευρωζώνη. Δηλαδή, το ευρώ.
Το 70% και πλέον της κοινής γνώμης, με βάση τις δημοσκοπήσεις, τάσσεται σταθερά υπέρ του ευρώ και είναι λίγο δύσκολο να πεισθούμε ότι τα λαϊκά αυτά στρώματα έχουν καταλήξει σε μια τέτοια θέση πεισμένα από τις μακροοικονομικές αναλύσεις που καταδεικνύουν την αδυναμία της χώρας να αποχωρήσει από τη ζώνη του ευρώ.
Ανακύπτει έτσι το ερώτημα: πως και από που αυτή η σχεδόν ομόθυμη «θρησκευτική» πίστη στο ενιαίο νόμισμα, παρά τα όσα δεινά έχουν επισωρευθεί στην ελληνική κοινωνία; Είναι πια τόσο εδραιωμένες, ισχυρές και χρόνιες οι αντιλήψεις που ταύτισαν την καταναλωτική ευχέρεια με το εν προκειμένω νόμισμα, ώστε ούτε η μνημονιακή καταιγίδα κατορθώνει να τις μετασχηματίσει; Το μνημόνιο που «γκρέμισε» 3 κατά σειρά κυβερνήσεις και απειλεί εκ νέου μία τέταρτη; Οι κυβερνήσεις πέφτουνε μα το ευρώ μας μένει, θα γράψει πιθανόν ο λαϊκός στιχουργός του μέλλοντος.
Παραμένει επίσης το ερώτημα: πώς γίνεται άνθρωποι εγνωσμένης ευφυίας, βαθιάς αναλυτικής σκέψης και διαλεκτικής παιδείας –όπως η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ- δεν είχαν καν διανοηθεί να σκεφθούν το ενδεχόμενο εξόδου της χώρας από την Ευρωζώνη και ως εκ τούτου να προετοιμάσουν ένα κατάλληλο για την περίπτωση σχέδιο; Γιατί όλα δείχνουν ότι η έξοδος δεν φάνταζε απλά αδύνατη, αλλά φαινόταν αδιανόητη. Εκτός και αν ο καχύποπτος αναγνώστης ενδώσει σε ένα ακόμη συνωμοσιολογικό σενάριο που μπορεί εύκολα να μας απαλλάξει από τη βάσανο τέτοιων ερωτημάτων.
Τι μετατρέπει εν πάσει περιπτώσει το νόμισμα, το «ευρώ», από εργαλείο οικονομικής πολιτικής σε αυτοσκοπό; Τι κάνει το «ευρώ» sine qua non, υπαρξιακό προαπαιτούμενο της νεοελληνικής κοινωνίας;
Να αποσαφηνίσουμε κατ’ αρχήν ότι και το παρόν άρθρο δεν τολμά καν να πάρει κάποια «φιλο-δραχμική» θέση στο δίλημμα «ευρώ ή δραχμή», όχι μόνο γιατί το κάθε Σχέδιο Β’ είναι εν πολλοίς –και μέχρι στιγμής- «σχέδιο», ροζ σύννεφο, «ανυποψίαστο» για τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες και αδυναμίες του τόπου, αλλά, κυρίως, γιατί κάθε συζήτηση εξόδου από το ευρώ μοιάζει να είναι καταδικασμένη στη χειρότερη μορφή καταστολής, τη σιωπή.
Αν αυτό είναι αλήθεια, τότε πρόκειται για «τεχνολογία», με βάση τον τρόπο που ο Μισέλ Φουκώ χρησιμοποιεί την έννοια στο περίφημο έργο του «Η Ιστορία της Σεξουαλικότητας». Είμαστε, δηλαδή, φυλακισμένοι στο ευρώ ως μια τεχνική της εξουσίας που κατορθώνει να ορίζει την κανονικότητα, περίπου κατά τον ίδιο τρόπο που κανονικοποιεί την σεξουαλικότητα. Με απλά λόγια, «όποιος δεν είναι με το ευρώ, δεν είναι κανονικός», είναι γραφικός, είναι ψεκασμένος, δραχμολάγνος, ανήκει στη συμμορία της δραχμής κ.λπ. κ.λπ. Όποιος τολμά να μιλά για εθνικό νόμισμα δεν είναι «κανονικός»!
Αλλά πως επιτυγχάνεται αυτή η διεισδυτικότητα της εξουσιαστικής κανονικοποίησης; Που βρίσκεται το ψυχικό ρήγμα από το οποίο «τρυπώνει»; Η απάντηση στο αντίστοιχο ερώτημα για την «τεχνολογία της σεξουαλικότητας», είναι σχετικά εύκολη αν αναλογιστεί κανείς τη θρησκεία, την ηθική, την υγεία και μια σειρά άλλους παράγοντες-«τεχνολογίες» που έχει επισημάνει εύστοχα ο Φουκώ. Πως μπορεί όμως κάτι τέτοιο να επιτυγχάνεται με ένα νόμισμα;
Να ριψοκινδυνεύσουμε κάποιες σκέψεις, δεκτικές οπωσδήποτε στην κάθε είδους κριτική.
Όλοι, νομίζω, λίγο ως πολύ, θυμόμαστε τον εαυτό μας παιδί να κρατά μια λατρεμένη κουβέρτα, ένα τρυφερό λούτρινο αρκουδάκι, μια πιπίλα ή ένα αγαπημένο κουκλάκι. Κι αν όχι, έχουμε σίγουρα ακούσει τους πλησιέστερους συγγενείς να ανακαλούν εικόνες από το νηπιακό μας παρελθόν, εξιστορώντας παιδικές στιγμές όπου δεν αντέχαμε να αποχωριστούμε, ούτε καν για μερικά δευτερόλεπτα, τέτοια στοργικά αντικείμενα, ενώ κλαίγαμε από φόβο αν τύχαινε να τα χάσουμε ή να μας τα στερήσουν. Για πoιο λόγο αυτή η προσκόλληση με τα παραπάνω αντικείμενα; Για πoιο λόγο ανησυχούσαμε τόσο στην σκέψη και μόνο του αποχωρισμού; Θα μπορούσε το ευρώ να είναι κάτι παρόμοιο για «μεγάλα παιδιά»;
Η θεωρία των «μεταβατικών αντικειμένων» του Donald Winnicot, επιχειρεί να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως αυτά. Ο όρος «μεταβατικό αντικείμενο» αναφέρεται στη χρήση οποιουδήποτε αντικειμένου στο οποίο προσκολλάται ένα παιδί, λόγω κάποιου είδους συναισθηματικής στέρησης, κυρίως στην πρώτη δύσκολη κατάσταση όπου το βρέφος αρχίζει να αντιλαμβάνεται την υποκειμενικότητα του, την ύπαρξη του, ως ξεχωριστή από αυτή της μητέρας. Το αρκουδάκι ή η κουβερτούλα, «έρχονται» να αντισταθμίσουν την απώλεια του συναισθήματος της μητρικής στοργής και αγάπης. Το τρυφερό λούτρινο ή η ζεστή κουβερτούλα εξασφαλίζουν ένα υποκατάστατο του μητρικού στήθους, ένα καταφύγιο, όπου κατευνάζονται οι φόβοι και προσφέρεται ένα είδος μαγικής ασφάλειας, ενάντια στην απώλεια του μητρικού ενδιαφέροντος και της αγάπης. Στα αντικείμενα αυτά εσωτερικεύονται επιθυμητά μητρικά συναισθήματα και συμπεριφορές. Είναι το «παραμύθιασμα» που όλοι χρειαζόμαστε για να αντιμετωπίσουμε, για πρώτη φορά, τη δυσμενή κατάσταση της αυθυπαρξίας μας, όντας ξεκομμένοι από το μητρικό στήθος και το χάδι που μας εξασφάλιζε υλική και συναισθηματική τροφή.
Τα μεταβατικά αντικείμενα είναι μια ασπίδα προστασίας για τα παιδιά. Να το ξαναπώ: για τα παιδιά. Γιατί προσφέρουν την αίσθηση της διατήρησης και ενίσχυσης της ταυτότητας τους. Είναι δηλαδή ταυτοτικά, sine qua non στοιχεία για αυτά. Χωρίς το μεταβατικό αντικείμενο τα παιδιά θεωρούν ότι απειλείται ολόκληρος ο κόσμος τους και η ίδια η ταυτότητα τους διαταράσσεται. Το μεταβατικό αντικείμενο είναι πολύτιμο για τα παιδιά. Και επιπλέον το μεταβατικό αντικείμενο εισάγει το παιδί στη συμβολική λειτουργία, εξαιρετικά κρίσιμη για την ψυχική υγεία του. Όπως τονίζουν πολλοί συγγραφείς το μεταβατικό αντικείμενο είναι το πρώτο βήμα προς την ανεξαρτησία και την αυτονομία του Εγώ. Το μεταβατικό αντικείμενο είναι η άμυνα του παιδιού απέναντι στο άγχος και στη θλίψη της απώλειας.
Να ξεκαθαρίσουμε, με την ευκαιρία, ότι πρόκειται για μια απόλυτα ψυχικά υγιή και φυσιολογική διαδικασία, στο βαθμό που η μητέρα -η «αρκετά καλή μητέρα» κατά τον Winnicot- θα οδηγηθεί με ήπια και σταθερά βήματα στην αποδέσμευση της από το βρέφος, έτσι ώστε ούτε να το εγκαταλείψει ούτε να το υπερπροστατεύσει, διευκολύνοντας την εξοικείωση του με το δυσμενές περιβάλλον ενός «άκαρδου κόσμου». Όπως λέει ο Winnicot «η αρκετά καλή μητέρα...ξεκινά με μια σχεδόν πλήρη προσαρμογή στις ανάγκες του βρέφους της και καθώς ο χρόνος προχωράει, αυτή η πλήρης προσαρμογή αρχίζει να γίνεται λίγο λιγότερο και λίγο λιγότερο, σταδιακά, σύμφωνα με την ικανότητα του βρέφους να διαχειρίζεται της αποτυχίες της. Η αρκετά καλή μητέρα βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την τέλεια μητέρα (και προφανώς και με την κακή μητέρα), η οποία ικανοποιεί αμέσως όλες τις ανάγκες του βρέφους και έτσι το εμποδίζει στην ανάπτυξη του»
Έχω την αίσθηση ότι η βιωμένη εμπειρία όλων μας επιβεβαιώνει μια σοβαρή υστέρηση στο πως η μεταπολιτευτική ελληνική κοινωνία αντιλήφθηκε την «αρκετά καλή μητέρα», επιμένοντας μάλλον στο μοντέλο της τέλειας -ή μερικές φορές της απούσας- μητέρας. Η συλλογική αντίληψη, για παράδειγμα, ενός κράτους τροφού που όφειλε να ανταποκρίνεται άμεσα και αναντίρρητα στις ανάγκες όλων των «παιδιών» του, είναι μια πρώτη ένδειξη ότι μάλλον κάτι δεν κάναμε καλά. Η χιουμοριστική εκδοχή της Ελληνίδας μάνας που διακατέχεται από την αγωνία αν ο κανακάρης της φόρεσε το ζακετάκι του, μια δεύτερη.
Αν έπαιρνα τοις μετρητοίς ότι λέει ο ψυχίατρος Ματθαίος Γιωσαφάτ θα έλεγα ότι η νεοελληνική κοινωνία έχει καθηλωθεί στο στοματικό στάδιο ανάπτυξης. Να γιατί, χρειαζόμαστε να μιλάμε πολύ, να καπνίζουμε πολύ, να μας καμαρώνουν πολύ...και να θηλάζουμε πολύ κάποιο μητρικό, γκομενικό, κομματικό ή κρατικό «στήθος». Ο μεταπολιτευτικός νάρκισσος με το γκάμπριο και τα στίλβωντα ζαντολάστιχα δεν απέχει πολύ απ’ αυτήν την ψυχοπαθολογία. Η ίδια προσέγγιση θα μπορούσε να ερμηνεύσει την μεταπολιτευτική έξαρση της ζωοφιλίας, στο βαθμό που το μεταβατικό αντικείμενο-κατοικίδιο «δεν θα μας εγκαταλείψει ποτέ».Οι διαταραχές διατροφής, οι εξαρτήσεις από ουσίες, ο φόβος της κοινωνικής απόρριψης και η στροφή στον καταναλωτικό ηδονισμό, ένα μόνιμο άγχος «μην τυχόν», μπορεί να είναι συνέπειες του ίδιου ζητήματος της «ΜΗ αρκετά καλής μητέρας», που φαίνεται πως κυριάρχησε στην ελληνική πυρηνική οικογένεια των τελευταίων δεκαετιών.
Είναι άραγε το ευρώ το μεταβατικό αντικείμενο που τόσο έχει ανάγκη σ’αυτή τη φάση η νεοελληνική κοινωνία; Είναι το ευρώ η ασπίδα προστασίας του παιδιού μέσα μας; Είναι μια εξουσιαστική «τεχνολογία» συστατική-ιδρυτική της πρόσφατης νεοελληνικής ταυτότητας; Είναι η εσωτερικευμένη άμυνα μας ενάντια στο άγχος και στη θλίψη της μνημονιακής απώλειας; Είναι ένα καταφύγιο που χρειαζόμαστε προκειμένου να κατευνάσουμε τους φόβους μας; Είναι ένα είδος μαγικής ασφάλειας ενάντια στην απώλεια του ενδιαφέροντος και της αγάπης της μητέρας Ευρώπης-Κοινωνικού Κράτους; Είναι το αντικείμενο στο οποίο προβάλλουμε τις επιθυμητές πρακτικές και συμπεριφορές της «φωτισμένης μητέρας-Εσπερίας»; Είναι, εν τέλει, το ευρώ, το «παραμύθιασμα» που χρειαζόμαστε για να τη «βγάλουμε καθαρή»στη δυσμενή κατάσταση της εθνικής μας αυθυπαρξίας ή ανυπαρξίας, έτσι όπως ξαφνικά βρεθήκαμε ξεκομμένοι από το «κράτος-κόμμα-τροφό», που του είχαμε αναθέσει την συναισθηματική και υλική μας τροφή;
Κι αν είναι έτσι, αν πρόκειται για ένα Σύνδρομο, που οι μηχανισμοί της εξουσίας διαχέουν στο κοινωνικό σώμα προκειμένου να το καθηλώνουν σε νηπιώδη κατάσταση, αν ισχύει αυτό που λένε ότι η «ικανότητα» των ανθρώπων να παιδιαρίζουν είναι άπειρη όταν νιώθουν ανασφάλεια, δεν έχει έρθει η ώρα να ενηλικιωθούμε;
Αν είναι έτσι, πότε άραγε θα απελευθερωθούμε από την «πιπίλα» του ευρώ, που επιμένουμε να στριφογυρίζουμε ηδονικά στο στόμα μας, παρά τις κατ’ επανάληψιν πιστοποιήσεις μας ότι πρόκειται για ένα κάλπικο νόμισμα;
Στην τελική, για πόσο ακόμη θα μένουμε παγιδευμένοι, να πατάμε πεισματικά, μέσα στον κουβά με το νερό τον οποίο προσπαθούμε εναγωνίως να σηκώσουμε; Γιατί πρέπει, ντε και καλά, να δούμε τον πάτο του κουβά να ξεχαρβαλώνεται ή το χερούλι να μας μένει στο χέρι;
Το άρθρο στολίζει το έργο “Transitional Objects” της Αnn Harper.
Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015
«Μύθος η διατροφική εξάρτηση της Ελλάδας από άλλες χώρες»
6. Αυγούστου, 2015
Σύμφωνα με την μελέτη υπάρχει μια συστηματική παραπληροφόρηση του κοινού σχετικά με τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας.
Ίσως τα πιο δημοφιλή σλόγκαν τον καιρό της κρίσης να είναι τα εξής: «Η Ελλάδα δεν παράγει τίποτα» ή «Αν πάψουν οι εισαγωγές, τελειώσαμε, θα πεινάσουμε». Οι παραπάνω φράσεις, εκτός από ενδείξεις εθνικής μειονεξίας, μαρτυρούν και ένα τεράστιο έλλειμμα πληροφόρησης ή, καλύτερα, μια συστηματική παραπληροφόρηση του κοινού σχετικά με τις πραγματικές δυνατότητες της χώρας.
Ο μύθος της έλλειψης τροφίμων στην Ελλάδα
Όπως προκύπτει από την έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, το 79% των Ελλήνων (και
το 47% των Κυπρίων) θεωρεί πως δεν υπάρχουν επαρκή επίπεδα παραγωγής τροφίμων
για τον ευρωπαϊκό πληθυσμό σε επίπεδο ΕΕ, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των
Ελλήνων (ποσοστό 94% – το μεγαλύτερο σε όλη την Ευρώπη) πιστεύει ότι η εθνική
παραγωγή τροφίμων δεν είναι επαρκής για να καλύψει τις ανάγκες του πληθυσμού.
Οι παραπάνω φόβοι των Ελλήνων είναι εντελώς αδικαιολόγητοι.
Σύμφωνα με έρευνα της ΠΑΣΕΓΕΣ, η οποία πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας, η Ελλάδα, ακόμα κι αν κοπούν τελείως οι εισαγωγές τροφίμων (όπως έγινε στην Αργεντινή), δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να πεινάσει. Έτσι, λοιπόν, όπως αναφέρει ο πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ, κ. Τζανέτος Καραμίχας, το ποσοστό αυτάρκειας της χώρας σε μια σειρά βασικών αγροτικών-διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής για το 2010, ανήλθε κατά μέσο όρο στο 94% περίπου!Ειδικότερα, από την παραπάνω έρευνα προκύπτει ότι το ποσοστό αυτάρκειας στη φυτική παραγωγή ανέρχεται κατά μέσο όρο περίπου στο 99%, αλλά διαφοροποιείται μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, όπως τα δημητριακά, όπου η αυτάρκεια ανέρχεται στο 82% περίπου, με το μικρότερο ποσοστό να καταγράφεται στο μαλακό σιτάρι (32%) και το υψηλότερο στο ρύζι (171 %).
Στο ελαιόλαδο και τις ελιές, τα οποία είναι βασικά είδη διατροφής, η αυτάρκεια εμφανίζει υψηλό ποσοστό, μια και η χώρα παραμένει έντονα εξαγωγική στα δυο αυτά προϊόντα.
Η αυτάρκεια βρώσιμης ελιάς αυξήθηκε κατά το τελευταίο έτος κατά 61,8%, με αποτέλεσμα να καλύπτουμε το 996%(!) της ζήτησης, με το 88,3% όμως να εξάγεται. Στο λάδι η παραγωγή φτάνει επίσημα το 151% της κατανάλωσης. Στο ποσοστό αυτό, όμως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και μια τεράστια ποσότητα ατυποποίητου λαδιού που εξάγεται παρανόμως κυρίως σε γειτονικές χώρες, καθώς και ένα μικρό ποσοστό της τάξεως του 4,33% ελαιολάδου που εισάγεται ετησίως, χωρίς κανείς να ξέρει την αιτία.
Συνυπολογίζοντας αυτά τα ποσοστά, θα μπορούσαμε να τροφοδοτούμε με λάδι σχεδόν όλη την Ευρώπη! Φέτος, μάλιστα, παρατηρήθηκε υπερπαραγωγή ελιάς σε Πήλιο και Χαλκιδική, με αποτέλεσμα οι παραγωγοί να μην έχουν τι να κάνουν το προϊόν τους και να το αποθηκεύουν προκειμένου να πιάσουν καλύτερες τιμές μετά από κάποιους μήνες.
Το ψωμί, ψωμάκι;
Στο μαλακό σιτάρι, από το οποίο γίνεται το ψωμί, εισάγουμε ετησίως πάνω από 1.000.000 τόνους αξίας εκατομμυρίων ευρώ, κυρίως από χώρες όπως η Ρωσία, η Γαλλία και η Ουκρανία. Οι εισαγωγές αυτές είναι τελείως άσκοπες και καταστροφικές για την ελληνική Οικονομία – πρόκειται για σιτηρά αμφίβολης ποιότητας, αφού κάποιες ανατολικές χώρες υποχρεούνται βάσει κοινοτικής νομοθεσίας να κάνουν ακόμα και ελέγχους για ίχνη ραδιενέργειας! Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957(!) η Ελλάδα πέτυχε την αυτάρκεια σε μαλακό σιτάρι, με την ποικιλία Γ 38290 που δημιούργησε το Ελληνικό Ινστιτούτο Σιτηρών. Μάλιστα, προς τα τέλη του 1970 υπήρχε πλεόνασμα που διατηρήθηκε μέχρι το 1984!
Έκτοτε αρχίζει ραγδαία μείωση της καλλιέργειας του μαλακού σιταριού, η οποία συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της καλλιέργειας του σκληρού. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα είναι από τότε ελλειμματική σε μαλακό σιτάρι και πλεονασματική σε σκληρό, από το οποίο γίνονται τα ζυμαρικά. Αυτό οφείλεται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ε.Ε., η οποία έδωσε ισχυρά κίνητρα στους παραγωγούς σκληρού σιταριού (35 ευρώ το στρέμμα). Δηλαδή μας αύξησαν την παραγωγή μακαρονιών και μάς μείωσαν την παραγωγή ψωμιού, που από την Αρχαιότητα είναι βασικό είδος διατροφής.
Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, τα 2.498.070 στρέμματα (με παραγωγή 649.800 τόνων) που καλλιεργούνταν με σκληρό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981, αυξήθηκαν το 2001 σε 7.083.100 στρέμματα (με παραγωγή 1.457.260 τόνων) ενώ, αντίστροφα, τα 7.517.747 στρέμματα (με παραγωγή 2.106.270 τόνων) που καλλιεργούνταν με μαλακό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981, μειώθηκαν το 2001 σε 1.682.273 στρέμματα (με παραγωγή 442.060 τόνων). Η τεράστια μείωση της παραγωγής του ελληνικού μαλακού σιταριού και του κριθαριού αύξησε σημαντικά την εισαγωγή τους και οδήγησε σε μεγάλο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στο κλάδο των δημητριακών που έφθασε το 2008 τα 365 εκατ. ευρώ, ενώ και το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στον κλάδο των ζωοτροφών έφθασε την ίδια χρονιά στα 354 εκατ.
Αυτή η ραγδαία ανατροπή συνοδεύτηκε από μετακίνηση του μαλακού σιταριού στα πιο άγονα και του σκληρού στα πιο γόνιμα εδάφη, με αποτέλεσμα τη μείωση της απόδοσης του πρώτου και την υποβάθμιση της ποιότητας του δεύτερου. Συνολικά, η έκταση του σιταριού την τελευταία εικοσαετία έχει μειωθεί κατά 1.650.000 στρέμματα. Μεγάλο τμήμα αυτής της έκτασης βρίσκεται σε υποχρεωτική αγρανάπαυση ή έχει φυτευτεί με ορισμένα είδη δένδρων, όπως ακακίες και καρυδιές, συνεπεία των «πεφωτισμένων» προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σύμφωνα με έρευνα της ΠΑΣΕΓΕΣ, η οποία πρόσφατα είδε το φως της δημοσιότητας, η Ελλάδα, ακόμα κι αν κοπούν τελείως οι εισαγωγές τροφίμων (όπως έγινε στην Αργεντινή), δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να πεινάσει. Έτσι, λοιπόν, όπως αναφέρει ο πρόεδρος της ΠΑΣΕΓΕΣ, κ. Τζανέτος Καραμίχας, το ποσοστό αυτάρκειας της χώρας σε μια σειρά βασικών αγροτικών-διατροφικών προϊόντων φυτικής και ζωικής παραγωγής για το 2010, ανήλθε κατά μέσο όρο στο 94% περίπου!Ειδικότερα, από την παραπάνω έρευνα προκύπτει ότι το ποσοστό αυτάρκειας στη φυτική παραγωγή ανέρχεται κατά μέσο όρο περίπου στο 99%, αλλά διαφοροποιείται μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, όπως τα δημητριακά, όπου η αυτάρκεια ανέρχεται στο 82% περίπου, με το μικρότερο ποσοστό να καταγράφεται στο μαλακό σιτάρι (32%) και το υψηλότερο στο ρύζι (171 %).
Στο ελαιόλαδο και τις ελιές, τα οποία είναι βασικά είδη διατροφής, η αυτάρκεια εμφανίζει υψηλό ποσοστό, μια και η χώρα παραμένει έντονα εξαγωγική στα δυο αυτά προϊόντα.
Η αυτάρκεια βρώσιμης ελιάς αυξήθηκε κατά το τελευταίο έτος κατά 61,8%, με αποτέλεσμα να καλύπτουμε το 996%(!) της ζήτησης, με το 88,3% όμως να εξάγεται. Στο λάδι η παραγωγή φτάνει επίσημα το 151% της κατανάλωσης. Στο ποσοστό αυτό, όμως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και μια τεράστια ποσότητα ατυποποίητου λαδιού που εξάγεται παρανόμως κυρίως σε γειτονικές χώρες, καθώς και ένα μικρό ποσοστό της τάξεως του 4,33% ελαιολάδου που εισάγεται ετησίως, χωρίς κανείς να ξέρει την αιτία.
Συνυπολογίζοντας αυτά τα ποσοστά, θα μπορούσαμε να τροφοδοτούμε με λάδι σχεδόν όλη την Ευρώπη! Φέτος, μάλιστα, παρατηρήθηκε υπερπαραγωγή ελιάς σε Πήλιο και Χαλκιδική, με αποτέλεσμα οι παραγωγοί να μην έχουν τι να κάνουν το προϊόν τους και να το αποθηκεύουν προκειμένου να πιάσουν καλύτερες τιμές μετά από κάποιους μήνες.
Το ψωμί, ψωμάκι;
Στο μαλακό σιτάρι, από το οποίο γίνεται το ψωμί, εισάγουμε ετησίως πάνω από 1.000.000 τόνους αξίας εκατομμυρίων ευρώ, κυρίως από χώρες όπως η Ρωσία, η Γαλλία και η Ουκρανία. Οι εισαγωγές αυτές είναι τελείως άσκοπες και καταστροφικές για την ελληνική Οικονομία – πρόκειται για σιτηρά αμφίβολης ποιότητας, αφού κάποιες ανατολικές χώρες υποχρεούνται βάσει κοινοτικής νομοθεσίας να κάνουν ακόμα και ελέγχους για ίχνη ραδιενέργειας! Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1957(!) η Ελλάδα πέτυχε την αυτάρκεια σε μαλακό σιτάρι, με την ποικιλία Γ 38290 που δημιούργησε το Ελληνικό Ινστιτούτο Σιτηρών. Μάλιστα, προς τα τέλη του 1970 υπήρχε πλεόνασμα που διατηρήθηκε μέχρι το 1984!
Έκτοτε αρχίζει ραγδαία μείωση της καλλιέργειας του μαλακού σιταριού, η οποία συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση της καλλιέργειας του σκληρού. Ως αποτέλεσμα, η Ελλάδα είναι από τότε ελλειμματική σε μαλακό σιτάρι και πλεονασματική σε σκληρό, από το οποίο γίνονται τα ζυμαρικά. Αυτό οφείλεται στην Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ε.Ε., η οποία έδωσε ισχυρά κίνητρα στους παραγωγούς σκληρού σιταριού (35 ευρώ το στρέμμα). Δηλαδή μας αύξησαν την παραγωγή μακαρονιών και μάς μείωσαν την παραγωγή ψωμιού, που από την Αρχαιότητα είναι βασικό είδος διατροφής.
Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, τα 2.498.070 στρέμματα (με παραγωγή 649.800 τόνων) που καλλιεργούνταν με σκληρό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981, αυξήθηκαν το 2001 σε 7.083.100 στρέμματα (με παραγωγή 1.457.260 τόνων) ενώ, αντίστροφα, τα 7.517.747 στρέμματα (με παραγωγή 2.106.270 τόνων) που καλλιεργούνταν με μαλακό σιτάρι στην Ελλάδα το 1981, μειώθηκαν το 2001 σε 1.682.273 στρέμματα (με παραγωγή 442.060 τόνων). Η τεράστια μείωση της παραγωγής του ελληνικού μαλακού σιταριού και του κριθαριού αύξησε σημαντικά την εισαγωγή τους και οδήγησε σε μεγάλο έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στο κλάδο των δημητριακών που έφθασε το 2008 τα 365 εκατ. ευρώ, ενώ και το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου στον κλάδο των ζωοτροφών έφθασε την ίδια χρονιά στα 354 εκατ.
Αυτή η ραγδαία ανατροπή συνοδεύτηκε από μετακίνηση του μαλακού σιταριού στα πιο άγονα και του σκληρού στα πιο γόνιμα εδάφη, με αποτέλεσμα τη μείωση της απόδοσης του πρώτου και την υποβάθμιση της ποιότητας του δεύτερου. Συνολικά, η έκταση του σιταριού την τελευταία εικοσαετία έχει μειωθεί κατά 1.650.000 στρέμματα. Μεγάλο τμήμα αυτής της έκτασης βρίσκεται σε υποχρεωτική αγρανάπαυση ή έχει φυτευτεί με ορισμένα είδη δένδρων, όπως ακακίες και καρυδιές, συνεπεία των «πεφωτισμένων» προγραμμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παρόλα αυτά, η Ελλάδα κατέχει την τέταρτη θέση στην Ευρώπη στην παραγωγή
σιτηρών με 9 εκατ. στρέμματα, από τα οποία περίπου τα 6 εκατ. είναι με σκληρό
και μαλακό σιτάρι! Μπορεί, λοιπόν, στο μαλακό σιτάρι να είμαστε ελλειμματικοί
με μόνο το 1/3 της ζήτησης να παράγεται στην Ελλάδα, αλλά είμαστε
πλεονασματικοί όσον αφορά την παραγωγή του σκληρού σιταριού.
Η Ελλάδα παράγει πάνω από 1,1 εκατ. τόνους σκληρό σιτάρι και, σύμφωνα με
τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης κ. Τσαυτάρη, φέτος είμαστε αυτάρκεις κατά 143%.
Η κατανάλωση ανέρχεται περίπου στους 700.000 τόνους. Το υπόλοιπο περίπου
400.000 τόνοι (340.000 τόνοι για το 2011), εξάγεται σε διάφορες χώρες, κυρίως
στην Ιταλία. Πολλοί δεν γνωρίζουν ότι διάσημα ζυμαρικά που παράγονται στην
Ιταλία γίνονται από ελληνικό σιτάρι.
Αν από τα 4 περίπου εκατ. στρέμματα που καλλιεργούνται με σκληρό σιτάρι (στοιχεία 2011) αφιερώσουμε το 1/3 (δηλαδή εκτάσεις περίπου 1,35 εκατ. στρεμμάτων) για την παραγωγή μαλακού σιταριού, τότε θα έχουμε σχεδόν 2,8 εκατ. καλλιέργειας μαλακού σιταριού, οπότε η παραγωγή του θα διπλασιαστεί. Έτσι, από 450.000 τόνοι που ήταν το 2011, θα φτάσει τους 900.000 και πλέον τόνους. Με λίγα λόγια, θα έχουμε μείωση των εισαγωγών σε μαλακό σιτάρι κατά 50% (περίπου 500.000 τόνοι), με αύξηση της αυτάρκειάς μας σε μαλακό σιτάρι σε πάνω από 62%! Το μαλακό σιτάρι έχει μεγαλύτερη στρεμματική απόδοση (ακόμα και 700 κιλά/ στρέμμα σε αρδευόμενες καλλιέργειες) από το σκληρό (μέχρι 400 κιλά/στρέμμα). Επίσης δεδομένου ότι λόγω επιλεκτικών επιδοτήσεων τα σκληρά σιτάρια καλλιεργούνται στα πιο εύφορα εδάφη, είναι πολύ πιθανό με την καλλιέργεια των μαλακών σιταριών σε αυτά να έχουμε υψηλότερες στρεμματικές αποδόσεις, οπότε το ποσοστό αυτάρκειας σε μαλακό σιτάρι να φτάσει ακόμα και το 80%. Οι εξαγωγές, βέβαια, του σκληρού σιταριού θα μειωθούν (πιθανόν να μηδενιστούν κατά το πρώτο έτος), αλλά με δεδομένο ότι θα παύσουν οι εισαγωγές σκληρού σιταριού (περίπου 53.000 τόνοι) καθώς και οι εξαγωγές μαλακού σιταριού (95.000 τόνοι) που γίνονται ασκόπως, θα εξισορροπήσει το εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο μέσα σε λίγα χρόνια.
Θα μπορέσουμε, λοιπόν, να εξάγουμε ξανά. Αυτό θα ευνοήσει και τους παραγωγούς, αφού θα απολαμβάνουν υψηλότερες τιμές για το προϊόν τους και όχι τις εξευτελιστικές τιμές που δίνουν συχνά οι ξένοι εισαγωγείς. Στην προσπάθειά μας αυτή, καλό είναι να μιμηθούμε τους Βούλγαρους που, αφού πρώτα εξασφάλισαν σιτάρκεια, κάνουν τώρα εξαγωγές μέχρι και 50% της παραγωγής τους.
Αν, ταυτόχρονα με αυτή την προσπάθεια, αρχίσουν και προγράμματα καλλιέργειας και άλλων ξεχα¬σμένων σιτηρών, όπως η σίκαλη, το κριθάρι και η ζέα, τα οποία παράγουν υπέροχα και απείρως πιο θρεπτικά ψωμιά, είναι κάτι πα¬ραπάνω από βέβαιο ότι οι “Ελληνες όχι απλά δεν θα πεινάσουν, αλλά θα τρώνε και τις πιο υγιεινές τροφές που υπάρχουν.
Αν από τα 4 περίπου εκατ. στρέμματα που καλλιεργούνται με σκληρό σιτάρι (στοιχεία 2011) αφιερώσουμε το 1/3 (δηλαδή εκτάσεις περίπου 1,35 εκατ. στρεμμάτων) για την παραγωγή μαλακού σιταριού, τότε θα έχουμε σχεδόν 2,8 εκατ. καλλιέργειας μαλακού σιταριού, οπότε η παραγωγή του θα διπλασιαστεί. Έτσι, από 450.000 τόνοι που ήταν το 2011, θα φτάσει τους 900.000 και πλέον τόνους. Με λίγα λόγια, θα έχουμε μείωση των εισαγωγών σε μαλακό σιτάρι κατά 50% (περίπου 500.000 τόνοι), με αύξηση της αυτάρκειάς μας σε μαλακό σιτάρι σε πάνω από 62%! Το μαλακό σιτάρι έχει μεγαλύτερη στρεμματική απόδοση (ακόμα και 700 κιλά/ στρέμμα σε αρδευόμενες καλλιέργειες) από το σκληρό (μέχρι 400 κιλά/στρέμμα). Επίσης δεδομένου ότι λόγω επιλεκτικών επιδοτήσεων τα σκληρά σιτάρια καλλιεργούνται στα πιο εύφορα εδάφη, είναι πολύ πιθανό με την καλλιέργεια των μαλακών σιταριών σε αυτά να έχουμε υψηλότερες στρεμματικές αποδόσεις, οπότε το ποσοστό αυτάρκειας σε μαλακό σιτάρι να φτάσει ακόμα και το 80%. Οι εξαγωγές, βέβαια, του σκληρού σιταριού θα μειωθούν (πιθανόν να μηδενιστούν κατά το πρώτο έτος), αλλά με δεδομένο ότι θα παύσουν οι εισαγωγές σκληρού σιταριού (περίπου 53.000 τόνοι) καθώς και οι εξαγωγές μαλακού σιταριού (95.000 τόνοι) που γίνονται ασκόπως, θα εξισορροπήσει το εξωτερικό εμπορικό ισοζύγιο μέσα σε λίγα χρόνια.
Θα μπορέσουμε, λοιπόν, να εξάγουμε ξανά. Αυτό θα ευνοήσει και τους παραγωγούς, αφού θα απολαμβάνουν υψηλότερες τιμές για το προϊόν τους και όχι τις εξευτελιστικές τιμές που δίνουν συχνά οι ξένοι εισαγωγείς. Στην προσπάθειά μας αυτή, καλό είναι να μιμηθούμε τους Βούλγαρους που, αφού πρώτα εξασφάλισαν σιτάρκεια, κάνουν τώρα εξαγωγές μέχρι και 50% της παραγωγής τους.
Αν, ταυτόχρονα με αυτή την προσπάθεια, αρχίσουν και προγράμματα καλλιέργειας και άλλων ξεχα¬σμένων σιτηρών, όπως η σίκαλη, το κριθάρι και η ζέα, τα οποία παράγουν υπέροχα και απείρως πιο θρεπτικά ψωμιά, είναι κάτι πα¬ραπάνω από βέβαιο ότι οι “Ελληνες όχι απλά δεν θα πεινάσουν, αλλά θα τρώνε και τις πιο υγιεινές τροφές που υπάρχουν.
Η χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας
Στα εσπεριδοειδή, τη μεγαλύτερη αυτάρκεια κατέχουν τα πορτοκάλια με ποσοστό 167%, ενώ στα λεμόνια η αυτάρκεια περιορίζεται στο 63%. Αλλά και στα υπόλοιπα φρούτα η αυτάρκεια παραμένει υψηλή (128%). Αντί, λοιπόν, να τρώμε μπανάνες, ανανάδες και παπάγια(;), είναι προτιμότερο να στραφούμε στα ελληνικά φρούτα, τα οποία είναι απεί¬ρως πιο θρεπτικά και, ευτυχώς, δεν πρόκει¬ται να μας λείψουν ποτέ. Είναι ενδεικτικό ότι στο ροδάκινο η Ελλάδα κατέχει πάνω από 60% των εξαγωγών παγκοσμίως! Επιπλέον, υπάρχουν και φρούτα ανεκμετάλλευτα, τα οποία δεν είναι ευρέως γνωστά, όπως το κορόμηλο, το άγριο βατόμουρο, το άγριο αχλάδι (αγκορτσιά), το τσάπουρνο, το μούρο κ.α., που σαπίζουν κάθε χρόνο στα χωριά μας.
Έλλειψη παρατηρείται στη ζάχαρη, με την εγχώρια παρα¬γωγή να καλύπτει μόνο το 14,3% των αναγκών, που υπολο¬γίζονται στους 320.000 τόνους. Ενώ ως το 2005 η ελληνική ζάχαρη εξασφάλιζε κερδοφορία, το 2006 υπογράφηκε η ταφόπλακά της, όταν η Ελλάδα συμφώνησε με την ΕΕ να πα¬ράγει σχεδόν τη μισή παραγωγή από τις ανάγκες της και να πάει σε εισαγωγές! Η ΕΕ έλαβε απόφαση για μείωση της πα-ραγωγής ζάχαρης από τις χώρες-μέλη της κατά 50%, με το σκεπτικό ότι η αγορά ζάχαρης από ζαχαροκάλαμο από τρί¬τες χώρες, αντί για ζαχαρότευτλο, συνέφερε περισσότερο, ώ¬στε να διευκολυνθούν οι εξαγωγές βιομηχανικών προϊόντων στις ζαχαροπαραγωγούς Βραζιλία και Ινδία. Η Ελλάδα υπέ¬γραψε να της δοθεί ποσόστωση 158.000 τόνους από την ΕΕ και -ανεπαρκή- αντισταθμιστικά οφέλη, μολονότι ως χώρα ήμασταν αυτάρκεις και πραγματοποιούσαμε και εξαγωγές. Ορισμένοι παραγωγοί αποζημιώθηκαν και στράφηκαν σε άλλες καλλιέργειες.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε με το κλείσιμο πολλών εργο¬στασίων της Ελληνικής Βιομηχανίας Ζάχαρης, λόγω κακο¬διαχείρισης. Με δεδομένο, βέβαια, ότι η ζάχαρη δεν είναι είδος πρώτης ανάγκης, αλλά και με την καλλιέργεια στέβιας, η οποία έχει έως 300 φορές μεγαλύτερη γλυκαντική δράση, σε μια πιθανή παύση των εισαγωγών δεν αναμένεται να αν¬τιμετωπίσει η χώρα σοβαρό πρόβλημα.
Πολύ χαμηλή αυτάρκεια διαπιστώνεται στην κατηγορία των οσπρίων, με ποσοστό που κυμαίνεται στο 39%. Συγκεκριμένα, παράγουμε περίπου 8.000 τόνους φακές και εισάγουμε ακόμα 10.000 τόνους, κυρίως από Τουρκία, προκειμένου να καλύψουμε την εγχώρια ζήτηση. Αντίστοιχο πρόβλημα υπάρχει και στα φασόλια: καταναλώνουμε 35.000 τό¬νους, εκ των οποίων οι 25.000 τόνοι είναι εισαγωγής. Σημειωτέον ότι το 1981 η ετή¬σια παραγωγή φασολιών ήταν 31.500 τόνοι!
Το πρόβλημα αυτό θα μπορούσε να λυθεί εύκολα, με μια αναδιάταξη της πα¬ραγωγής, ακόμα και με επιδότηση, ώστε σε εκτάσεις που καλλιεργούνται σήμερα άλλα προϊόντα, π.χ. ρύζι (στο οποίο εί¬μαστε πλεονασματικοί), να καλλιεργηθούν όσπρια, πολλά από τα οποία, όπως τα ρεβύθια ή τα μαυρομάτικα φασόλια, έχουν και μικρότερες ανάγκες σε νερό. Και στις πατάτες υπάρχει αυτάρκεια κατά 82%, με μόνιμη μάστιγα όμως τις «ελληνοποιήσεις» πατάτας από Αίγυπτο, αλλά και τις άσκοπες εισαγωγές κατεψυγμένης πατάτας από χώρες όπως οι ΗΠΑ, επειδή δήθεν τηγανίζεται πιο εύκολα.
Η ελληνική αμπελουργία είναι επίσης σε πολύ καλό επί¬πεδο, αφού στα επιτραπέζια σταφύλια (αυτάρκεια 133,45%) έχουμε πλεόνασμα, δηλαδή μπορούμε άφοβα να κάνουμε εξαγωγές, χωρίς να μας λείψουν ποτέ. Σύμφωνα με στοιχεία του Οργανισμού Προώθησης Εξαγωγών, η Ελλάδα παράγει έως 5 εκατ. λίτρα κρασί ετησίως και καταναλώνει μόλις 3 εκατ. λίτρα, ενώ το 2011 εξήγαγε κρασί αξίας 57 εκατ. ευρώ. Παρόλο που το ελληνικό κρασί αρκεί να καλύψει τις ανάγκες των Ελλήνων, το 2010 πραγματοποιήθηκαν εισαγωγές σε αξία 12 εκατ. ευρώ, καθώς οι “Ελληνες φαίνεται ότι δεν προ¬τιμούν μόνο τα ελληνικά κρασιά.
Αναφέρεται ότι μπορεί το κρασί να καλύπτει τις ανάγκες των Ελλήνων καταναλωτών, αλλά αυτοί δείχνουν ιδιαίτερη προτίμηση στο ουίσκι (το ουίσκι καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος κατανάλωσης ποτών, καταλαμβάνοντας ποσοστό πε¬ρίπου 42% το 2010, σύμφωνα με έρευνα της ICAP), το οποίο βεβαίως εισάγεται. Ταυτόχρονα διαθέτουμε και μια πολύ ση¬μαντική (μικρότερη, βέβαια, από το παρελθόν) παραγωγή σταφίδας (σουλτανίνα και κορινθιακή) άνω των 50.000 τόνων ετησίως, η οποία υπερεπαρκεί για τις ανάγκες μας (αυτάρκεια 274,8%) και μας καθιστά ικανούς για εξαγωγές. Στο μέλι, επίσης, καταγράφεται ποσοστό αυτάρκειας της τάξεως 92%.
Αρνάκι άσπρο και παχύ
Όπως υποστηρίζουν οι θιασώτες της ελληνικής τροφοεξάρ¬τησης, το βασικό πρόβλημα της χώρας, ως προς την αυτάρκεια, είναι κυρίως η ζωική παραγωγή. Αυτό, όμως, είναι ένας μύθος – ή, μάλλον, μια μισή αλήθεια. Το ποσοστό αυτάρκειας στη ζωική παραγωγή-αλιεία ανέρχεται, κατά μέσο όρο, περίπου στο 76,11%, αλλά διαφοροποιείται μεταξύ επιμέρους κατηγοριών προϊόντων, όπως το κρέας, όπου η αυτάρκεια ανέρχεται στο 56% περίπου, με το μικρότερο ποσο¬στό να καταγράφεται στο βόειο κρέας (13%) και το υψηλό¬τερο στο αιγοπρόβειο κρέας (94%). Είναι χαρακτηριστικό ότι, από τους 158.000 τόνους που καταναλώνουμε ετησίως σε μοσχαρίσιο κρέας, στην Ελλάδα παράγουμε μόλις τους 20.000 τόνους. Στο χοιρινό κρέας η κατάσταση είναι λίγο καλύτερη, αφού από τους 290.000 τόνους που καταναλώ¬νουμε,παράγουμε μόνο τους 111.000, δηλαδή το 38%.
Η έλλειψη αυτή σε μοσχαρίσιο και χοίρειο κρέας είναι αποτέλεσμα της Κοινής
Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε. Χα¬ρακτηριστικό είναι ότι πριν το 1980, δηλαδή
πριν μπούμε στην τότε ΕΟΚ, η Ελλάδα είχε φτάσει σε αυτάρκεια στο χοι¬ρινό κρέας
84%, στο μοσχαρίσιο σε 66%, ενώ το αιγοπρόβειο κρέας ήταν στα σημερινά επίπεδα
αυτάρκειας – περί¬που 94%. Γιατί, όμως, ενώ είμαστε ελλειμματικοί σε βόειο
κρέας, συνεχίζουμε να το καταναλώνουμε, σκορπώντας εκα¬τομμύρια ευρώ στο
εξωτερικό;
Η Ελλάδα μεταπολεμικά σχεδόν υποχρεώθηκε να κατανα¬λώνει μοσχαρίσιο κρέας, με τη λογική ότι είναι πιο ογκώδες ζώο, με μεγαλύτερη γαλακτοπαραγωγή σε σχέση με τα αιγο¬πρόβατα, και άρα είναι πιο συμφέρον για την Ελλάδα. Χαρα¬κτηριστικό είναι ότι εισήχθησαν και νέες φυλές βοοειδών από βορειο-ευρωπαΐκές χώρες (π.χ. Ελβετία, Βέλγιο), ακόμα και από Αμερική, εκτοπίζοντας εγχώριες φυλές βοοειδών, όπως η ελληνική βραχυκερατική φυλή, που απαντάται στις Πρέσπες, αλλά και άλλες φυλές, όπως οι αγελάδες Κατερίνης, Τήνου και Κέας στις Κυκλάδες, Ζακύνθου, Συκιάς στη Χαλ¬κιδική, Κύμης, Φλώρινας, οι σαρακατσάνικες και οι αγελάδες Γλώσσας Σκοπέλου. Οι εγχώριες αυτές φυλές έχουν μικρότερο μέγεθος, αλλά μέσω της γενετικής επιλογής είχαν προσαρμο¬στεί πλήρως στις ελληνικές εδαφοκλιματικές συνθήκες. Το ίδιο συνέβη και με τον ελληνικό βούβαλο, που κάποτε κατέ¬κλυζε τους υδροβιότοπους της βόρειας Ελλάδας και ο πληθυσμός του έφτασε τα όρια της εξαφάνισης τη δεκαετία του ’90. Τα τελευταία χρόνια, γίνεται μια σημαντική προσπάθεια ανά¬καμψης του αριθμού των βουβαλιών, η οποία έχει φέρει απο-τελέσματα στην περιοχή της Κερκίνης στον νομό Σερρών.
Με επιδοτήσεις της Ε.Ε. εξαφανίστηκαν οι εγχώριες ράτσες βοοειδών και ενισχύθηκε η εκτροφή βοοειδών έναντι της αιγοπροβατοτροφίας και άλλων παραδοσιακών μορφών κτηνο¬τροφίας, απείρως πιο αποδοτικών, όπως η κονικλοτροφία.Αυτό ήταν ένα ολέθριο σφάλμα, καθώς τα αιγοπρόβατα είναι ιδανικά για τη μορφολογία του ελληνικού εδάφους που έχει ορεινές και ημιορεινές εκτάσεις, σε αντίθεση με τα βοοειδή και κυρίως τις εισαγόμενες ράτσες, που θέλουν ανοιχτές πε¬διάδες (τύπου Ολλανδίας). Ταυτόχρονα, έγινε συνήθεια στον Έλληνα η κατανάλωση μοσχαρίσιου κρέατος, κάτι που δεν συνέβαινε σε τέτοια έκταση κατά το παρελθόν. Το μοσχαρίσιο κρέας δεν πλεονεκτεί σε θρεπτικά συστατικά, έναντι του αι¬γοπρόβειου, ενώ αν λάβουμε υπόψη και τις σύγχρονες συν¬θήκες εντατικής εκτροφής των βοοειδών (αντιβιοτικά, μεταλ¬λαγμένες ζωοτροφές, ενσταυλισμός σχεδόν καθόλη τη διάρ¬κεια του έτους), το μοσχαρίσιο κρέας είναι μάλλον επιβαρυ¬μένο και κακής ποιότητας. Αντίθετα, το αιγοπρόβειο κρέας και κάποιες εγχώριες φυλές βοοειδών προέρχονται στην πλειοψηφία τους από κοπάδια ζώων που βόσκουν τον περισσό¬τερο χρόνο ελεύθερα σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές, εκμε¬ταλλευόμενα πλήρως την πλούσια ελληνική χλωρίδα.
Στο αιγοπρόβειο κρέας είμαστε σχεδόν αυτάρκεις, αφού σύμφωνα με στοιχεία για το 2009 η Ελλάδα διαθέτει περίπου 8,9 εκατ. πρόβατα και 4,8 εκατ. κατσίκια, δηλαδή αντιστοι¬χούν περίπου ένα πρόβατο και μισή κατσίκα για κάθε Έλ¬ληνα. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Κτηνοτροφών, κ. Δημήτρη Καμπούρη, «Σε ένα με δύο χρόνια, μπορούμε να έχουμε 20 εκατ. αιγοπρόβατα. Αυτό για την Οι¬κονομία σημαίνει διπλάσια παραγωγή κρέατος και γάλα¬κτος, μείωση των εισαγωγών, αύξηση των εξαγωγών και αύ¬ξηση των θέσεων εργασίας. Η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου μπορεί να γίνει με ελάχιστα οικονομικά κίνητρα. Τα αρνιά και τα κατσίκια πωλούνται κυρίως το Πάσχα. Αν για μία- δύο χρονιές δεν δώσουμε τα θηλυκά στους εμπόρους, τότε τα ζώα θα διπλασιαστούν».
Σημαντικός τομέας είναι και η πτηνοτροφία, στην οποία είμαστε αυτάρκεις κατά 85% στο κρέας και κατά 91% στα αυγά.Ιδιαίτερα για τα αυγά, υπάρχει τόση παραγωγή, ώστε το 2011 οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά. 2134%!
Στη δε αλιεία το ποσοστό αυτάρκειας, χωρίς να υπολογί¬σουμε τις ιχθυοκαλλιέργειες, αγγίζει περίπου το 125,6%, με πάνω από 160.000 τόνους ψαριών τον χρόνο. Μαζί με τις ι¬χθυοκαλλιέργειες (120.000 τόνοι), το ποσοστό σε αυτάρκεια των αλιευμάτων φτάνει το 221,3%! Μια πιθανή, λοιπόν, παύση των εισαγωγών κρέατος μάλλον καλό θα έκανε στη χώρα, αφού θα επανερχόμασταν στη μεσογειακή διατροφή, μειώνοντας την κατανάλωση κόκκινου κρέατος, η οποία μα¬κροπρόθεσμα έχει και επιπτώσεις στην υγεία και θεωρείται υπεύθυνη για την εκδήλωση πολλών μορφών καρκίνου (π.χ. στομάχου ή παχέως εντέρου). Μεσούσης της κρίσης, ο μέσος Έλληνας καταναλώνει ετησίως 100 κιλά κόκκινου κρέατος – γεγονός που τον κατατάσσει στην 7η θέση παγκοσμίως, ξεπερνώντας Αμερικανούς, Καναδούς και Γερμανούς!
Στην κατηγορία των γαλακτοκομικών-τυροκομικών προϊό¬ντων, η φέτα -με ποσοστό αυτάρκειας 147%- περίπου υπερ¬βαίνει τον μέσο όρο της κατηγορίας, ο οποίος κυμαίνεται στο 80%. Γενικότερα στο γάλα, η Ελλάδα κατά το παρελθόν ήταν πλεονασματική. Σήμερα είναι ελλειμματική, αφού η παρα¬γωγή αγελαδινού γάλακτος κυμαίνεται στους 638 χιλιάδες τόνους, καλύπτοντας μόνο το 58,2% της ζήτησης (στοιχεία ΕΛΟΓΑΚ 2011). Βέβαια, στο αιγοπρόβειο γάλα που έχει καιμεγαλύτερη θρεπτική αξία, είμαστε σχεδόν αυτάρκεις, με πα¬ραγωγή που καλύπτει το 98% της ζήτησης. Αυτό που δε γνωρίζει ο πολύς κόσμος είναι ότι η σχετικά μειωμένη παραγωγή γάλακτος δεν οφείλεται στη μη παραγωγικότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας αλλά στο καθεστώς των ποσοστώσεων που επέβαλε η ΕΕ. Μέχρι τις αρχές του 2000, η χώρα πλήρωνε πρόστιμα στην ΕΕ, επειδή οι παραγόμενες ποσότητες γάλακτος ήταν υψηλότερες από το πλαφόν που είχε δέσει αυθαίρετα η ΕΕ – κι αυτό διότι δεν είναι αναλογικές ούτε με τον πληθυσμό, ούτε με το ζωικό κεφάλαιο κάθε χώρας.
Το 1996 γαλακτοπαραγωγοί νομοί, όπως η Φλώρινα, πλήρωσαν πρόστιμα, επειδή η ποσόστωση ήταν 47.000 τόνοι και οι κτηνοτρόφοι παρήγαγαν 55.000 τόνους. Το 1999 η χώρα πλήρωσε συνολικά 2,5 δισ. δραχμές πρόστιμο, επειδή είχε παραγωγή 22.000 τόνους μεγαλύτερη από την ποσόστωση. Ταυτόχρονα, ενώ μας επέβαλαν χαμηλή παραγωγή, εισήγαμε χιλιάδες τόνους συμπυκνωμένου γάλακτος από Ολλανδία και Γερμανία, πετώντας εκατομμύρια ευρώ στο εξωτερικό. Το καθεστώς αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών των ζωοτροφών και την έλλειψη στήριξης από την πολιτεία, αποθάρρυνε πολλούς κτηνοτρόφους, με αποτέλεσμα την τελευταία δεκαετία να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους το 63,5% των κτηνοτρόφων. Έτσι σήμερα, αν και έχουν αυξηθεί οι ποσοστώσεις από 650.000 τόνους κατά το παρελθόν, σε 861.000 τόνους, η παραγωγή έχει μειωθεί στο ελάχιστο.
Αν, λοιπόν, παύσουν οι εισαγωγές στο αγελαδινό γάλα, θα παρατηρηθεί μια πρόσκαιρη έλλειψη, η οποία όμως μπορεί να αναπληρωθεί εύκολα αν μάθουμε να καταναλώνουμε αιγοπρόβειο γάλα. Αν πάρουμε μια ποσότητα αιγοπρόβειου γάλακτος (που έχει μεγαλύτερη θρεπτική αξία από το αγελαδινό) από την παραγωγή φέτας και την αξιοποιήσουμε για την κατανάλωση ως νωπό γάλα, είναι σίγουρο ότι δεν θα υπάρξει έλλειψη στην αγορά. Και αν δοθούν τα λεφτά που ξοδεύονται στις εισαγωγές συμπυκνωμένου γάλακτος αμφίβολης θρεπτικής αξίας στους Έλληνες παραγωγούς, θα αυξηθεί το ζωικό κεφάλαιο και σύντομα θα δημιουργηθεί υπερεπάρκεια σε γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα.
Η Ελλάδα «υπερδύναμη» τροφίμων
Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία (στοιχεία 2009), η Ελλάδα καλλιεργεί 32.693 χιλιάδες στρέμματα, από τα 37.324 χιλιάδες στρέμματα (25% της έκτασής μας) που είναι η συνολική καλλιεργήσιμη έκτασή μας, δηλαδή καλλιεργείται περίπου το 87,6% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Τα υπόλοιπα 4.631 χιλιάδες στρέμματα είναι αναξιοποίητα, αφού βρίσκονται σε αγρανάπαυση, η οποία μάλιστα είναι και συμφέρουσα, αφού είναι επιδοτούμενη από την ΕΕ. Στον αριθμό αυτό μπορούν να προστεθούν και εκατομμύρια άλλα στρέμματα ανά την επικράτεια, τα οποία έχουν εγκαταληφθεί εδώ και δεκαετίες, και έχουν μετατραπεί σε λιβαδικές, θαμνώδεις ή και δασώδεις εκτάσεις. Σε πολλούς νομούς, όπως στον νομό Σερρών, η εγκατάλειψη είναι τόσο μεγάλη, που αγγίζει ποσοστά πάνω από το 40%!
Αυτές οι χαμένες αγροτικές εκτάσεις βρίσκονται στα βοσκοτόπια και στα βουνά (43% της έκτασης), και σε μικρότερο ποσοστό στα δάση (21% της ελληνικής γης). Επειδή τα δάση δεν πρέπει να μειωθούν για χάρη της γεωργίας, θα μπορούσαμε να καλλιεργήσουμε μέρος από τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, πολλές από τις οποίες κάποτε ήταν χωράφια και μάλιστα πολύ εύφορα. Με καλλιέργεια μόνο στο 1/4 της έκτασης της Ελλάδας, η χώρα είναι σχεδόν αυτάρκης. Αν διπλασιάζαμε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, φτάνοντας στο 50% της ελληνικής γης, θα μπορούσαμε να θρέψουμε τουλάχιστον διπλάσιο πληθυσμό ή, αλλιώς, να τροφοδοτούμε εξ ολοκλήρου χώρες με παραπλήσιο πληθυσμό, όπως η Πορτογαλία.
Το επιχείρημα ότι δεν μπορούμε να καλλιεργήσουμε σε ορεινές ή και ημιορεινές περιοχές είναι αστείο, αφού κάποιες καλλιέργειες, όπως τα αρωματικά φυτά, πολλά από τα οπωροκηπευτικά, δενδρώδεις καλλιέργειες, όπως οι καστανιές, οι κερασιές, οι φουντουκιές, οι καρυδιές κ.ά. αναπτύσσονται καλύτερα σε υψηλό υψόμετρο και σε επικλινή εδάφη.
Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας είναι η μείωση του αγροτικού πληθυσμού, με άμεση συνέπεια την υποβάθμιση πρώην αγροτικών εκτάσεων. Για να μεταβληθεί αυτή η κατάσταση απαιτούνται σοβαρά κίνητρα για τους νέους. Θα πρέπει να γίνει όχι ενοικίαση εκτάσεων, όπως προωθεί το Υπουργείο και πρόσφατα η εκκλησία, αλλά πλήρης απαλλοτρίωση και «χάρισμα» γης σε άτομα, με την αυστηρή προϋπόθεση οι εκτάσεις αυτές να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για αγροτικούς σκοπούς. Ο αγρότης, για να είναι αποδοτικός και να παραμείνει στο επάγγελμα, πρέπει να έχει ιδιόκτητη γη και όχι ενοικιαζόμενη. Με πάνω από ένα εκατομμύριο επίσημα ανέργους, σκεφτείτε τι ώθηση δα έδινε στον γερασμένο αγροτικό κόσμο, αν μόνο μισό εκατομμύριο νέοι, αντί να σκέφτονται τη φυγή, στρέφονταν στη γεωργία.
Με μόνο 300.000 κατά κύριο επάγγελμα αγρότες σήμερα (και περίπου 2 εκατ. που δηλώνουν συμπληρωματικό εισόδημα), με άλλο μισό εκατομμύριο, θα είχαμε αύξηση κατά 266% τουλάχιστον του αγροτικού πληθυσμού, ενώ η ποιοτική διαφορά θα ήταν ασύγκριτη, αφού στη γεωργία θα έμπαινε ανθρώπινο δυναμικό μικρής ηλικίας και μορφωμένο, προάγοντας την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία.
Μην ξεχνάμε ότι, μόλις 50 χρόνια πριν (1961), στην Ελλάδα οι αγρότες αντιπροσώπευαν το 53% του πληθυσμού!
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, επιτάχθηκαν και απαλλοτριώθηκαν σχεδόν 10 εκατ. στρέμματα καλλιεργήσιμων εκτάσεων σε όλη τη χώρα και διατέθηκαν για την αποκατάσταση προσφύγων και γηγενών. Η διανομή της γης είχε ως αποτέλεσμα να καλλιεργηθούν εδάφη που πρώτα χρησιμοποιούνταν ως βοσκές ή έμεναν ακαλλιέργητα και να αυξηθεί σημαντικά η παραγωγή, ιδιαίτερα των σιτηρών, στα οποία ένα ποσοστό 93% της αύξησης προήλθε από τις περιοχές στις οποίες η γη διανεμήθηκε στους ακτήμονες. Στην Μακεδονία, στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο, οι εκτάσεις που καλλιεργήθηκαν με σιτηρά διπλασιάστηκαν από το 1915 έως το 1932!
Παράλληλα πρέπει να γίνουν προγράμματα ολοκληρωμένης διαχείρισης, στα οποία η ανάγκη σε ζωοτροφές, λιπάσματα, νερό, ακόμα και ενέργεια, να καλύπτεται από την ίδια την αγροτική επιχείρηση. Η χρήση των οργανικών υπολειμμάτων των ζώων, αλλά και χορταριού σε αποσύνθεση για λίπασμα, η επιδότηση των κτηνοτροφών για καλλιέργεια των ζωοτροφών που χρειάζονται, η δημιουργία συστημάτων συλλογής βρόχινου νερού, αλλά και η επέκταση των προγραμμάτων φιλικής για το περιβάλλον ενέργειας (π.χ. φωτοβολταϊκά) σε κάθε ιδιόκτητη φάρμα, θα απάλλασσε πολλούς αγρότες από ένα μεγάλο τμήμα του κόστους παραγωγής. Επιπλέον, απαιτείται μείωση της τιμής του αγροτικού πετρελαίου, αλλά και μια καθετοποιημένη παραγωγή με πλήρη επιδότηση μεταποιητικών μονάδων κοντά στα χωράφια, ώστε ο κόσμος να παραμείνει στην επαρχία και το κέρδος από το προϊόν να το απολαμβάνει ο παραγωγός και όχι οι μεσάζοντες.
Ένας ακόμα τομέας ανάπτυξης είναι και η εκτατική μορφή κτηνοτροφίας. Η Ελλάδα διαθέτει λιβάδια σε ποσοστό 35% του εδάφους της, τη στιγμή που στην Ιταλία είναι το 15%, στην Πορτογαλία το 16% και στην Ισπανία το 24%. Στα λιβάδια αυτά μπορούν να βόσκουν κατά το μεγαλύτερο διάστημα του έτους αιγοπρόβατα ή και εγχώριες φυλές βοοειδών και χοίρων, χωρίς να έχουν καμία ανάγκη για ζωοτροφές. Ειδικά για τα αιγοπρόβατα, θα μπορούσαμε να μετατραπούμε σε Νέα Ζηλανδία, αφού η ημιορεινή φύση της χώρας είναι ιδανική για την ανάπτυξή τους, ενώ οι ήπιες κλιματολογικές συνθήκες δεν απαιτούν ενσταυλισμό, παρά μόνο για λίγους μήνες κατά τη διάρκεια του έτους. Αυτό θα μείωνε τις τεράστιες εισαγωγές ζωοτροφών, ενώ θα έδινε ένα κρέας εξαιρετικής ποιότητας. Σύμφωνα με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, η αξιοποίηση των βοσκοτόπων στην Ελλάδα μπορεί να αποφέρει 4,5 δισ. ευρώ ετησίως!
Η Ελλάδα μεταπολεμικά σχεδόν υποχρεώθηκε να κατανα¬λώνει μοσχαρίσιο κρέας, με τη λογική ότι είναι πιο ογκώδες ζώο, με μεγαλύτερη γαλακτοπαραγωγή σε σχέση με τα αιγο¬πρόβατα, και άρα είναι πιο συμφέρον για την Ελλάδα. Χαρα¬κτηριστικό είναι ότι εισήχθησαν και νέες φυλές βοοειδών από βορειο-ευρωπαΐκές χώρες (π.χ. Ελβετία, Βέλγιο), ακόμα και από Αμερική, εκτοπίζοντας εγχώριες φυλές βοοειδών, όπως η ελληνική βραχυκερατική φυλή, που απαντάται στις Πρέσπες, αλλά και άλλες φυλές, όπως οι αγελάδες Κατερίνης, Τήνου και Κέας στις Κυκλάδες, Ζακύνθου, Συκιάς στη Χαλ¬κιδική, Κύμης, Φλώρινας, οι σαρακατσάνικες και οι αγελάδες Γλώσσας Σκοπέλου. Οι εγχώριες αυτές φυλές έχουν μικρότερο μέγεθος, αλλά μέσω της γενετικής επιλογής είχαν προσαρμο¬στεί πλήρως στις ελληνικές εδαφοκλιματικές συνθήκες. Το ίδιο συνέβη και με τον ελληνικό βούβαλο, που κάποτε κατέ¬κλυζε τους υδροβιότοπους της βόρειας Ελλάδας και ο πληθυσμός του έφτασε τα όρια της εξαφάνισης τη δεκαετία του ’90. Τα τελευταία χρόνια, γίνεται μια σημαντική προσπάθεια ανά¬καμψης του αριθμού των βουβαλιών, η οποία έχει φέρει απο-τελέσματα στην περιοχή της Κερκίνης στον νομό Σερρών.
Με επιδοτήσεις της Ε.Ε. εξαφανίστηκαν οι εγχώριες ράτσες βοοειδών και ενισχύθηκε η εκτροφή βοοειδών έναντι της αιγοπροβατοτροφίας και άλλων παραδοσιακών μορφών κτηνο¬τροφίας, απείρως πιο αποδοτικών, όπως η κονικλοτροφία.Αυτό ήταν ένα ολέθριο σφάλμα, καθώς τα αιγοπρόβατα είναι ιδανικά για τη μορφολογία του ελληνικού εδάφους που έχει ορεινές και ημιορεινές εκτάσεις, σε αντίθεση με τα βοοειδή και κυρίως τις εισαγόμενες ράτσες, που θέλουν ανοιχτές πε¬διάδες (τύπου Ολλανδίας). Ταυτόχρονα, έγινε συνήθεια στον Έλληνα η κατανάλωση μοσχαρίσιου κρέατος, κάτι που δεν συνέβαινε σε τέτοια έκταση κατά το παρελθόν. Το μοσχαρίσιο κρέας δεν πλεονεκτεί σε θρεπτικά συστατικά, έναντι του αι¬γοπρόβειου, ενώ αν λάβουμε υπόψη και τις σύγχρονες συν¬θήκες εντατικής εκτροφής των βοοειδών (αντιβιοτικά, μεταλ¬λαγμένες ζωοτροφές, ενσταυλισμός σχεδόν καθόλη τη διάρ¬κεια του έτους), το μοσχαρίσιο κρέας είναι μάλλον επιβαρυ¬μένο και κακής ποιότητας. Αντίθετα, το αιγοπρόβειο κρέας και κάποιες εγχώριες φυλές βοοειδών προέρχονται στην πλειοψηφία τους από κοπάδια ζώων που βόσκουν τον περισσό¬τερο χρόνο ελεύθερα σε ορεινές ή ημιορεινές περιοχές, εκμε¬ταλλευόμενα πλήρως την πλούσια ελληνική χλωρίδα.
Στο αιγοπρόβειο κρέας είμαστε σχεδόν αυτάρκεις, αφού σύμφωνα με στοιχεία για το 2009 η Ελλάδα διαθέτει περίπου 8,9 εκατ. πρόβατα και 4,8 εκατ. κατσίκια, δηλαδή αντιστοι¬χούν περίπου ένα πρόβατο και μισή κατσίκα για κάθε Έλ¬ληνα. Σύμφωνα με τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Κτηνοτροφών, κ. Δημήτρη Καμπούρη, «Σε ένα με δύο χρόνια, μπορούμε να έχουμε 20 εκατ. αιγοπρόβατα. Αυτό για την Οι¬κονομία σημαίνει διπλάσια παραγωγή κρέατος και γάλα¬κτος, μείωση των εισαγωγών, αύξηση των εξαγωγών και αύ¬ξηση των θέσεων εργασίας. Η αύξηση του ζωικού κεφαλαίου μπορεί να γίνει με ελάχιστα οικονομικά κίνητρα. Τα αρνιά και τα κατσίκια πωλούνται κυρίως το Πάσχα. Αν για μία- δύο χρονιές δεν δώσουμε τα θηλυκά στους εμπόρους, τότε τα ζώα θα διπλασιαστούν».
Σημαντικός τομέας είναι και η πτηνοτροφία, στην οποία είμαστε αυτάρκεις κατά 85% στο κρέας και κατά 91% στα αυγά.Ιδιαίτερα για τα αυγά, υπάρχει τόση παραγωγή, ώστε το 2011 οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά. 2134%!
Στη δε αλιεία το ποσοστό αυτάρκειας, χωρίς να υπολογί¬σουμε τις ιχθυοκαλλιέργειες, αγγίζει περίπου το 125,6%, με πάνω από 160.000 τόνους ψαριών τον χρόνο. Μαζί με τις ι¬χθυοκαλλιέργειες (120.000 τόνοι), το ποσοστό σε αυτάρκεια των αλιευμάτων φτάνει το 221,3%! Μια πιθανή, λοιπόν, παύση των εισαγωγών κρέατος μάλλον καλό θα έκανε στη χώρα, αφού θα επανερχόμασταν στη μεσογειακή διατροφή, μειώνοντας την κατανάλωση κόκκινου κρέατος, η οποία μα¬κροπρόθεσμα έχει και επιπτώσεις στην υγεία και θεωρείται υπεύθυνη για την εκδήλωση πολλών μορφών καρκίνου (π.χ. στομάχου ή παχέως εντέρου). Μεσούσης της κρίσης, ο μέσος Έλληνας καταναλώνει ετησίως 100 κιλά κόκκινου κρέατος – γεγονός που τον κατατάσσει στην 7η θέση παγκοσμίως, ξεπερνώντας Αμερικανούς, Καναδούς και Γερμανούς!
Στην κατηγορία των γαλακτοκομικών-τυροκομικών προϊό¬ντων, η φέτα -με ποσοστό αυτάρκειας 147%- περίπου υπερ¬βαίνει τον μέσο όρο της κατηγορίας, ο οποίος κυμαίνεται στο 80%. Γενικότερα στο γάλα, η Ελλάδα κατά το παρελθόν ήταν πλεονασματική. Σήμερα είναι ελλειμματική, αφού η παρα¬γωγή αγελαδινού γάλακτος κυμαίνεται στους 638 χιλιάδες τόνους, καλύπτοντας μόνο το 58,2% της ζήτησης (στοιχεία ΕΛΟΓΑΚ 2011). Βέβαια, στο αιγοπρόβειο γάλα που έχει καιμεγαλύτερη θρεπτική αξία, είμαστε σχεδόν αυτάρκεις, με πα¬ραγωγή που καλύπτει το 98% της ζήτησης. Αυτό που δε γνωρίζει ο πολύς κόσμος είναι ότι η σχετικά μειωμένη παραγωγή γάλακτος δεν οφείλεται στη μη παραγωγικότητα της ελληνικής κτηνοτροφίας αλλά στο καθεστώς των ποσοστώσεων που επέβαλε η ΕΕ. Μέχρι τις αρχές του 2000, η χώρα πλήρωνε πρόστιμα στην ΕΕ, επειδή οι παραγόμενες ποσότητες γάλακτος ήταν υψηλότερες από το πλαφόν που είχε δέσει αυθαίρετα η ΕΕ – κι αυτό διότι δεν είναι αναλογικές ούτε με τον πληθυσμό, ούτε με το ζωικό κεφάλαιο κάθε χώρας.
Το 1996 γαλακτοπαραγωγοί νομοί, όπως η Φλώρινα, πλήρωσαν πρόστιμα, επειδή η ποσόστωση ήταν 47.000 τόνοι και οι κτηνοτρόφοι παρήγαγαν 55.000 τόνους. Το 1999 η χώρα πλήρωσε συνολικά 2,5 δισ. δραχμές πρόστιμο, επειδή είχε παραγωγή 22.000 τόνους μεγαλύτερη από την ποσόστωση. Ταυτόχρονα, ενώ μας επέβαλαν χαμηλή παραγωγή, εισήγαμε χιλιάδες τόνους συμπυκνωμένου γάλακτος από Ολλανδία και Γερμανία, πετώντας εκατομμύρια ευρώ στο εξωτερικό. Το καθεστώς αυτό, σε συνδυασμό με την αύξηση των τιμών των ζωοτροφών και την έλλειψη στήριξης από την πολιτεία, αποθάρρυνε πολλούς κτηνοτρόφους, με αποτέλεσμα την τελευταία δεκαετία να εγκαταλείψουν το επάγγελμά τους το 63,5% των κτηνοτρόφων. Έτσι σήμερα, αν και έχουν αυξηθεί οι ποσοστώσεις από 650.000 τόνους κατά το παρελθόν, σε 861.000 τόνους, η παραγωγή έχει μειωθεί στο ελάχιστο.
Αν, λοιπόν, παύσουν οι εισαγωγές στο αγελαδινό γάλα, θα παρατηρηθεί μια πρόσκαιρη έλλειψη, η οποία όμως μπορεί να αναπληρωθεί εύκολα αν μάθουμε να καταναλώνουμε αιγοπρόβειο γάλα. Αν πάρουμε μια ποσότητα αιγοπρόβειου γάλακτος (που έχει μεγαλύτερη θρεπτική αξία από το αγελαδινό) από την παραγωγή φέτας και την αξιοποιήσουμε για την κατανάλωση ως νωπό γάλα, είναι σίγουρο ότι δεν θα υπάρξει έλλειψη στην αγορά. Και αν δοθούν τα λεφτά που ξοδεύονται στις εισαγωγές συμπυκνωμένου γάλακτος αμφίβολης θρεπτικής αξίας στους Έλληνες παραγωγούς, θα αυξηθεί το ζωικό κεφάλαιο και σύντομα θα δημιουργηθεί υπερεπάρκεια σε γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα.
Η Ελλάδα «υπερδύναμη» τροφίμων
Σύμφωνα με τη Στατιστική Υπηρεσία (στοιχεία 2009), η Ελλάδα καλλιεργεί 32.693 χιλιάδες στρέμματα, από τα 37.324 χιλιάδες στρέμματα (25% της έκτασής μας) που είναι η συνολική καλλιεργήσιμη έκτασή μας, δηλαδή καλλιεργείται περίπου το 87,6% των καλλιεργήσιμων εκτάσεων. Τα υπόλοιπα 4.631 χιλιάδες στρέμματα είναι αναξιοποίητα, αφού βρίσκονται σε αγρανάπαυση, η οποία μάλιστα είναι και συμφέρουσα, αφού είναι επιδοτούμενη από την ΕΕ. Στον αριθμό αυτό μπορούν να προστεθούν και εκατομμύρια άλλα στρέμματα ανά την επικράτεια, τα οποία έχουν εγκαταληφθεί εδώ και δεκαετίες, και έχουν μετατραπεί σε λιβαδικές, θαμνώδεις ή και δασώδεις εκτάσεις. Σε πολλούς νομούς, όπως στον νομό Σερρών, η εγκατάλειψη είναι τόσο μεγάλη, που αγγίζει ποσοστά πάνω από το 40%!
Αυτές οι χαμένες αγροτικές εκτάσεις βρίσκονται στα βοσκοτόπια και στα βουνά (43% της έκτασης), και σε μικρότερο ποσοστό στα δάση (21% της ελληνικής γης). Επειδή τα δάση δεν πρέπει να μειωθούν για χάρη της γεωργίας, θα μπορούσαμε να καλλιεργήσουμε μέρος από τις χορτολιβαδικές εκτάσεις, πολλές από τις οποίες κάποτε ήταν χωράφια και μάλιστα πολύ εύφορα. Με καλλιέργεια μόνο στο 1/4 της έκτασης της Ελλάδας, η χώρα είναι σχεδόν αυτάρκης. Αν διπλασιάζαμε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις, φτάνοντας στο 50% της ελληνικής γης, θα μπορούσαμε να θρέψουμε τουλάχιστον διπλάσιο πληθυσμό ή, αλλιώς, να τροφοδοτούμε εξ ολοκλήρου χώρες με παραπλήσιο πληθυσμό, όπως η Πορτογαλία.
Το επιχείρημα ότι δεν μπορούμε να καλλιεργήσουμε σε ορεινές ή και ημιορεινές περιοχές είναι αστείο, αφού κάποιες καλλιέργειες, όπως τα αρωματικά φυτά, πολλά από τα οπωροκηπευτικά, δενδρώδεις καλλιέργειες, όπως οι καστανιές, οι κερασιές, οι φουντουκιές, οι καρυδιές κ.ά. αναπτύσσονται καλύτερα σε υψηλό υψόμετρο και σε επικλινή εδάφη.
Το βασικό πρόβλημα της ελληνικής γεωργίας είναι η μείωση του αγροτικού πληθυσμού, με άμεση συνέπεια την υποβάθμιση πρώην αγροτικών εκτάσεων. Για να μεταβληθεί αυτή η κατάσταση απαιτούνται σοβαρά κίνητρα για τους νέους. Θα πρέπει να γίνει όχι ενοικίαση εκτάσεων, όπως προωθεί το Υπουργείο και πρόσφατα η εκκλησία, αλλά πλήρης απαλλοτρίωση και «χάρισμα» γης σε άτομα, με την αυστηρή προϋπόθεση οι εκτάσεις αυτές να χρησιμοποιηθούν αποκλειστικά για αγροτικούς σκοπούς. Ο αγρότης, για να είναι αποδοτικός και να παραμείνει στο επάγγελμα, πρέπει να έχει ιδιόκτητη γη και όχι ενοικιαζόμενη. Με πάνω από ένα εκατομμύριο επίσημα ανέργους, σκεφτείτε τι ώθηση δα έδινε στον γερασμένο αγροτικό κόσμο, αν μόνο μισό εκατομμύριο νέοι, αντί να σκέφτονται τη φυγή, στρέφονταν στη γεωργία.
Με μόνο 300.000 κατά κύριο επάγγελμα αγρότες σήμερα (και περίπου 2 εκατ. που δηλώνουν συμπληρωματικό εισόδημα), με άλλο μισό εκατομμύριο, θα είχαμε αύξηση κατά 266% τουλάχιστον του αγροτικού πληθυσμού, ενώ η ποιοτική διαφορά θα ήταν ασύγκριτη, αφού στη γεωργία θα έμπαινε ανθρώπινο δυναμικό μικρής ηλικίας και μορφωμένο, προάγοντας την επιχειρηματικότητα και την καινοτομία.
Μην ξεχνάμε ότι, μόλις 50 χρόνια πριν (1961), στην Ελλάδα οι αγρότες αντιπροσώπευαν το 53% του πληθυσμού!
Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, επιτάχθηκαν και απαλλοτριώθηκαν σχεδόν 10 εκατ. στρέμματα καλλιεργήσιμων εκτάσεων σε όλη τη χώρα και διατέθηκαν για την αποκατάσταση προσφύγων και γηγενών. Η διανομή της γης είχε ως αποτέλεσμα να καλλιεργηθούν εδάφη που πρώτα χρησιμοποιούνταν ως βοσκές ή έμεναν ακαλλιέργητα και να αυξηθεί σημαντικά η παραγωγή, ιδιαίτερα των σιτηρών, στα οποία ένα ποσοστό 93% της αύξησης προήλθε από τις περιοχές στις οποίες η γη διανεμήθηκε στους ακτήμονες. Στην Μακεδονία, στη Θεσσαλία και στην Ήπειρο, οι εκτάσεις που καλλιεργήθηκαν με σιτηρά διπλασιάστηκαν από το 1915 έως το 1932!
Παράλληλα πρέπει να γίνουν προγράμματα ολοκληρωμένης διαχείρισης, στα οποία η ανάγκη σε ζωοτροφές, λιπάσματα, νερό, ακόμα και ενέργεια, να καλύπτεται από την ίδια την αγροτική επιχείρηση. Η χρήση των οργανικών υπολειμμάτων των ζώων, αλλά και χορταριού σε αποσύνθεση για λίπασμα, η επιδότηση των κτηνοτροφών για καλλιέργεια των ζωοτροφών που χρειάζονται, η δημιουργία συστημάτων συλλογής βρόχινου νερού, αλλά και η επέκταση των προγραμμάτων φιλικής για το περιβάλλον ενέργειας (π.χ. φωτοβολταϊκά) σε κάθε ιδιόκτητη φάρμα, θα απάλλασσε πολλούς αγρότες από ένα μεγάλο τμήμα του κόστους παραγωγής. Επιπλέον, απαιτείται μείωση της τιμής του αγροτικού πετρελαίου, αλλά και μια καθετοποιημένη παραγωγή με πλήρη επιδότηση μεταποιητικών μονάδων κοντά στα χωράφια, ώστε ο κόσμος να παραμείνει στην επαρχία και το κέρδος από το προϊόν να το απολαμβάνει ο παραγωγός και όχι οι μεσάζοντες.
Ένας ακόμα τομέας ανάπτυξης είναι και η εκτατική μορφή κτηνοτροφίας. Η Ελλάδα διαθέτει λιβάδια σε ποσοστό 35% του εδάφους της, τη στιγμή που στην Ιταλία είναι το 15%, στην Πορτογαλία το 16% και στην Ισπανία το 24%. Στα λιβάδια αυτά μπορούν να βόσκουν κατά το μεγαλύτερο διάστημα του έτους αιγοπρόβατα ή και εγχώριες φυλές βοοειδών και χοίρων, χωρίς να έχουν καμία ανάγκη για ζωοτροφές. Ειδικά για τα αιγοπρόβατα, θα μπορούσαμε να μετατραπούμε σε Νέα Ζηλανδία, αφού η ημιορεινή φύση της χώρας είναι ιδανική για την ανάπτυξή τους, ενώ οι ήπιες κλιματολογικές συνθήκες δεν απαιτούν ενσταυλισμό, παρά μόνο για λίγους μήνες κατά τη διάρκεια του έτους. Αυτό θα μείωνε τις τεράστιες εισαγωγές ζωοτροφών, ενώ θα έδινε ένα κρέας εξαιρετικής ποιότητας. Σύμφωνα με τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης, η αξιοποίηση των βοσκοτόπων στην Ελλάδα μπορεί να αποφέρει 4,5 δισ. ευρώ ετησίως!
Ένας ακόμα αναξιοποίητος πλούτος είναι και η αλιεία. Η Ελλάδα, με τα 15.000 χιλιόμετρα ακτογραμμών, τα 300 θαλάσσια είδη, τα ποτάμια (ο Αλιάκμονας έχει 33 είδη ψαριών και ο Αξιός 36), τις λίμνες, τους εκατοντάδες κόλπους, καθώς και τα 3.000 νησιά, είναι ένα φυσικό ιχθυοτροφείο. Ήδη η χώρα διαθέτει τον μεγαλύτερο αλιευτικό στόλο στην Ε.Ε. Ταυτόχρονα, μπορούν να αναπτυχθούν και οι υδατοκαλλιέργειες. Σύμφωνα με έρευνες Καναδών επιστημόνων που διεξήχθησαν για την Google Earth, από τους 21.200 περίπου κλωβούς ιχθυοτροφείων που βρίσκονται στη Μεσόγειο (δορυφορικές εικόνες), οι μισοί περίπου (49%) βρίσκονται στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να υποεκτιμούμε τη συνολική παραγωγή ψαριών ιχθυοκαλλιέργειας κατά τουλάχιστον 30%! Η Ελλάδα με μόνο ελάχιστα ιχθυοτροφεία, σε σχέση με αυτά που θα μπορούσε να έχει, παράγει το 60% της συνολικής παραγωγής σε συναγρίδα και λαβράκι που εκτρέφονται στην Ε.Ε. και σχεδόν τη μισή από την παγκόσμια παραγωγή!
Αναπτυξιακές προοπτικές
Η χώρα θα έπρεπε εδώ και δεκαετίες να επενδύσει όχι μόνο στη διατροφική της αυτάρκεια, κάτι που ήδη υφίσταται παρόλη την γεωργοκτόνα πολιτική των τελευταίων ετών, αλλά και στην εξάρτηση σε τρόφιμα άλλων χωρών από εμάς, ώστε σε μια πιθανή κρίση να έχουμε συμμάχους τους εμπορικούς μας εταίρους.
Ο φιλότιμος Έλληνας αγρότης, που κατάφερε εδώ και αιώνες να θρέψει τον ελληνικό πληθυσμό, ακόμα και σε αντίξοες συνθήκες, είναι σίγουρο ότι και τώρα θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και θα καταφέρει να θρέψει τους Έλληνες. Παρόλα αυτά, όμως, η αυτάρκεια σε τρόφιμα απαιτεί συντονισμένη δράση όλων – από τους κρατικούς φορείς και τις αρμόδιες υπηρεσίες, μέχρι τον τελευταίο καταναλωτή, ο οποίος θα πρέπει να αποκτήσει εθνική συνείδηση και να πάψει να καταναλώνει εισαγόμενα, κυρίως τυποποιημένα τρόφιμα αμφίβολης ποιότητας, που ενισχύουν παραγωγούς και οικονομίες άλλων κρατών. Ακόμα και αν οι τιμές των ελληνικών προϊόντων είναι υψηλότερες, θα πρέπει να στηρίξουμε τον αγώνα και τον μόχθο του Έλληνα γεωργού. Η επιστροφή στη μεσογειακή διατροφή, που όλοι αναφέρουν αλλά κανείς δεν εφαρμόζει, είναι αυτή που θα μας προστατεύσει σε πιθανή παύση των εισαγωγών.
Η Ελλάδα δεν είναι απλά μια πλούσια χώρα, αλλά μια κοιμισμένη υπερδύναμη, η οποία θα πρέπει να κάποτε να ξυπνήσει και να ορθοποδήσει, πάντα στηριγμένη στα δικά της πόδια. Με δεδομένη την παγκόσμια αύξηση του πληθυσμού, τα τρόφιμα είναι ένας τομέας ζωτικής σημασίας, που μελλοντικά θα αποτελέσει παγκοσμίως τη μέγιστη προτεραιότητα για κάθε κράτος, αλλά και το υπ’ αριθμόν ένα μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής. Η αυτονομία στα τρόφιμα είναι η μόνη λύση για την επίτευξη της ελευθερίας των λαών, αλλά και της εθνικής ανεξαρτησίας, αφού η χειρότερη μορφή εξάρτησης είναι εκείνη της διατροφής του πληθυσμού.
Γίνεται, λοιπόν, σαφές γιατί η παγκοσμιοποίηση, το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά και οι πολιτικές της Ε.Ε., του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και της Παγκόσμιας Τράπεζας χτύπησαν αρχικά την αυτάρκεια σε τρόφιμα των κρατών. Δυστυχώς, είναι πολλοί αυτοί που δεν μας θέλουν ελεύθερους.
(του Νίκου Παπαδόπουλου*)
* Πτυχιούχος του Τμήματος Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
* Πτυχιούχος του Τμήματος Επιστήμης και Τεχνολογίας Τροφίμων του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
http://kinisienergoipolites.blogspot.gr
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

