Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Πρότυπα-Πειραματικά:Ανυπόστατη προτεραιότητα και Σολομώντεια λύση


 
Αρθρογράφος:

Γιώργος Μαυρογιώργος


Ο μεγάλος ντόρος
Ο χαλασμός που προκάλεσε ο Υπουργός της Παιδείας στη Βουλή και εκτός αυτής, με την άκαιρη, κατά πώς φαίνεται, προτεραιότητα που έδωσε στο θέμα των πρότυπων πειραματικών σχολείων, μάλλον δε χρειαζόταν. Είναι αλήθεια ότι είχε επείγοντα χαρακτήρα η επιβολή, με τον μπαλτά, της κλήρωσης αντί των εισιτηρίων εξετάσεων. Όλα τα άλλα δεν είχαν προτεραιότητα. Είναι απίστευτες οι υστερικές και αποπροσανατολιστικές αντιδράσεις που προκλήθηκαν. Είναι πρωτοφανής, όντως, ο ντόρος που έγινε και η ευρεία συζήτηση που άναψε στις εφημερίδες και στα μέσα ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης. Εκπαιδευτικοί όλων των βαθμίδων, δημοσιογράφοι και σχολιαστές κατέθεσαν πολλές αντικρουόμενες απόψεις, μέσα σε ένα ιδιαιτέρως επιβαρυμένο πεδίο ιδεολογικής ρύπανσης, σύγχυσης και ασάφειας. Το ξέρουμε αυτό: η εκπαίδευση είναι ένα προσφιλές αντικείμενο συζήτησης. Όλοι μας όλο και σε κάτι έχουμε να συνεισφέρουμε. Έτσι, κατασκευάστηκε η προτεραιότητα, στην οποία συμμετέχουμε, έστω και με αυτή τη συμβολή.
Στους προνομιακούς συνομιλητές του Υπουργού ήταν η ΔΕΠΠΣ! Ήταν οι γνωστοί εντεταλμένοι ευαγγελιστές μιας κατασκευασμένης αριστείας, οι προπαγανδιστές του προτυπο-πειραματισμού και της κενοτομίας (:Μη βιάζεστε: δεν πρόκειται για ορθογραφικό λάθος...Πρόκειται για νεολογισμό «της τομής στο κενό- στο τίποτα ή μάλλον στη συντήρηση). Βρήκαν πεδίο και αφορμή να καταγγείλουν και να διαμαρτυρηθούν για την «επιχείρηση μπαλτά»! Έχασαν την ευκαιρία να παραιτηθούν όχι ως ένδειξη διαμαρτυρίας αλλά ως δημόσια εκφορά επίγνωσης και αυτογνωσίας! Αντί για αυτό, κατάγγειλαν την πολιτική ανατροπή μιας προγραμματισμένης γελοιογραφικής αντίφασης που την υπηρετούσαν ως «κέρβεροι» εντολοδόχοι. Είχαν στήσει ένα κλειστό, ανεξάρτητο, αποστειρωμένο κι απομονωμένο παρασύστημα εκπαίδευσης. Είναι αποκαλυπτικό το πόσο αδιάβροχο ήταν το «κύκλωμα» που στήθηκε, μέσα στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα αλλά και έξω από αυτό! Άντε, να περιμένεις από ένα τέτοιο πειραματικό «παραμάγαζο» τον εμβολιασμό των δημόσιων σχολικών μονάδων με «καλές» και «υποδειγματικές» πρακτικές. Ακόμα και το «συνέδριο» που έκαναν το 2014, ήταν υπόθεση ενός «συνωμοτικού» κλειστού αυτοαναφορικού κύκλου αυτάρεσκων εισηγητών-προσκυνητών, με φιλοφρονήσεις μεταξύ τους. Αλλιώς, πώς θα μπορούσε να παραλάβει η Άννα Δ. το αριστείο μιας Υπουργού/αυτουργού που «τόλμησε την αλλαγή»! Και πώς αλλιώς, ο αυλικός, μόλις απελθών πρόεδρος του ΙΕΠ, θα ήταν αποδέκτης μιας ευρηματικής ανταπόδοσης: «Εγώ (Η Υπουργός) σήμερα άκουσα μια γενναιόδωρη επιβράβευση της δουλειάς μου από έναν άνθρωπο που εγώ τον έβγαλα από τη θέση που ήταν και τον αντικατέστησα με κάποιον άλλον»! Είναι το γνωστό κλοτσοσκούφι των «ειδικών» που εναλλάσσονται, παραιτούνται, εγκαθίστανται, αντικαθίστανται, με τις αλλαγές κυβερνήσεων ή Υπουργών.
Ο Υπουργός Παιδείας, μέσα στο ντόρο που προκάλεσε, είχε τη φαεινή ιδέα να εξαγγείλει μια αχρείαστη αξιολόγηση και αποτίμηση της λειτουργίας των πρότυπων πειραματικών σχολείων του Νόμου 3966/201, στη διάρκεια της τριετούς λειτουργίας τους. Μάλιστα, έσπευσε να νομιμοποιήσει την επιλογή του με τη διατύπωση: «προφανώς θα αξιολογηθεί, όπως άλλωστε προβλέπεται και από τους κανόνες λειτουργίας τους». Να τα μας! Η εργαλειοθήκη της αξιολόγησης ενεργοποιείται σε νέες αχρείαστες εργολαβίες και αλχημείες!
Θα προτείναμε στον Υπουργό Παιδείας να μην επιδοθεί στον καταναλωτισμό και να μην ενδώσει στη σαγήνη των δαπανηρών αξιολογικών εκθέσεων του προφανούς, του αυταπόδεικτου και του περιττού. Πρόκειται για μια εκφυλιστική ιδεολογική διαχείριση των αντιθέσεων και των συγκρούσεων. Δε θα έχει διαθέσιμα κονδύλια για τα επείγοντα προβλήματα ανθρωπιστικής κρίσης. Ακούγεται αρκετά περίτεχνη η όλη σύλληψη της αξιολόγησης που έχει εξαγγελθεί (σκοποί, μεθοδολογία, κριτήρια, ερωτήματα, διαδικασία) για ένα εγγενώς αντιφατικό εγχείρημα προτύπων πειραματικών σχολείων που αγγίζει τα όρια της φάρσας. Υποθέτουμε ότι δεν έχει ειδοποιηθεί κι ο αξιολογητής! Πρόκειται για μια άλλη επινόηση και κατασκευή προτεραιότητας και σκοπιμότητας.
Ο Υπουργός έχει όλες τις ενδείξεις ότι τα δημόσια πρότυπα πειραματικά σχολεία λειτούργησαν ως τα κατ εξοχήν εφιαλτικά εργαστήρια εφαρμογής του πιο αυταρχικού νεοφιλελεύθερου συστήματος ολοκληρωτικής αξιολόγησης που έχει ποτέ επινοηθεί στην Ελλάδα. Και, μάλιστα, σε μια εποχή που οι άλλες σχολικές μονάδες και οι εκπαιδευτικοί του δημοσίου έδιναν τη μάχη ενάντια στην αξιολόγηση και στη διείσδυση των πολιτικών της αγοράς στη δημόσια εκπαίδευση. Οι εκπαιδευτικοί των πρότυπων πειραματικών, κάτω από τις συγκεκριμένες εργασιακές σχέσεις επισφάλειας, επιθεώρησης, φόβου, άκρατου ανταγωνισμού, ατομικισμού και εντατικοποίησης έγιναν κυνηγοί «δράσεων», κατ επίφαση καινοτομικών, συλλέκτες «μορίων» και εργαλειακών πιστοποιήσεων. Έκαναν «τον εαυτό τους επιχείρηση».
Η επίσημη αναστολή των διαδικασιών αξιολόγησης συνιστά δικαίωση του αγώνα των εκπαιδευτικών. ¨Άλλωστε, μερίδιο συμμετοχής στην πολιτική ανατροπή που συντελέστηκε πιστώνεται και στην πάλη των εκπαιδευτικών των συμβατικών δημόσιων σχολείωνπου αγωνίστηκαν ενάντια στην αξιολόγηση που υφίσταντο οι συνάδελφοι των ΠΠΣ. Όλα αυτά συνιστούν την πιο έγκυρη και δημόσια κοινωνική και πολτική αποτίμηση της αρνητικής λειτουργίας των πρότυπων πειραματικών σχολείων ως προεκτάσεων μιας εντεταλμένης νεοφιλελεύθερης παιδαγωγικής και διδακτικής, στο αγοραίο πνεύμα του «επιχειρείν». Γιατί ασκεί τόση γοητεία η αξιολόγηση; Είναι, μήπως, η κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που την επιβάλλει «δια πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν»; Συνήθως, στην αξιολόγηση καταφεύγουν οι άνθρωποι της εξουσίας για νομιμοποίηση αποφάσεων. Ποια είναι, άραγε, η σκοπιμότητα εξαγγελίας της αξιολόγησης; Και που θα μας πάει αυτή η ορθοδοξία των κατά παραγγελίαν αξιολογήσεων;
Από ο τι φαίνεται, κάτω από την πίεση της έκτασης που δόθηκε στο θέμα, το ζήτημα απομονώθηκε και αντιμετωπίστηκε, κατά προτεραιότητα και αποσπασματικά, ερήμην μιας συνολικής και ενιαίας σύλληψης και σχεδιασμού της εκπαιδευτικής πολιτικής που πρόκειται να εξαγγελθεί και να ασκηθεί. Παρόλο που ο ίδιος ο Υπουργός μίλησε για την προτεραιότητα που έχουν οι πληγές της ανθρωπιστικής κρίσης, αυτή, μάλλον, μπορεί να περιμένει στην «ουρά της αναμονής για ελπίδα».
Στις 3 Μαρτίου του 2015, προφανώς, ο Υπουργός γνωρίζει ότι ξανάρχεται ο μονοπωλιακός παγκόσμιος νεοφιλελεύθερος επιθεωρητής PISA, σε καθεστώς ανθρωπιστικής κρίσης, με το αζημίωτο, για να «πάρει τα μέτρα» από 231 σχολεία και 6.300 μαθητές σε διάφορα εξεταστικά κέντρα, της δικαιοδοσίας του. Αδιάβροχοι στην κρίση οι εργολάβοι της αξιολόγησης θα μας βάλουν, για μια ακόμη φορά, σε μια από τις τελευταίες θέσεις της παγκόσμιας κατάταξης. Λέτε, τα εξεταστικά δοκίμια PISA να είναι αλεξίσφαιρα στην ανθρωπιστική κρίση; Από μια τράπεζα θεμάτων θα αντληθούν θέματα «κονσέρβα» για να απαντήσουν οι 15χρονοι μαθητές που ολοκλήρωσαν το 9χρονο σχολείο. Πώς και δεν είναι στην ατζέντα των άμεσων προτεραιοτήτων του Υπουργείου η ακύρωση συμμετοχής της χώρας στο διαγωνισμό PISA (Μάρτιος -Απρίλιος 2015); Δεν είναι παιδαγωγικός κανιβαλισμός και κοινωνική αναλγησία, εν μέσω κρίσης, να σέρνονται οι 15χρονοι μαθητές μπροστά στα εξεταστικά δοκίμια PISA; Ήθελα να ξέρω τι θα τα κάνουν τα αποτελέσματα; Τι αριστερή αμηχανία είναι αυτή μπροστά στη νεοφιλελεύθερη εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ/ PISA;
Γιατί δεν είναι στην ατζέντα του Υπουργείου Παιδείας το άλλο τερατούργημα της Ανεξάρτητης Αρχής Διασφάλισης της Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση; Η εξαγγελία κατάργησης του θεσμικού πλαισίου της ολοκληρωτικής αξιολόγησης δε συνεπάγεται την αποδόμησή της; Τι θα γίνει με τους γνωστούς εντεταλμένους πανεπιστημιακούς (πρώην και νυν) και το πολυπρόσωπο ιερατείο των Επιτροπών και των Παρατηρητηρίων που είχαν αναλάβει το ανοσιούργημα της διάλυσης του δημόσιου σχολείου στο όνομα μια αυταρχικής της νεοφιλελεύθερης αναβάθμισης; Αυτοί οι εθνικοί πράκτορες της παιδαγωγικής και διδακτικής της Danielson Group, πώς δικαιολογούν την παραμονή τους σε ένα όργανο που έστησε το όλο σύστημα αξιολόγησης που αποδοκιμάστηκε και κατεδαφίστηκε; Μέσα σε όλα αυτά και άλλα πολλά σημαντικά εκκρεμή ζητήματα, το θέμα των πρότυπων πειραματικών αντιμετωπίστηκε βεβιασμένα ως ένα θέμα με ανυπόστατη προτεραιότητα. Ίσως, γι αυτό δόθηκε και μια βεβιασμένη κι αμήχανη λύση, με δανεική σοφία απ το Σολομώντα.

Η σολομώντεια «λύση»
Την εποχή που σπούδαζα στο Ιεροδιδασκαλείο Βελλάς, διαβάζοντας την Αγία Γραφή (3ο κεφάλαιο του βιβλίου Βασιλειών Γ' (3, 16-28), μου είχε κάνει εντύπωση η αλληγορική ιστορία του σοφού βασιλιά Σολομώντα, ο οποίος χρησιμοποιεί ένα «κόλπο»/μπλόφα, «παίγνιο» στη γλώσσα Βαρουφάκη, για να ξεγελάσει τις διαδίκους ιερόδουλες και να δώσει μια δήθεν έξυπνη λύση σε ένα, εκ πρώτης όψεως δύσκολο πρόβλημα ή δίλημμα. Ξαναδιαβάζω τη σχετική αλληγορική ιστορία σε μετάφραση:
«Τότε φάνηκαν δυο ιερόδουλες και παρουσιάστηκαν στο βασιλιά. Και είπε η πρώτη: «Κύριε, εγώ και αυτή η γυναίκα κατοικούμε στο ίδιο σπίτι και γεννήσαμε σ’ αυτό το σπίτι. Και την τρίτη ημέρα αφού γέννησα εγώ, γέννησε κι αυτή η γυναίκα. Και ήμασταν οι δυο μας και δεν υπήρχε κανείς μαζί μας στο σπίτι, εκτός από μας τις δύο. Και τη νύχτα πέθανε ο γιος αυτής της γυναίκας, επειδή αποκοιμήθηκε και τον πλάκωσε· κι αυτή σηκώθηκε τα μεσάνυχτα, πήρε το γιο μου από την αγκαλιά μου και τον έβαλε στον κόρφο της, ενώ το γιο της το νεκρό τον έβαλε στον κόρφο μου· και σηκώθηκα το πρωί, για να θηλάσω το γιο μου, αλλά ήταν νεκρός· αφού το πρωί τον παρατήρησα καλά, κατάλαβα πως δεν ήταν ο γιος μου που είχα γεννήσει.» Και η δεύτερη γυναίκα είπε: «Όχι, αλλά ο ζωντανός είναι ο γιος μου, ενώ ο νεκρός είναι ο γιος σου.» Κι εκείνη είπε: «Όχι, ο δικός μου γιος ζούσε, ο δικός σου είναι νεκρός.»Έτσι μίλησαν μπροστά στο βασιλιά. Και ο βασιλιάς είπε: «Εσύ λες: Αυτός ο ζωντανός είναι ο γιος μου, ενώ ο γιος αυτής είναι νεκρός· κι η άλλη λέει τα αντίθετα.» Και ο βασιλιάς είπε: «Φέρτε μου ένα μαχαίρι». Και έφεραν το μαχαίρι μπροστά στο βασιλιά. Και ο βασιλιάς είπε: «Χωρίστε το ζωντανό παιδί που θηλάζει στα δύο, και δώστε το μισό στη μία, και το άλλο μισό στην άλλη.» Τότε, η γυναίκα της οποίας ήταν ο ζωντανός γιος, αποκρίθηκε στον βασιλιά -επειδή σπλαχνίστηκε το γιο της- και είπε: «Κύριε, δώστε το παιδί σ' αυτή και μη το θανατώσετε με κανέναν τρόπο.» Η άλλη όμως είπε: «Ούτε δικό μου ας είναι, ούτε δικό της· διαμελίστε το.» Και αποκρίθηκε ο βασιλιάς και είπε: «Δώστε το ζωντανό παιδί σ' αυτή που μίλησε πρώτη και μη το θανατώσετε με κανέναν τρόπο· αυτή είναι η μητέρα του». Και όλος ο Ισραηλιτικός λαός άκουσε για την κρίση του βασιλιά και φοβήθηκε το βασιλιά· επειδή είδαν ότι υπήρχε μέσα του η σοφία του Θεού, για να κάνει κρίση».
Με ιερόδουλες είχε να κάνει ο σοφός Σολομών! Οι μανούβρες που έκανε ήταν σκληρές. Το ίδιο κι ο Υπουργός. Χρειάστηκε να καταφύγει στο ευφυολόγημα: «Φαίνεται πως μόνο με Μπαλτά και με Χασάπη μπορεί να αποδιαρθρωθεί το τερατούργημα Διαμαντοπούλου»! Ήταν, όντως, τερατούργημα. Για να συνεχίσουμε τα ευφυολογήματα, «αν ο μπαλτάς είναι η υλική προέκταση του χασάπη», μήπως στη θέση του ενός, επινοούμε και κατασκευάζουμε, ή αν θέλετε, νεκρανασταίνουμε δύο νέα «τέρατα»; Ποιος θα μας δώσει μια πειστική αριστερή απάντηση για την προτεραιότητα αυτών των σχολείων, στην Ελλάδα, σήμερα; Γιατί χρειαζόμαστε αυτά τα σχολεία, πέρα από τις επιφάσεις περί πειραματισμών και μοντέλων προτυποποίησης;
Δύο «σιαμαία ετεροθαλή» σχολεία σε ένα, το πρότυπο πειραματικό, κληρονόμησε ο Υπουργός και ο γ.γ., ο σοφός συνεργάτης του. Το ένα από τα δυο σχολεία είχε «πεθάνει» μέσα στην ασφυξία της αλληλοαναίρεσης. Η έξυπνη πολιτική επιλογή τους έγκειται στο ότι αντί για ένα «ιδιαίτερο» δημόσιο σχολείο, ας πούμε ένα πρότυπο τύπο «δεκάχρονου σχολείου σχολικής επιτυχίας για όλους» που να λειτουργεί σε υποδειγματικές συνθήκες («κτηριακών υποδομών, υλικο-τεχνικής υποδομής, οργανωτικής δομής, επιστημονικής και εκπαιδευτικής επάρκειας των εκπαιδευτικών, σχέσης μαθητών-εκπαιδευτικών, διδακτικών πρακτικών κλπ»-με δικά τους λόγια) και να αντιμετωπίζει με «υποδειγματικές» μεθόδους τη σχολική αποτυχία, τη σχολική υπο-επίδοση (όλων των μαθητών), τη σχολική διαρροή και την κοινωνική διάκριση των κοινωνικά μη προνομιούχων, καθιέρωσαν δυο νέους τύπους δημόσιου σχολείου, το δημόσιο πειραματικό και το δημόσιο πρότυπο σχολείο. Έχουμε δηλαδή, στη δημόσια γενική εκπαίδευση τρεις τύπους σχολείων, το τυπικό δημόσιο σχολείο, το πειραματικό και το πρότυπο σχολείο! Κατά τα άλλα, το ενιαίο δεκάχρονο ή δωδεκάχρονο υποχρεωτικό σχολείο για όλους παραπέμπεται για τη διάδοχη κυβέρνηση. Πρώτα θα εμπεδώσουμε τους νέους τύπους σχολείων, θα τους καθιερώσουμε και ύστερα θα ασχοληθούμε με το ενιαίο υποχρεωτικό σχολείο. Τότε, βέβαια, τα δύο αυτά σχολεία θα τα βρίσκουμε ως εμπόδια μπροστά μας, καθώς θα έχουν ερείσματα, προνόμια και ιδεοληψίες. Οι δύο παραπάνω «νέοι» τύποι σχολείου προστατεύονται με θεσμική θωράκιση τέτοια που προσφέρεται για απολύμανση και «αποστείρωση», έτσι ώστε να λειτουργούν είτε ως οιονεί πειραματικές μονάδες εκπαιδευτικής καινοτομίας και πρακτικής άσκησης είτε ως πρότυπα- μοντέλα σχολείων(«Σχολών»), που συντηρούνται στον απόηχο μιας λαμπρής ιστορικής παράδοσης, με ειδικές «παρεκκλίσεις». Κρίνουμε ότι η εξαγγελία που έχει γίνει έχει τα χαρακτηριστικά «απρόσμενης προχειρότητας».

Και η ηγεμονία;
Εν μέσω ανθρωπιστικής κρίσης, τα πρότυπα /πειραματικά σχολεία αντιμετωπίστηκαν κατά προτεραιότητα, ώστε να συνεχίζουν, απελευθερωμένα, χωρίς τις αντιφάσεις της αλληλοαναίρεσης από τη συνύπαρξη, χωριστά πλέον, με ξεχωριστή ατζέντα και σαφείς οριοθετήσεις της κοινωνικής λειτουργίας του διαχωρισμού και των ιεραρχικών διακρίσεων, ανάμεσα σε σχολικές μονάδες, μαθητές και εκπαιδευτικούς. Το ελληνικό δημόσιο σχολείο διαθέτει, πλέον, τρία διαφορετικά κοινωνικά και παιδαγωγικά προφίλ. Έτσι, θα αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό (σύμφωνα με τον Υπουργό) των ιδιωτικών σχολείων. Στην καρδιά του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος εγκαθιδρύονται δύο τύποι σχολείων, από το νηπιαγωγείο μέχρι και το λύκειο. Θα είναι οι επίζηλες νησίδες με την υπόσχεση της έρευνας, του πειραματισμού και της δοκιμής καινοτόμων δράσεων από τη μια και των υποδειγματικών και προτυποποιημένων παιδαγωγικών μοντέλων απ την άλλη. Ο συνωστισμός μαθητών θα λύνεται με την κλήρωση. Λες και η καραμέλα της κλήρωσης είναι μια τεχνική επινόηση ουδέτερη από εκδοχές κοινωνικής μεροληψίας και κοινωνικού αποκλεισμού. Σε επόμενο σημείωμα θα καταπιαστούμε με τη διαφαινόμενη ανεπάντεχη αναβάθμιση του «πειραματικού» σχολείου, αυτή τη θετικίστικη ορθοδοξία του πειραματισμού και της καινοτομίας στην ελληνική εκπαίδευση.
Σε μια συγκυρία που οι κυβερνητικές επιλογές κερδίζουν σε απήχηση και λαϊκή υποστήριξη, με μαρξιστή Υπουργό Παιδείας, έχουμε ένα σοβαρό και επείγον ζήτημα. Αυτό έχει να κάνει με το ρόλο των οργανικών διανοούμενων της προοδευτικής ριζοσπαστικής αριστεράς στην προώθηση, την εμβάθυνση και την εμπέδωση της ηγεμονίας της και στο πεδίο της εκπαίδευσης. Βρήκα ιδιαιτέρως αποκαλυπτική και καίρια την παρέμβαση του δασκάλου Γιώργου Καλημερίδη (στο ΑΛΦΑΒΗΤΑ) που στις δηλώσεις του Υπουργού εντόπισε «μείγμα σοσιαλδημοκρατικών και αριστοκρατικών συντηρητικών αντιλήψεων» και μια απρόσμενη όσο και ατεκμηρίωτη πολιτική διαφήμιση του ιδιωτικού σχολείου και μια αδέξια δυσφήμηση εις βάρος του υπαρκτού δημόσιου σχολείου. Λέτε, μέσα σε όλα αυτά, να ξεθωριάσει το όραμα ενός δημοκρατικού ενιαίου δωδεκάχρονου υποχρεωτικού σχολείου για όλους και για όλες, μέσα σε συνθήκες που να ευνοούν την αφύπνιση, την ανάδειξη και την καλλιέργεια των ικανοτήτων τους, χωρίς κοινωνικές διακρίσεις; Η ηγεμονία δεν καταχτιέται με σολομώντειες λύσεις, πάντως.

ΕΛΜΕ ΗΜΑΘΙΑΣ:ΓΙΑ ΤΟΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ PISA


 ΕΛΜΕ ΗΜΑΘΙΑΣ

Βέροια 13/1/2015

Αρ. Πρωτ. 12

 

ΕΝΑ ΕΡΓΑΛΕΙΟ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΣΤΗΝ

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ

Ο διεθνής μαθητικός διαγωνισμός PISA του ΟΟΣΑ θα πραγματοποιηθεί και εφέτος με την

συμμετοχή και της Ελλάδας. Και μάλιστα φέτος συμμετέχουν (υποχρεωτικά με εντολή του

Υπουργείου) το 1οΓΕΛ, το 5ο ΓΕΛ, το ΕΠΑΛ Βέροιας και το ΓΕΛ Μελίκης.

Πρόκειται για μια σειρά εξετάσεων που δημιουργούν ακατάπαυστα αξιολογικές ιεραρχίες

εκπαιδευτικών συστημάτων, με μια σοβαροφανή και επιστημονικοφανή μεθοδολογία που

νομιμοποιεί σε τελική ανάλυση ένα ανταγωνιστικό, αγοραίο και εξετασιοκεντρικό πρότυπο

εκπαίδευσης, την κατηγοριοποίηση και την ταξική διαφοροποίηση των σχολείων.

Είναι γνωστό ότι οι εξετάσεις του PISA στηρίζονται σε μια αντίληψη που ευνοεί, εξετάζει και

αξιολογεί κυρίως δεξιότητες, λιγότερο ικανότητες και ελάχιστα γνώσεις. Είναι μια

αξιολόγηση, για την οποία η χώρα που θα θελήσει οι μαθητές της να καταλάβουν τις πρώτες

θέσεις υποχρεούται να εστιάσει σε μια στυγνά χρηστική αντίληψη της σχολικής μόρφωσης.

Αν αποβλέπεις σ' αυτό και προετοιμαστείς κατάλληλα, μπορείς να έχεις τα αποτελέσματα της

Σιγκαπούρης, της Εσθονίας, της Ταϊβάν (χώρες με υψηλή κατάταξη στον εν λόγω

διαγωνισμό), αλλά δεν θα έχεις τα αποτελέσματα άλλων προηγμένων χωρών που υστερούν

ακριβώς στην αξιολόγηση τού PISA λόγω διαφορετικού εκπαιδευτικού προσανατολισμού

και διαφορετικών εκπαιδευτικών στόχων.

Επομένως στην περίπτωση του PISA δεν έχουμε να κάνουμε απλώς με «έρευνα». Πρόκειται,

κυρίως, για «πρόγραμμα» που έχει σημαντικές προεκτάσεις στην ίδια την εκπαιδευτική

διαδικασία.

Οι εξετάσεις του PISA γίνονται με υπόδειξη του ΟΟΣΑ. Δηλαδή ενός οργανισμού που έχει

ταχθεί υπέρ μιας συγκεκριμένης μορφής εκπαίδευσης. Ενός οργανισμού που πάντα

προτάσσει τα συμφέροντα ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων, που μιλάει για την ανάγκη να

μειωθεί η κρατική χρηματοδότηση στη δημόσια εκπαίδευση, που επιτάσσει την ουσιαστική

παρέμβαση των χρηματιστηριακών αγορών στο σύνολο της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Είναι γνωστό ότι, κυβερνήσεις χωρών κάθε φορά που σχεδιάζουν εκτεταμένες εκπαιδευτικές

αλλαγές νεοφιλελεύθερου προσανατολισμού, καταφεύγουν στον ΟΟΣΑ και αναθέτουν την

εργολαβία αξιολόγησης του εκπαιδευτικού τους συστήματος. Πληρώνουν, δηλαδή, τον

ΟΟΣΑ, κυρίως, για να «αγοράζουν» πιο εύκολα την αποδοχή και νομιμοποίηση ειλημμένων,

Βέροια 13/1/2015

Αρ. Πρωτ. 12

πολλές φορές, αποφάσεων. Το ίδιο έκαναν και στη χώρα μας η κ. Διαμαντοπούλου και ο κ.

Αρβανιτόπουλος προκειμένου να θεσμοθετήσουν το Νέο Λύκειο και την Τράπεζα Θεμάτων.

Ακόμα και στην περίπτωση που οι κυβερνήσεις δεν αξιοποιούν τα συμπεράσματα, με την

πάροδο του χρόνου, αθόρυβα και σιωπηρά προωθούν συγκεκριμένες παιδαγωγικές και

διδακτικές απόψεις και πρακτικές.

Το κίνημα των εκπαιδευτικών δεν συμφωνεί και δεν νομιμοποιεί τέτοιου είδους εξετάσεις.

Απαιτούμε να ανακληθεί άμεσα η εγκύκλιος που προβλέπει υποχρεωτική συμμετοχή

σχολείων στο διαγωνισμό.

Έχουμε πλήρη συνείδηση των προβλημάτων και των αδυναμιών του εκπαιδευτικού μας

συστήματος, που έχουν επιταθεί αφόρητα σε συνθήκες κρίσης και εφαρμογής των

καταστροφικών μνημονιακών πολιτικών.

Πιστεύουμε, όμως, ότι οδηγός στην όποια προσπάθεια για τη βελτίωσή του δεν μπορεί να

είναι οι κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ, της ΕΕ και, γενικότερα, η φιλοσοφία και οι επιδιώξεις των

δυνάμεων της αγοράς, αλλά οι τεκμηριωμένες θέσεις και προτάσεις του εκπαιδευτικού

κινήματος, που πρέπει να συμβαδίζουν με τις πραγματικές ανάγκες και τα οράματα της

ελληνικής κοινωνίας.

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2015

Δήλωση Αντώνη Νταλακογεώργου, σχετικά με την συμφωνία της κυβέρνησης στο EUROGROUP


Δήλωση Αντώνη Νταλακογεώργου, σχετικά με την συμφωνία της κυβέρνησης στο EUROGROUP

Φεβ 24, 2015

Η συμφωνία που επιτεύχθηκε στο EUROGROUP στις 20/2/2015 συνιστά μια αρνητική εξέλιξη για την χώρα, τον λαό, τους εργαζομένους. Πρόκειται για μια απαράδεκτη συμφωνία η οποία αποτελεί de facto και de jure παράδοση της χώρας μας, της εθνικής ανεξαρτησίας και κυριαρχίας στους τοκογλύφους δανειστές. Η 4μηνη παράταση της δανειακής σύμβασης οδηγεί την χώρα στην:

• Συνέχιση της εποπτείας από Ε.Ε – Δ.Ν.Τ – Ε.Κ.Τ

• Αποδοχή των πρωτογενών πλεονασμάτων (αδιευκρίνιστο το ποσοστό για το 2015)

• Ουσιαστική αποδοχή για το νέο μνημόνιο νούμερο 3 (Η δανειακή σύμβαση που παρατείνει το μνημόνιο είχε χαρακτηρισθεί από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ως αποικιοκρατική!!!)

• Υπονόμευση της προσπάθειας για την διαγραφή του χρέους (ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά επαναλάμβανε για κούρεμα τουλάχιστον του 60%)!!

• Αναστολή και αυτών των ελάχιστων δεσμεύσεων που εξαγγέλθηκαν στην Θεσσαλονίκη. (Επίσης αδιευκρίνιστο παραμένει από την συμφωνία εάν θα υπάρξει υλοποίηση των εξαγγελθέντων μέτρων για την ανθρωπιστική κρίση).

Το σημαντικότερο στοιχείο της νέας δανειακής σύμβασης είναι ότι η κυβερνητική πολιτική τίθεται κάτω από απόλυτο και ασφυκτικό έλεγχο των θεσμών (κομισιόν – Ε.Κ.Τ – Δ.Ν.Τ) αφού στο κείμενο υπάρχει ρητή αναφορά «όχι στις μονομερείς ενέργειες»!!!

Το κυβερνητικό συμβούλιο ενέκρινε και συμφώνησε με το πλαίσιο συμφωνίας του EUROGROUP. Στην συνέχεια διάφοροι κυβερνητικοί παράγοντες μιλούσαν για «έντιμο συμβιβασμό» ή ότι «κερδήθηκε μια μάχη και μπροστά μας έχουμε τα δύσκολα». Ταυτόχρονα οι ίδιοι, σε αντίθεση με τις πρόσφατες προγραμματικές δηλώσεις, βάζουν πλέον τον πήχη των προσδοκιών ακόμη πιο χαμηλά εστιάζοντας ότι δεν θα υπάρξουν περικοπές μισθών και συντάξεων ή περαιτέρω αύξηση του ΦΠΑ κ.λπ…..

Προφανώς επιχειρείται ο εξωραϊσμός της απαράδεκτης συμφωνίας για την οποία έχουμε την πεποίθηση ότι δένει «χειροπόδαρα» την χώρα μας, την κυβέρνηση και την διακηρυγμένη πολιτική της, ενώ υπονομεύεται και η όποια θέληση υπήρξε για κούρεμα του δυσβάστακτου και μη βιώσιμου χρέους της χώρας μας από την διαγραφή του οποίου εξαρτάται το παρόν και το μέλλον της πατρίδας μας.

Η έλλειψη εναλλακτικού σχεδίου, η μη αξιοποίηση της δραστήριας λαϊκής συμμετοχής και η απόλυτη παραδοχή του ευρωμονόδρομου διαμόρφωσαν ένα αρνητικό αποτέλεσμα που οι συνέπειες θα πέσουν για άλλη μια φορά στις πλάτες του λαού και των εργαζομένων με την διατήρηση των πολιτικών της λιτότητας, των περικοπών και της φτώχειας.

Το εργατικό και λαϊκό κίνημα (και ευρύτερα τα κοινωνικά κινήματα) δεν πρέπει να παγιδευτεί σε αυτή την πολιτική ούτε να καλλιεργήσει ψευδαισθήσεις ότι αυτή η συμφωνία δεν θα έχει επιπτώσεις στους εργαζόμενους, τους ανέργους, τους συνταξιούχους, την νεολαία, στα φτωχά λαϊκά στρώματα κ.λπ.

Η χώρα μας εάν δεν διαγραφεί το χρέος θα είναι υπό καθεστώς εποπτείας, αξιολογήσεων, επιτηρήσεων και ασφυκτικών ελέγχων από τους λεγόμενους πλέον θεσμούς και οι πολιτικές θα αποφασίζονται από το Δ.Ν.Τ, την Ε.Κ.Τ και την κομισιόν!!!

Οι εργαζόμενοι και τα κινήματά τους πρέπει να αντιδράσουν, να κινητοποιηθούν, να οργανώσουν συντονισμένα την πάλη τους ενάντια στην ασυμβίβαστη για τα λαϊκά συμφέροντα συμφωνία κυβέρνησης και EUROGROUP.

Εάν η κυβέρνηση συνεχίσει την προσήλωσή της στο μονόδρομο του ευρώ θα οδηγήσει την χώρα στην υποταγή και τον λαό στην ταπείνωση.

Αντώνης Νταλακογεώργος

Υ.Γ. Η δήλωση του αγωνιστή της αριστεράς Μανώλη Γλέζου για το «ψάρι που βαπτίζεται κρέας» καθώς και η δημόσια συγνώμη στον ελληνικό λαό είναι μια αυθεντική, ειλικρινής και έντιμη αποτίμηση της κατάστασης που διαμορφώνεται με τους κυβερνητικούς χειρισμούς όπου όμως δεν φαίνεται ότι μπορεί να επηρεάσει τα τετελεσμένα σε επίπεδο κυβέρνησης.…. Η μόνη λύση για την κατάσταση που διαμορφώνεται στην χώρα είναι είτε το φιλικό διαζύγιο είτε η ρήξη με την ευρωζώνη. Αυτό απαιτείται να σχεδιασθεί, να προγραμματισθεί και συγκροτημένα να υπάρξει η απαιτούμενη ενημέρωση του λαού και τελικά ο ίδιος να πάρει τις αποφάσεις του για το μέλλον του…

Ο Αντώνης Νταλακογεώργος είναι Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ένωσης Ναυτών Εμπορικού Ναυτικού, μέλος της Ε.Ε της Πανελλήνιας Ναυτικής Ομοσπονδίας (ΠΝΟ) και Γ.Γ. του Εργατικού Κέντρου Πειραιά

 

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015

Δυναμική διαπραγμάτευση, στατικό αποτέλεσμα: το μέλλον διαρκεί πολύ




Του Γιώργου Ρακκά

Πριν τον Γενάρη, τα μέλη και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ απαντούσαν στην άποψη που τους έλεγε ότι «οι εκλογές είναι πολύ νωρίς, και έχετε προετοιμαστεί πολύ λίγο», με το επιχείρημα πως «ο κόσμος δεν αντέχει άλλο μνημόνιο». Εν τέλει, βγήκαν (μαζί με τους ΑΝΕΛ), διαπραγματεύτηκαν και πέτυχαν… παράταση του μνημονίου, ολοκλήρωση των αξιολογήσεων, καθώς και επιβολή… επιτήρησης στις επόμενες μεταρρυθμίσεις. Εν ολίγοις, μια δυναμική διαπραγμάτευση, με σχεδόν στατικό αποτέλεσμα.
Το αποτέλεσμα αυτής της διαπραγμάτευσης αποτελεί και μέτρο για να κατανοήσουμε τη διάκριση μεταξύ μιας πραγματικής αλλαγής που θα μπορούσε να συντελεστεί όλα αυτά τα χρόνια «αντιμνημονιακού αγώνα», και της αλλαγής που εν τέλει έγινε στις 25/01/2015.
Από την άλλη, ελάχιστοι πιστεύουν στην προοπτική της ρήξης: Ούτε η κυβέρνηση, αφού κάτι τέτοιο βρίσκεται εκτός των οριζόντων της –ιδεολογικά, πολιτικά, προγραμματικά, από άποψη υποκειμενικών, οργανωτικών δυνατοτήτων, αλλά και λόγω της «ταξικής σύνθεσης» που την χαρακτηρίζει· ούτε και ο ελληνικός λαός (αν και καταφανέστατα θα επιθυμούσε να ρίξει τέτοια «κλωτσιά», και να αναποδογυρίσει το τραπέζι των διαπραγματεύσεων), ο οποίος αντιλαμβάνεται, έστω και διαισθητικά, ότι δεν είναι σε θέση να κάνει κάτι τέτοιο σήμερα: Διότι, αν συμβεί, θα κοστίσει πολύ περισσότερο στον ίδιο απ’ ό,τι στους αντιπάλους του.
Άρα, στην πραγματικότητα, το «win-win», που επικαλέστηκε το δίδυμο Τσίπρα-Βαρουφάκη ως κύριο επιχείρημα, για να πείσει τη γερμανική Ε.Ε. ότι θα μπορούσε να εγκαταλείψει το μνημόνιο δίκην ενός νέου συμβιβασμού, λειτούργησε ως «lose-lose» για την παρούσα κυβέρνηση, τη χώρα μας και τον ελληνικό λαό.
Για να μπορέσουμε αυτή τη στιγμή να συζητήσουμε πού βρισκόμαστε και πού μπορούμε να πάμε, θα πρέπει πρώτα απ’ όλα να ξεκαθαρίσουμε τη συζήτηση από το γενικό χάος των θέσεων που σήμερα τίθενται αντιπολιτευτικά ως προς τα πεπραγμένα αυτής της κυβέρνησης. Και τα οποία παραμένουν πεισματικά εγκλωβισμένα μεταξύ της Σκύλλας ενός 3ου μνημονίου, επιλογή που φανατικά υποστηρίζουν κόμματα και παρατάξεις που έχουν εγκαταλείψει κάθε πρόσχημα και δρουν ανοιχτά εντός της χώρας μας ως φερέφωνα της γερμανικής πολιτικής, και της Χάρυβδης μιας απόλυτης ρήξης, η οποία, μετά και αυτήν την τετράμηνη τεχνητή παράταση, είναι βέβαιο πως θα συντελεστεί όχι προς αιφνιδιασμό του αντιπάλου αλλά ως ένα δικό του πιθανό «σχέδιο Β» – ευκταίο, μάλιστα, από τον σκληρό πυρήνα της Γερμανικής Ε.Ε.
Για να γίνει αυτό, θα πρέπει να πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Στην πολιτική, κάθε ολοκληρωμένη «γραμμή» που διεκδικεί αξιώσεις υλοποίησης πρέπει να διαθέτει απαντήσεις σε τρία διακριτά, μα αλληλοσυνδεόμενα, επίπεδα.
1. Θέση
Πρώτον, γενική θέση ή πού θέλουμε να πάμε. Στην προκειμένη περίπτωση, το δέον έχει ξεκαθαρίσει αρκετά και μπορεί να περιγραφεί αποτελεσματικά: Η Ελλάδα πρέπει να πετύχει κούρεμα ενός μεγάλου μέρους του χρέους, το οποίο δεν είναι βιώσιμο και η εξυπηρέτησή του την εγκλωβίζει σε θανάσιμες πολιτικές λιτότητας. Η ελάφρυνση του χρέους θα της δώσει τις απαραίτητες ανάσες, ώστε να καταφέρει να στήσει ξανά τα πόδια του το κράτος και τους μηχανισμούς του – που σήμερα είναι θανάσιμα τοξικοί, μπλοκάροντας την υλοποίηση οποιαδήποτε εθνικής πολιτικής.

Με αυτόν τον τρόπο, θα αποκτήσει ξανά τη δυνατότητα να μεταβάλει το αναπτυξιακό της υπόδειγμα –που σήμερα είναι αποικιακού χαρακτήρα και έχει χαρακτήρα «συσσώρευσης δια της εθνικής καταστροφής». Και όλα αυτά, επιτυγχάνοντας τη διατήρηση της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο, καθώς η χώρα μας βρίσκεται στριμωγμένη μεταξύ τριών μεγάλων, συνεργαζόμενων γεωπολιτικών παικτών (Γερμανική Ευρώπη, ΗΠΑ-Ισραήλ και συνεργάτες, νεο-οθωμανική Τουρκία).
Οι πολιτικοί θεσμοί αποτελούν ένα μεγάλο εμπόδιο σε αυτήν την προοπτική: κι αυτό γιατί, ουσιαστικά, για την ελληνική κρίση, φέρουν ανάλογο μερίδιο ευθύνης με εκείνην που έφεραν οι ιδιωτικοί χρηματοπιστωτικοί παίκτες κατά την αμερικάνικη κρίση του 2007-2008: Το ελληνικό κράτος είναι η δικιά μας Enron, η δική μας Freddie Mac & Fannie May –και αυτό είναι που καθιστά την «ελληνική κάθαρση» ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, καθώς αυτή με διάφορους τρόπους εμπλέκει όλη την κοινωνία και όχι μόνο το 1% του μαφιόζικου χρηματοπιστωτικού κυκλώματος.
Συν τοις άλλοις, ο ξένος παράγοντας στη χώρα μας δεν επιθυμεί να συμβεί κάτι τέτοιο, καθώς η γενικευμένη ανημποριά που χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτική, κράτος, θεσμούς και πολιτικό σύστημα, είναι η κερκόπορτα μέσω της οποίας αναδύεται ως «ρυθμιστής» των εξελίξεων στη χώρα μας: Με το χρέος ελέγχει το κράτος, το οποίο με την σειρά του δένει χειροπόδαρα την κοινωνία.
Το κράτος στην Ελλάδα αποτελεί το κύριο πολιτικό εργαλείο για την επίτευξη οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών τομών, ενώ, από την άλλη, το εγχείρημα της ανόρθωσής του αποτελεί πραγματικά τον «τετραγωνισμό του κύκλου» του ελληνικού προβλήματος. Γιατί, εξαιτίας ακριβώς του κεντρικού του ρόλου, συμπυκνώνει μέσα του όλες τις πτυχές της παθογένειάς μας. Κεντρικά κρατικά εργαλεία, όπως το φορολογικό σύστημα και η ίδια η διοίκηση, δεν λειτουργούν και η ανοικοδόμησή τους απαιτεί βαθιές απαντήσεις σε ζητήματα κεντρικά που ταλανίζουν τη χώρα μας.
Δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε ανάκαμψη της φορολογίας δίχως αντιμετώπιση της χρεοκοπίας των μικροϊδιοκτητικών στρωμάτων, ραχοκοκκαλιάς και πλειοψηφίας της ελληνικής κοινωνίας – μια και το μεγάλο κεφάλαιο της χώρας είναι παγκοσμιοποιημένο, και λειτουργεί σε μεγάλο βαθμό ανεξάρτητα από τον ελληνικό χώρο. Άρα υφίσταται η αναγκαιότητα κάποιου είδους σεισάχθειας, που για να συντελεστεί με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης θα πρέπει να συνδυαστεί με την κάθαρση των ελάχιστων παραγόντων που λειτουργούσαν εν είδει εθνικής ολιγαρχίας, των βαρόνων της διαπλοκής.

Και για να γίνει εφικτή μια τέτοια πολιτική λύση, θα πρέπει να απελευθερωθούμε από την διελκυστίνδα του χρέους. Δηλαδή, μια αντίστροφη διαδικασία από αυτήν στην οποία εξαναγκάζεται σήμερα η κυβέρνηση, όπου η ‘πάταξη’ της φοροδιαφυγής εξαρτάται με την πορεία του εξωτερικού προγράμματος. Πράγμα που εκ των πραγμάτων και ανεξαρτήτως των προθέσεων για ένα προοδευτικότερο φορολογικό σύστημα, θα πλήξει λόγω της ελληνικής ιδιαιτερότητας και πάλι τη μικρή και τη μεσαία ιδιοκτησία. Από την άλλη, δεν είναι εφικτή η εξυγίανση της δημόσιας διοίκησης δίχως αποκέντρωση και άρση του αθηναϊκού υδροκεφαλισμού κ.ο.κ.
Όλα αυτά, και πάρα πολλά άλλα, ζητήματα παραγωγικής ανασυγκρότησης, παιδείας, πολιτιστικής αναγέννησης, είναι ζητήματα που θα παίξουν καθοριστικό ρόλο στην πορεία και στο τεστ «μεταρρυθμίσεων» της νέας κυβέρνησης. Και δεν έχουμε μπει καν στην διαδικασία να τα συζητήσουμε σοβαρά! Απαιτούν χρόνο και πολιτικό βάθος, ένα πολιτικό πρόγραμμα που να στηρίζεται αποφασιστικά στην ανασύνταξη του εσωτερικού πεδίου, σε ορίζοντα δεκαετίας.
Στο πλαίσιο αυτό, θα μπορούσαν να υπάρξουν στρατηγικές και τακτικές νίκες ή υποχωρήσεις. Όχι όμως, μια κίνηση όπου η έκβαση του συνόλου των ελληνικών αιτημάτων να παίζεται εφ’ όλης της ύλης σε μια πρώτη διαπραγμάτευση, η οποία μάλιστα διεξάγεται στη χειρότερη δυνατή στιγμή με τους χειρότερους δυνατούς όρους.
2. Στρατηγική
Δεύτερον, η στρατηγική ή αλλιώς πώς θα φτάσουμε εκεί που θέλουμε να πάμε. Και εδώ το πράγμα έχει ξεκαθαριστεί αρκετά. Κυρίως, ότι η χώρα μας δεν θα μπορέσει ποτέ να πετύχει κούρεμα του χρέους και, συνακόλουθα, άρση της επιτήρησης από τη γερμανική Ε.Ε., αν δεν απαγκιστρωθεί από τη μονόδρομη πολιτική, οικονομική και γεωπολιτική εξάρτηση από το σύστημά της.

Στην χώρα μας, η ανωριμότητα και η απελπιστική καθυστέρηση που χαρακτήρισε την δημόσια συζήτηση, εγκλώβισε αυτό το ζήτημα στην αντιπαράθεση ευρώ-δραχμής. Προφανώς, αυτό είναι το «τέλος» και όχι η «αρχή» της συζήτησης.
«Η κίνηση μέσα στα τείχη είναι σημαντική», όπως έλεγε ο Μ. Κατσαρός. Στο προκείμενο, το ζήτημα είναι εάν η χώρα μας θα μπορούσε να αναπτύξει δίκτυα και σχέσεις οικονομικής, πολιτικής και γεωπολιτικής συνεργασίας έξω από την Ε.Ε., ενώ είναι μέσα σε αυτήν, προκειμένου να βελτιώσει τη θέση της, και αυτό ισχύει είτε επιθυμεί να μεταβάλει την θέση της διαπραγματευόμενη σθεναρά και με αξιοπρέπεια, είτε επιθυμεί να εγκαταλείψει την ευρωζώνη.
Το εάν η χώρα μας μπορούσε ήδη, και ενώ βρίσκεται σε πρόγραμμα, να χτίζει μεθοδικά τα «αντίβαρα» και τις ανασχετικές συνθήκες έναντι αυτών που το επέβαλαν, δεν είναι ένα ζήτημα που εξαρτάται από τη βούληση των δανειστών μας, αλλά πρωτίστως από το εσωτερικό πολιτικό σύστημα.
Το εάν, θα μπορούσαμε να θέσουμε τις βάσεις για στενότερη οικονομική συνεργασία με τη Σερβία ή τη Βουλγαρία, ώστε να εγκαινιάσουμε μια προοπτική αυτοδύναμης περιφερειακής οικονομικής ενσωμάτωσης με τάσεις «καθετοποίησης» (καθώς μιλάμε για ισότιμες και αρκετά συμπληρωματικές οικονομίες), δεν είναι ζήτημα που αφορά στο μνημόνιο. Είναι ζήτημα που σχετίζεται με τον ευρωκεντρισμό της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού πολιτικού συστήματος, από το κοινοβούλιο μέχρι τους… αντιεξουσιαστές –καθώς και του γεγονός ότι η αντιπολίτευση στον ευρωκεντρισμό στηρίχτηκε αποκελιστικά πάνω στο φετίχ της δραχμής.
Το αυτό ισχύει για το γεγονός, ότι η σχέση με τη Ρωσία έχει παραμείνει σε επίπεδο φιλικού διπλωματικού χτυπήματος στην πλάτη. Ή για το ότι, το ζήτημα εκμετάλλευσης των αντισυσπειρώσεων στην Ευρώπη δεν καλλιεργήθηκε συστηματικά. Αλλά αφέθηκε να αντιμετωπιστεί τη στιγμή της σύγκρουσης με τα γνωστά αποτελέσματα.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, πάντως, ένα είναι βέβαιο, στρατηγικά. Ότι η Ευρωζώνη, και η Ε.Ε., δεν θα παραμείνει με τη σημερινή της μορφή για πολύ καιρό ακόμα, κυρίως λόγω των ίδιων των αντισυσπειρώσεων που σταδιακά γεννιούνται εντός του σκληρού της πυρήνα – στη Γαλλία, την Ιταλία, την Ισπανία, τη Μεγάλη Βρετανία.
Εάν λοιπόν, δεν επιθυμούμε να καταντήσουμε σαν την… Ισπανία του Ραχόι, όταν άλλοι θα επιλέγουν να συγκρουστούν με τη γερμανική Ευρώπη, θα πρέπει ήδη από τώρα να υιοθετήσουμε μια τροχιά προσεκτικής απομάκρυνσης, πράγμα που σημαίνει, ότι πρέπει σταδιακά να καταρτίσουμε μια πορεία εντός, εκτός και επί τα αυτά της Ε.Ε.
3. Τακτική
Τρίτον, η τακτική, δηλαδή πώς θα κερδίσουμε χρόνο και χώρο για να υλοποιήσουμε τη στρατηγική μας. Εδώ, το κεντρικό ζήτημα είναι ο χρόνος. Και, κυρίως, το πώς θα μπλοκάρουμε τη βούληση της γερμανικής Ευρώπης να μας δέσει ταχύτατα χειροπόδαρα σε ένα τρίτο μνημόνιο, ή να μας πετάξει έξω από την ευρωζώνη, προτού αρχίσει ο αντίστροφος χρόνος γιγάντωσης των αντισυσπειρώσεων εντός του σκληρού πυρήνα της Ε.Ε. Δηλαδή, το Φθινόπωρο του 2015, όταν θα ξεκινήσει μια μακρά περίοδος αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, στις οποίες αναμένονται διαδοχικές ήττες των κομμάτων και των πολιτικών δυνάμεων που έχουν ταυτίσει την μοίρα τους με την Γερμανική Ευρώπη.

Κυρίως, η Ελλάδα, ως ο πιο αδύναμος κρίκος της ευρωπαϊκής αλυσίδας, δεν θα έπρεπε να ηγηθεί, πρόωρα, της ευρωπαϊκής ανταρσίας εναντίον της Γερμανίας, καθώς είναι η χώρα που διαθέτει τις λιγότερες υποκειμενικές και αντικειμενικές δυνατότητες να πετύχει μια πρώτη υποχώρηση της τελευταίας. Γι’ αυτό εξ άλλου και η Γερμανική Ευρώπη επιθυμεί διαπραγματευτικό διασυρμό της χώρας –για να παραδειγματίσει και τους υπόλοιπους.
Η Ελλάδα θα έπρεπε να παίξει «κατενάτσιο» εντός των θεσμών της Ε.Ε., μέχρι τη στιγμή που αυτή θα κλονιζόταν από μια ευρύτερη ευρωπαϊκή αλλαγή, και τότε να συμπράξει με την ομάδα της αμφισβήτησης.
Αυτός ήταν ο μοναδικός δρόμος ώστε να ενεργοποιηθεί και η περίφημη συμμαχία συμφέροντος του ευρωπαϊκού νότου, και όχι να «εκβιαστεί» από τις εξελίξεις μιας πρόωρης σύγκρουσης, που εκ των πραγμάτων αφήνει εντελώς εκτεθειμένες για την δική τους εθελοδουλία, διεφθαρμένες και λαϊκά απονομιμοποιημένες ηγεσίες της Ισπανίας ή της Πορτογαλίας.
Βεβαίως, και το πρόβλημα ξεκινάει από το ότι οι δυνάμεις που συναπαρτίζουν αυτήν την κυβέρνηση, σύρθηκαν πρόωρα σε μια λογική κατάκτησης της εξουσίας, μάλιστα σε ένα εξαιρετικά δυσμενές ενδοευρωπαϊκό κλίμα –ας μην επαναλάβουμε επιχειρήματα τα οποία είναι πλέον κοινός τόπος. Ωστόσο, ενός κακού μύρια έπονται, τα σφάλματα πολλαπλασιάστηκαν αφότου ορκίστηκε η νέα κυβέρνηση, κυρίως στο πεδίο της εξωτερικής διαπραγμάτευσης.
Το φιάσκο της διαπραγμάτευσης
Η σύγκρουση με τη νεοφιλελεύθερη γερμανική Ευρώπη έγινε από μια θέση διεκδίκησης ενός συνολικού εκδημοκρατισμού της Ε.Ε. –θέση ενός ευρύτερου πανευρωπαϊκού κύκλου μιας «νέας σοσιαλδημοκρατίας» (ΣΥΡΙΖΑ, Ποδέμος και διάφοροι κεντροαριστεροί της Ευρώπης). Στόχος, η μετεξέλιξη της Ε.Ε. σ’ ένα είδος «Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης». Τα πρώτα βήματα αυτής της μετάβασης, το «ευρω-ομόλογο» που υποστηρίζει ο Γ. Βαρουφάκης από το 2010, η ομαδοποίηση του χρέους, η κοινοτική ποσοτική χαλάρωση, η μεταβίβαση ουσιαστικών δημοκρατικών λειτουργιών στο ευρωκοινοβούλιο, η ανάκαμψη του ευρωπαϊκού κοινωνικού κράτους κ.ο.κ .

Το ζήτημα είναι ότι και αυτή η θέση κυμαίνεται ακόμα στο πεδίο της ιδεολογικής πρότασης και, αν συντελεστεί ποτέ, θα αφορά κυρίως τις χώρες του σκληρού πυρήνα της Ε.Ε. και όχι τη δική μας.
H Γερμανία «αντέχει» στη γραμμή της λιτότητας γιατί έχει διαμορφώσει ένα συμπαγές μπλοκ: Είναι από τη μία οι δορυφορικές στη γερμανική οικονομία χώρες της ανατολικής Ευρώπης, που παράγουν γι’ αυτήν, και από την άλλη κομμάτια των υπολοίπων ευρωπαϊκών αρχουσών τάξεων, ιδιαίτερα της γαλλικής, που έχουν επενδύσει στη γερμανική οικονομία. Αυτό είναι ακλόνητο μπλοκ, γιατί θεμελιώνεται πάνω στο συμφέρον.
Από την άλλη πλευρά υπάρχει μόνον μια επίκληση στη λογική και στην «κοινότητα της μοίρας των ευρωπαϊκών λαών». Κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, διότι, όπως είπαμε, η Ευρωζώνη θα δοκιμάσει σύντομα συνταρακτικούς κλυδωνισμούς – και όχι από εμάς.
Δεύτερον, η άποψη αυτή είναι εξαιρετικά προβληματική για την συγκεκριμένη διαπραγμάτευση και τους εκβιασμού που αντιμετωπίζει η δική μας χώρα. Διότι κατά τις προηγούμενες εβδομάδες, συνέδεσε μια ενδεχόμενη υποχώρηση της Γερμανίας στο ελληνικό ζήτημα με μια αλλαγή σε όλη την Ευρώπη –όπως εξ άλλου δεν κουράζονταν να τονίζουν οι Τσίπρας – Βαρουφάκης. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, είναι σαν να έλεγαν στη Γερμανία ότι η υποχώρησή της έναντι της Ελλάδας θα σηματοδοτούσε μια συνολικότερη υποχώρηση σε επίπεδο Ε.Ε. που λίγο ως πολύ συνεπαγόταν το… τέλος της Γερμανικής Ευρώπης.
Γι’ αυτό και οι Γερμανοί μετατόπισαν την συζήτηση από τις μικρές σε κόστος οικονομικές αλλαγές που απαιτούσε η ελληνική πλευρά, προς ένα ολικό «Όχι» απέναντι στους Έλληνες, για πολιτικούς λόγους. Που ακριβώς έχει να κάνει με την αξιοπιστία της πολιτικής που επιβάλει τα τελευταία χρόνια στην Ε.Ε.
Και αν αναλογιστεί κανείς ότι αυτή η ελληνική θέση αποτελούσε κατά… 90% τακτικισμό, δοσμένου του γεγονός ότι ο Γ. Βαρουφάκης κατά τα ‘καυτά’ Eurogroup δεν κατέθεσε καμία συγκεκριμένη πρόταση και επέμενε σε θεωρητικολογίες, ενώ από την άλλη ζητούσε την «βαθιά μεταρρύθμιση όλης της Ευρώπης», αντιλαμβανόμαστε γιατί το ελληνικό μέτωπο κατέρρευσε τόσο γρήγορα και επανήλθε σε μια συμφωνία παράτασης του προηγούμενου προγράμματος.
Απέναντι σε αυτό το «στρατήγημα», οι Γερμανοί αντέταξαν μια τετράμηνη παράταση του μνημονίου, που θα λειτουργεί με τον εντελώς αντίθετο τρόπο, από αυτόν που επιδίωκε η κυβέρνηση. Δεν θα πρόκειται για «γέφυρα» αλλά για «εντατική»: Χρηματοδότηση κατόπιν αξιολόγησης, επιτήρηση, χρησιμοποίηση της παράτασης για την εφαρμογή απόλυτων πιέσεων προς υπογραφή ενός τρίτου προγράμματος, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπουν τα «ανθρωπιστικά μέτρα» ως ελάχιστο πρόσχημα εξανθρωπισμού του μνημονίου: Ό,τι δηλαδή κάνει και η… γερμανική πρόνοια, με τους απόκληρους και τους αποκλεισμένους του «γερμανικού θαύματος».
Τέλος, η νέα κυβέρνηση αντιμετώπισε τη δυνατότητα άσκησης μιας πολυκεντρικής εξωτερικής πολιτικής, από πλευράς της χώρας μας, ως «τακτική απειλή» και όχι ως στοιχείο μιας νέας μακρόπνοης στρατηγικής. Έτσι, ‘έκαψαν’ προς το παρόν αυτό το χαρτί, μιας και αυτές οι «τρίτες χώρες» βλέποντας την αναδίπλωση της Ελλάδας σε όλα τα επίπεδα, αντιλήφθηκαν για άλλη μια φορά πως η Ελλάδα τις προσεγγίζει για να μπλοφάρει.
Το ίδιο συνέβη και με το κούρεμα του χρέους: η εργαλειοποίησή του στην παρούσα διαπραγμάτευση υποβιβάζει αυτό που θα έπρεπε να είναι θέση αρχής της χώρας μας έναντι της γερμανικής Ε.Ε. Η προώθηση αυτού του αιτήματος θα έπρεπε να γίνει συστηματικά και μεθοδικά, από κοινού με άλλες χώρες –και, σε αυτό το επίπεδο, η νέα κυβέρνηση δυστυχώς επέλεξε πρώτα να κατέβει στη μάχη μόνη της κι έπειτα να αναζητήσει συμμάχους για να συγκροτήσει το μέτωπό της.

Το δίδαγμα της διαπραγμάτευσης
Αν η κοινωνία μας μπορεί να κερδίσει κάτι από την τελευταία διαπραγμάτευση και να το αξιοποιήσει στο πλαίσιο μιας σοβαρής και συστηματικής δημόσιας συζήτησης –πράγμα που δυστυχώς παραμένει ακόμα το ζητούμενο εντός της χώρας– αυτό είναι τα διδάγματα που μπορούμε να αντλήσουμε από την έκβασή της.
Η νέα κυβέρνηση αποπειράθηκε να συγκρουστεί για πρώτη φορά με την γερμανική Ε.Ε. υιοθετώντας ένα διαπραγματευτικό μείγμα 80%-90% τακτικής και 10% στρατηγικής: Δοθέντος του γεγονότος ότι ελλείψει σοβαρής στρατηγικής, οποιαδήποτε τακτική υποπίπτει σε έωλο τακτικισμό, τότε δεν είναι και τόσο παράδοξο για το πώς οδηγηθήκαμε σε μια συμφωνία που παλινορθώνει το μνημόνιο με μια νέα οργουελιανή γλώσσα.
Για άλλη μια φορά, αποδεικνύεται ότι η αποκατάσταση της χώρας μας είναι το ζητούμενο ενός παρατεταμένου αγώνα, ο οποίος απαιτεί σύλληψη «στρατηγικού βάθους» από την πλευρά του ελληνικού λαού και των δυνάμεων που θα αναλάβουν να τον εκπροσωπήσουν. Η άποψη αυτή, παρότι επαληθεύεται διαρκώς από τα γεγονότα, παρέμενε και παραμένει μειοψηφική ακόμα και εντός του λεγόμενου αντιμνημονιακού κινήματος.
Ως προς αυτό υπάρχει ευθεία συνέχεια μεταξύ του κλίματος και των προσδοκιών που καλλιέργησε το κίνημα των Αγανακτισμένων το 2011, και εκείνου που καλλιέργησαν προεκλογικά οι δυνάμεις που συναπαρτίζουν τη νέα κυβέρνηση.
Και στις δύο περιπτώσεις, προτάχθηκε η λογική της άμεσης αποκατάστασης στην πρότερη εποχή ψεύτικης ευημερίας της ύστερης μεταπολίτευσης. Ωστόσο, το «μνημόνιο» στην Ελλάδα αποτελεί προϊόν μιας γενικευμένης κατάρρευσης του πρότερου ελληνικού μοντέλου, η οποία αποδυνάμωσε την χώρα και επέτρεψε στους ξένους δανειστές να ανακτήσουν τον έλεγχό της. Επομένως, εκείνο που απουσίαζε τόσο από την κοινωνική εκδοχή αμφισβήτησης του μνημονίου, όσο και από την πολιτική του εκδοχή ήταν να εγκαινιάσουν μια σοβαρή δημόσια συζήτηση για το περιεχόμενο και τη διαδικασία της πολυπόθητης αλλαγής. Αυτή η ανάγκη καταβαραθρώθηκε από το ιδεολόγημα του «εδώ και τώρα ή καταστροφή». Όμως, σε καμία κοινωνία δεν λογίζεται δημοκρατική διαδικασία δίχως να υπάρξει δημόσια συζήτηση που να θέσει το περιεχόμενο της ζητούμενης απόφασης: Ειδάλλως ερίζεις «για ένα πουκάμισο αδειανό».
Έτσι, παρά το ότι δεν υπάρχει ευθεία αντιπροσώπευση μεταξύ των αντιμνημονιακών διαθέσεων του ελληνικού λαού, που αγγίζουν ένα συντριπτικό ποσοστό της τάξεως του 80%, και των κυριότερων αντιμνημονιακών δυνάμεων που σήμερα κατέχουν την εξουσία, είναι σαφές πως αμφότεροι έπεσαν θύματα της απρονοησίας τους: Η οποία εξηγείται, αν εισάγουμε στην συζήτηση τον πρότερο βίο κοινωνίας, και αυτών των πολιτικών δυνάμεων στην ύστερη μεταπολίτευση.
Από εδώ και πέρα, τι;
Με το να σέρνει τη νέα κυβέρνηση στο κάδρο της «αποικίας χρέους», η γερμανική Ευρώπη πετυχαίνει να υπονομεύσει τη διαίρεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο στη βάση της οποίας γεννήθηκε η σφοδρότερη κοινωνική αντιπολίτευση στη γερμανική πολιτική εντός της Ε.Ε..
Γι’ αυτό σήμερα, η συντριπτική αποδοχή που απολαμβάνει ο ΣΥΡΙΖΑ, σε αντίθεση με την προηγούμενη πενταετία, γίνεται μέσω μιας διεύρυνσης προς τα «δεξιά» –επιλογή Παυλόπουλου, φλέρτ με τον Καραμανλισμό κ.ο.κ.
Από την άλλη, πληθαίνουν οι φωνές από τα «αριστερά» –Γλέζος ή Λαπαβίτσας για παράδειγμα–, ωστόσο η θέση τους στερείται αντιπροτάγματος: Γιατί, προφανώς, η θέση άμεσης ρήξης, που υπαγορεύεται από το θυμικό και την αίσθηση της τσαλαπατημένης αξιοπρέπειας, δεν αποτελεί επί της ουσίας βιώσιμη αντιστασιακή τοποθέτηση.
Πέραν όλων αυτών, εξ άλλου, υπάρχει και ο βραχνάς της πραγματικής διακυβέρνησης. Και ως προς αυτό θα πρέπει να ξέρουμε ότι, παρά τις «κωλοτούμπες», τα σφάλματα και τις υποχωρήσεις, η διαπραγμάτευση υπήρξε η «ηρωϊκή» στιγμή της κυβέρνησης. Η οποία θα παραταθεί μόνο στον βαθμό που θα προσπαθήσει να παίξει τα ρέστα της χτυπώντας τα ΜΜΕ και τους βαρώνους της διαπλοκής.
Από εκεί και πέρα, περιμένει αυτή την κυβέρνηση το… χάος της διακυβέρνησης, με ανυπαρξία υλοποιήσιμων θέσεων και προγράμματος για την πλειοψηφία των κρισιμότερων εσωτερικών αδιεξόδων που αντιμετωπίζονται: εξυγίανση του κράτους, παραγωγική ανασυγκρότηση, ταμεία, ανοικοδόμηση του φορολογικού συστήματος.
Όσο για τα υπόλοιπα, κύρια για το μεταναστευτικό, τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις, το δημογραφικό, τις πολιτισμικές συγκρούσεις για την εθνική ταυτότητα –οι ιθύνοντες νόες της νέας κυβέρνησης φιλοδοξούν να συνεχίσουν, ουσιαστικά, στην στρατηγική του… Κώστα Σημίτη, και των εκσυγχρονιστών, δηλαδή αυτή μιας «αριστεράς» που λειτουργεί ως ο πολιτισμικός σύμμαχος της δικτατορίας των αγορών.
Σε αυτά, ακριβώς, τα ζητήματα ανοίγεται ένας προνομιακός χώρος για τις δυνάμεις που επιθυμούν να αποσπάσουν το λαϊκό αίτημα από τα χέρια των τυχοδιωκτικών και τακτικιστικών δυνάμεων. Διότι θα επιτρέψουν μια ταχεία πολιτικοποίηση, νέες ζυμώσεις, συνθέσεις, δηλαδή ιδεολογική, πολιτική, και οργανωτική εμβάθυνση ενός αυθεντικά αντιστασιακού μετώπου. Όλα αυτά βέβαια, υπό την προϋπόθεση που η κυβέρνηση επιτύχει τον εξ ίσου γρήγορο μετασχηματισμό της σε… μια δημοκρατικότερη πολιτική έκφραση του… μνημονίου.
Σε διαφορετική περίπτωση, η πολιτικοποίηση θα είναι άμεση, βίαιη, θα συντελεστεί μέσα στον πάταγο της εξόδου της χώρας από το ευρώ.
Η κρίση είναι ταυτόχρονα και ευκαιρία. Δυστυχώς, όμως η πρώτη περίοδος αυτής της κρίσης, η πενταετία 2010-2015 αποδεικνύεται μια περίοδος χαμένων ευκαιριών ώστε να καταστούν πράξη οι αντιστασιακοί πόθοι του ελληνικού λαού.