Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Ο Δαυίδ ενάντια στον Γολιάθ

Το όχι της Κύπρου και οι άθλιοι των Αθηνών


Οι Κύπριοι για δεύτερη φορά μέσα σε μια δεκαετία, ανέλπιστα για όλους τους ρεαλιστές ναινέκους και τους «φαιά φορούντες» αναλυτές, είπαν όχι στην «παγκόσμια κοινότητα» και τις «αγορές» όπως είχαν πει όχι στο σχέδιο Ανάν. Διότι απέναντί τους για άλλη μια φορά είχαν τους ίδιους αντιπάλους. Το ΔΝΤ (δηλαδή τις ΗΠΑ), την Ευρωπαϊκή Ένωση (τη Γερμανία) και την κεντρική ευρωπαϊκή τράπεζα (δηλ. το παγκόσμιο τραπεζιτικό σύστημα). Και το όχι αυτή τη φορά ήταν ακόμα πιο ηχηρό μια και στράφηκε ενάντια και στον ίδιο τον πρόεδρο της Κύπρου που είχε εκλεγεί μόλις δύο εβδομάδες πριν. Οι Κύπριοι, –ένα κομμάτι του ελληνισμού, σταθερά ριζωμένο και αγκιστρωμένο στην ταυτότητα και την παράδοσή του, παρά τα λεγόμενα, παρά τις λοιδορίες και την εύκολη κατασυκοφάντησή τους–ύψωσαν το ανάστημά τους και είπαν όχι στον οικονομικό εξανδραποδισμό τους, προοίμιο του πολιτικού και του εθνικού.
Απέναντί τους όμως δεν είχαν μόνο τους ξένους, δεν είχαν μόνο έναν άθλιο ναινέκο, ο οποίος εξελέγη υποκλέπτοντας την ψήφο των Κυπρίων με το σύνθημα ότι δεν θα αγγίξει τις καταθέσεις τους, αλλά και τον ακόμα αθλιότερο πρωθυπουργό της Ελλάδας, ο οποίος όχι απλώς συναίνεσε σ’ αυτή την επιλογή, αλλά έσπρωχνε τους Κυπρίους να την εφαρμόσουν.
Τι ακριβώς ζητούσαν από τους Κυπρίους
Αυτό που ζητούσαν από τους Κυπρίους, Αμερικανοί και Γερμανοί –αυτή τη φορά σε αγαστή συμφωνία– ήταν να απολέσουν κάθε περιθώριο σχετικής αυτονομίας που τους έχει προσδώσει η μεταβολή της Κύπρου σε χρηματοπιστωτικό κέντρο μη ελεγχόμενο από τη Δύση. Πράγματι, το γεγονός ότι η Κύπρος είχε μεταβληθεί σε κέντρο χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων για τους Ρώσους και όχι μόνο, στην Ανατολική Μεσόγειο, αποτελούσε για τη Δύση έγκλημα καθοσιώσεως, όταν μάλιστα συνδυαστεί με τα επιπλέον περιθώρια αυτονομίας και ενίσχυσης της ισχύος της που προσφέρουν το φυσικό αέριο και το πετρέλαιο. Έτσι ένα κομμάτι του ελληνισμού, παρότι καθημαγμένο από την αγγλοτουρκική κατοχή στο νησί, αποκτούσε μηχανισμούς αυτονόμησης ανεπίτρεπτους για την ιμπεριαλιστική Δύση και τον νεοθωμανισμό.
Και το σχέδιο του ψαλιδίσματος αυτής της αυτονομίας άρχισε να εφαρμόζεται με σύστημα και σατανικό τρόπο, ήδη από τη στιγμή της λήψης μέτρων για την ελληνική κρίση χρέους στην οποία μας ενέπλεξε ο Παπανδρέου. Διότι μέσω του κουρέματος των ομολόγων, για τα οποία πανηγύρισαν οι Βενιζέλοι και οι Σαμαράδες, γονάτισαν οι κυπριακές τράπεζες οι οποίες ήταν στενά συνδεδεμένες με την ελληνική οικονομία και κατείχαν δισεκατομμύρια ομολόγων του ελληνικού δημοσίου. Κατά τον ίδιο τρόπο, που ο ελληνικός εμφύλιος προωθήθηκε από τους Εγγλέζους και για να μην πραγματοποιηθεί η ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, αμέσως μετά τον πόλεμο, έτσι και τώρα, το κούρεμα των ελληνικών ομολόγων στόχευε μεταξύ άλλων και στο γονάτισμα της οικονομίας της Κύπρου.
Η άθλια διαχείριση της οικονομικής κρίσης, που επιτάθηκε μετά την ανατίναξη στο Μαρί, από την κυβέρνηση ΑΚΕΛ-Χριστόφια, επιδείνωσε την κρίση. Παράλληλα, η πρόσδεση της Κύπρου στα αγγλικά συμφέροντα και η παραχώρηση των υδρογονανθράκων μόνο σε αγγλοσαξωνικές και δυτικοευρωπαϊκές εταιρείες πετρελαίων καθώς και στο Ισραήλ, δυσαρέστησε τη ρωσική αρκούδα, η οποία έχει μάθει να κινείται με την λογική του «όλα ή τίποτα» και η οποία αρνήθηκε να συνδράμει αποφασιστικά την Κύπρο. Εξάλλου, η Ρωσία και η Γερμανία, τα τελευταία χρόνια έχουν αναπτύξει στενές οικονομικές και πολιτικές σχέσεις και δεν ήταν δυνατό όλοι αυτοί οι χειρισμοί να πραγματοποιούνται χωρίς καμία εμπλοκή της Ρωσία. Οι Ρώσοι πιθανώς να επιθυμούσαν μία παρόξυνση της κρίσης, που θα τους επέτρεπε να γίνουν κυρίαρχοι του παιχνιδιού.
Η συριακή κρίση και τα πετρέλαια
Η γεωπολιτική σημασία της Κύπρου ενισχύθηκε από την συριακή κρίση η οποία απειλεί τη Ρωσία να απολέσει οποιαδήποτε βάση στην νοτιοανατολική Μεσόγειο, και αυτός είναι ο κυριότερος λόγος που οι δυτικοί στηρίζουν την Αλ Κάϊντα στη Συρία. Όταν αυτό συνδυαστεί με τα πετρέλαια και το αέριο, και τη νέα σχέση της Κύπρου με το Ισραήλ, κατανοούμε ότι ο ρόλος της μικρής Κύπρου, μεταβάλλεται σε έναν υψηλής σημασίας γεωστρατηγικό πόλο, άρα και οι επιθέσεις εναντίον της πολλαπλασιάζονται και θα επιταθούν έτι περαιτέρω σε όλα τα πεδία. Επομένως  θα απαιτούνταν μια ισχυρή εθνική στρατηγική στην Κύπρο και μία αποφασιστική στήριξη από την πλευρά της ψευδο-«μητρόπολης του ελληνισμού.
Αντ’ αυτού, η Κύπρος βρέθηκε με τη χειρότερη πολιτική ηγεσία, με πρόεδρο τον πιο λυσσαλέο υποστηρικτή του σχεδίου Ανάν, ο οποίος καλούσε την Τουρκία να συμμετάσχει στην εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων και ο οποίος θεωρείται δεδομένος και ελεγχόμενος παντοιοτρόπως από τους Αγγλοαμερικανούς.
Ενώ ήταν δυνατό η Κύπρος κινητοποιώντας το εσωτερικό δυναμικό της με εσωτερικά ομολογιακά δάνεια, να καλύψει τα αναγκαία ποσά, δεν προχώρησε σε κάποια τέτοια επιλογή που θα ενίσχυε την αυτονομία της και ταυτόχρονα θα άνοιγε και τη δυνατότητα συμπληρωματικών εξωτερικών χρηματοδοτήσεων.  Αντίθετα επέλεξε τη λύση των Αμερικανογερμανών που στοχεύει στη διάλυση της Κύπρου ως χρηματοπιστωτικού κέντρου. Και ο ναινέκος έκανε ακριβώς αυτό που του επέτασσαν τα αφεντικά του, παρ’ ότι όλοι γνωρίζουν πως μια παρόμοια λύση θα καταβαραθρώσει την κυπριακή οικονομία, διότι η φυγή των κεφαλαίων θα προκαλέσει γενική φτωχοποίηση του νησιού, ανεργία και ανάγκη λήψης νέων μέτρων χωρίς τέλος και όριο.
Ωστόσο, η αθλιότητα του Αναστασιάδη, –σε μια γωνιά του ελληνισμού απειλούμενη και υπό κατοχήν κατά το ήμισυ, χωρίς σημαντικές ένοπλες δυνάμεις– ωχριά μπροστά στην αχρειότητα της ελληνικής κυβέρνησης και του Σαμαρά. Διότι είναι προφανές, ότι αυτός συναίνεσε ή και συμβούλεψε τον Αναστασιάδη να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Ο Αναστασιάδης, μόλις λίγες μέρες πριν πάρει αυτή τη μοιραία απόφαση βρισκόταν στην Ελλάδα για συζητήσεις με την ελληνική κυβέρνηση και είχε συμφωνήσει μαζί της, πράγμα που αποδείχτηκε και στη στάση του Σαμαρά στη διάσκεψη κορυφής, και στη στάση του ανδρεικέλου των αγορών –του Στουρνάρα– την επόμενη μέρα στο eurogroup. Ο Σαμαράς, δεδομένης μάλιστα της πρόσδεσής του στην αμερικανική πολιτική σε σχέση με την ρωσική παρουσία στην Ελλάδα και την Κύπρο –βλέπε τα διαρκή προσκόμματα για ρωσικές επενδύσεις στην Ελλάδα– συμμετείχε πιθανότατα ενεργά, έστω ως κομπάρσος, στη συνωμοσία εναντίον της Κύπρου. Σήμερα κρύπτεται πίσω από τον Αναστασιάδη, προσπαθώντας να αποφύγει τον καταμερισμό ευθυνών που πριν απ’  όλα βαρύνει τον ίδιο και τους εταίρους του (εξάλλου η ΔΗΜΑΡ μόλις βγήκε η απόφαση του eurogroup είχε εκδώσει μια κατάπτυστη ανακοίνωση που στην ουσία στρεφόταν εναντίον των Κυπρίων). Έτσι, το όχι των Κυπρίων, ιστορικής σημασίας, διότι ήταν ένα όχι ενάντια και στην κυπριακή και την ελληνική κυβέρνηση, καθώς και σε όλο το διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, πλήττει πριν απ’ όλα την ελληνική κυβέρνηση αλλά και τη στρατηγική της Γερμανίας για μια γερμανική Ευρώπη.
Ο Δαυίδ ενάντια στον Γολιάθ
Η Γερμανία όπως όλοι γνωρίζουμε και είναι πανθομολογούμενο πλέον, επιχειρεί να διαμορφώσει ένα ιμπέριουμ στην Ευρώπη, εκμεταλλευόμενη τη συγκυριακή οικονομική  της πρωτοκαθεδρία. Έτσι έχει μεταβάλει το ευρώ σε μηχανισμό καθυπόταξης όλων των υπολοίπων, ενώ για να αντιμετωπιστεί η δομική κρίση της Δύσης από την ανάδυση της Ανατολής (Κίνα, Ινδία, κλπ) σε επίκεντρο της παγκόσμιας οικονομίας, προσπαθεί να επιβάλει την εκπτώχευση των ασθενέστερων ευρωπαϊκών οικονομιών. Και αυτό ακόμα και αν το τίμημα θα ήταν η δημιουργία μιας Ευρώπης δύο ταχυτήτων με την έξοδο ορισμένων από αυτές από την ευρωζώνη. Εξάλλου, η Ευρώπη των δύο ταχυτήτων είναι ήδη μια πραγματικότητα. Από τις είκοσι εφτά χώρες της ευρωπαϊκής ένωσης μόνο δεκαεπτά συμμετέχουν στην ευρωζώνη και αν οι Γερμανοί μπορούσαν να εκδιώξουν ορισμένες ακόμη, χωρίς αυτό να αποτελέσει συστημικό κίνδυνο για τον πυρήνα της, δεν θα είχαν καμία αντίρρηση ή μάλλον θα το εύχονταν. Γι’ αυτό, εξάλλου, από την αρχή της ελληνικής κρίσης ακολουθούσαν μία στρατηγική υψηλής πίεσης προς την Ελλάδα, και έκαναν μερικά βήματα πίσω μόνο όταν οι Κινέζοι το καλοκαίρι του 2012 τους απείλησαν με απόσυρση της εμπιστοσύνης τους στο ευρώ εάν οδηγούνταν η Ελλάδα σε έξοδο. Ωστόσο, δεν έχουν πάψει ποτέ να βλέπουν με ευνοϊκό μάτι μία έξοδο της Ελλάδας και της Κύπρου, αν και όποτε υπάρξουν οι κατάλληλες συνθήκες. Η Ελλάδα και η Κύπρος δεν είναι εξάλλου κάποιες ευρωπαϊκές χώρες όπως οι άλλες, αλλά είναι κομμάτι αυτού του μισητού ορθόδοξου και νοτιοευρωπαϊκού κόσμου.
Έτσι, το όχι της κυπριακής βουλής και του κυπριακού λαού –παρ’ ότι οι υποταγμένες κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Κύπρου είχαν συναινέσει στη στρατηγική του αυτοχειριασμού τους– αποτέλεσε ένα αναπάντεχο χαστούκι στη γερμανική στρατηγική. Οι Γερμανοί έχουν μάθει να μετράνε, είτε με μεραρχίες πάντσερ, είτε με το βάρος των θησαυροφυλακίων τους, αγνοώντας τους ιδεολογικούς, τους πολιτισμικούς και εν τέλει τους γεωπολιτικούς παράγοντες. Γι’ αυτό, και παρ’ όλο που από την εποχή του Καρλομάγνου δοκιμάζουν να υποτάξουν την Ευρώπη, αποτυγχάνουν διαδοχικά.
Και αυτή τη φορά, το κυπριακό όχι, άσχετα με τις πιθανές συνέπειες που θα έχει άμεσα για την κυπριακή και ελλαδική οικονομία, είναι τεράστιας σημασίας διότι απασφαλίζει– ξεκινώντας από τον ασθενέστερο κρίκο– το σύστημα του εκβιασμού και της τρομοκρατίας που έχει εγκαθιδρύσει στην Ευρώπη. Διότι αν συνδυαστεί με την ακυβερνησία στην Ιταλία και το αυξανόμενο μίσος των Ιταλών για την Γερμανία, με την κρίση στην Ισπανία και την Πορτογαλία, τα μέτρα λιτότητας που αρχίζουν να εφαρμόζονται πιο επιτακτικά στην Γαλλία και τελευταίο αλλά όχι έσχατο με το αδιέξοδο της εφαρμογής των μνημονιακών μέτρων στην Ελλάδα, τότε κινδυνεύει να οδηγήσει σε μια ανατροπή των συσχετισμών και των δεδομένων. Διότι ακόμα και εάν η γερμανική πολιτική οδηγούσε σε χρεωκοπία της Κύπρου και έξοδό της από την ευρωζώνη και την Ε.Ε. αυτό θα αποτελούσε ένα τεράστιο πλήγμα στην ισορροπία δυνάμεων στην περιοχή, διότι θα συμπαρέσυρε αργά ή γρήγορα και την Ελλάδα και θα τους οδηγούσε πολύ πιο κοντά στη ρώσικη πολιτική. Κατά συνέπεια, τα παραμύθια των Γερμανών και του Σόιμπλε ότι μια πιθανή έξοδος της Κύπρου από την ευρωζώνη και την ΕΕ δεν αποτελεί συστημικό κίνδυνο, εκφράζουν ένα μπακάλικο νομικισμό (ο Σόιμπλε όπως και η Λαγκάρτ, είναι δικηγόροι) που δεν συνυπολογίζει ότι ο συστημικός κίνδυνος μπορεί να έρθει όχι από την άμεσα οικονομική διάσταση της εξόδου αλλά τη γεωπολιτική η οποία μεταφράζεται και σε οικονομική στη συνέχεια.
Η Κύπρος πυροδότεί μονίμως τις εξελίξεις στην Ελλάδα
Κατά συνέπεια σε αντίθεση με τα επιχειρήματα των ναινέκων στην Κύπρο και κυρίως στην Ελλάδα, –ιδιαίτερα μετά την επέκταση του πολιτικού αδιεξόδου στην Ιταλία– οι Έλληνες στην Ελλάδα και στην Κύπρο μπορούν να πουν όχι. Στην Κύπρο ήδη επεξεργάζονται εναλλακτικά σχέδια που κινητοποιούν τον ίδιο τον κυπριακό λαό για να αντιμετωπίσει το γερμανικό Αττίλα, ενώ στην Ελλάδα έχει αρχίσει ήδη η φορολογική απεργία που οδηγεί σε αδιέξοδο τα μέτρα που έχει υπογράψει η πολυκομματική κυβέρνηση, και τους επόμενους μήνες θα οδηγήσει σε μια αναπόδραστη κρίση. Εξάλλου, το κυπριακό όχι και η επονείδιστη στάση της ελληνικής κυβέρνησης θα επιταχύνουν την κρίση στο εσωτερικό.  Ο Σαμαράς, από τότε που είπε ένα όχι στη ζωή του και το πλήρωσε με αποκλεισμό από το ελληνικό πολιτικό σύστημα, έχει μάθει πλέον να λέει πάντα ναι, εκβιαζόμενος ή όχι, χωρίς να καταλάβει πως σήμερα έχει έρθει η ώρα που μόνο τα όχι μπορούν να ευδοκιμήσουν!  Κινδυνεύει λοιπόν να βρεθεί στη θέση του Αναστασιάδη και να εγκαταλειφθεί από τους ίδιους τους εταίρους και τους υποστηρικτές του (είναι χαρακτηριστική η στροφή πολλών ΜΜΕ και εκδοτικών συγκροτημάτων που σταδιακώς τον εγκαταλείπουν) και ενώ θα συνεχίζει να λέει ναι όπως ο θλιβερός πρόεδρος της Κύπρου, θα βρεθεί μπροστά σε μια κοινωνία που θα του αντιτάξει το όχι!
Το 1955, ξεκίνησε ο αντιαποικιακός αγώνας της Κύπρου, ο οποίος ανατίναξε τους πολιτικούς συσχετισμούς και τη νατοϊκή ομοφωνία στην Ελλάδα, βγάζοντας τους Έλληνες στο δρόμο για την αυτοδιάθεση-ένωση και πυροδοτώντας την ανάπτυξη της αριστεράς για πρώτη φορά μετά τον εμφύλιο, με συνέπεια μέσα σε μερικά χρόνια την αλλαγή του πολιτικού σκηνικού στην Ελλάδα. Το 1963-64, οι συγκρούσεις στην Κύπρο αποτέλεσαν αποφασιστικό παράγοντα για την ανατροπή της δεξιάς κυβέρνησης και του υπέυθυνου για τις προδοτικές συμφωνίες της Ζυρίχης, του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Το 1967, το κυπριακό θα αποτελέσει το κυριότερο ίσως παράγοντα που θα οδηγήσει στη δικτατορία των συνταγματαρχών και την απόσυρση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο, η οποία θα επιτρέψει επτά χρόνια αργότερα, την τουρκική εισβολή και βέβαια την κατάρρευση της δικτατορίας. Το 2004, η απόρριψη του σχεδίου Ανάν, ήταν ένα ηχηρό χαστούκι στον κυρίαρχο εθνομηδενισμό όλων των ελληνικών πολιτικών κομμάτων και θα εγκαινιάσει μια νέα περίοδο ενίσχυσης των πατριωτικών και αντιπαγκοσμιοποιητικών δυνάμεων. Το 2013, το κυπριακό όχι θα ηχήσει ως μια ομοβροντία αντίστασης, κόλαφος στους εγχώριους ναινέκους.
Ό,τι και αν συμβεί στη συνέχεια, τίποτα πλέον δεν θα είναι ίδιο, και θα έχει ανοίξει μια νέα περίοδος για την ιστορική επανασύνδεση του ελλαδικού και κυπριακού ελληνισμού σε μια κατεύθυνση αντίστασης με αφετηρία για μια ακόμα φορά την Κύπρο.
Πολλοί αναρωτιούνται πως και γιατί οι «φραγκοφονιάδες» Κύπριοι μπόρεσαν να πουν ένα τέτοιο όχι την ώρα που οι «λεβέντες» Ελλαδίτες λένε εδώ και χρόνια το ένα επονείδιστο ναι μετά το άλλο. Η λύση του μυστηρίου είναι πολύ απλή. Οι Έλληνες Κύπριοι, επειδή αντιμετωπίζουν άμεσα πρόβλημα εθνικής ύπαρξης και επιβίωσης, επειδή μπόρεσαν να πουν όχι στο σχέδιο Ανάν, επειδή το εθνικό ζήτημα είναι το πρώτο και κυρίαρχο πρόβλημα στη χώρα, έχουν διατηρήσει παρά τις φθορές, παρά τις αντιπαραθέσεις, ισχυρό το εθνικό τους φρόνημα.  Έτσι, όταν ήρθε η κρίση και μάλιστα με ευθύνη της πολιτειακής τους ηγεσίας, και παρά τον κίνδυνο της οικονομικής καταστροφής και χρεοκοπίας μπόρεσαν να αντιτάξουν ένα υπέροχο όχι.
Αντίθετα εμείς, παρ’ ότι μεγαλύτερη χώρα, ισχυρότερη γεωπολιτικά και στρατιωτικά, δεν έχουμε μπορέσει εδώ και είκοσι χρόνια να πούμε κάποιο όχι διότι έχει αποσυντεθεί και διαλυθεί εκ των ένδον η εθνική μας συνοχή. Διότι στην Ελλάδα, αντί να καίγονται γερμανικές αμερικανικές και τούρκικες σημαίες όπως συνέβαινε παλιότερα, μέχρι χθες καίγονταν οι… ελληνικές, διότι στα σχολειά, στα πανεπιστήμια και στις εφημερίδες μας λοιδορείται καθημερινά ως εθνικισμός ο πατριωτισμός, διότι φροντίσαμε εμείς πριν απ’ όλους να θάψουμε τα εθνικά κράτη και να προσχωρήσουμε σε μια φαντασιακή και αποσυνθετική παγκοσμιοποίηση. Έτσι, όταν ήρθε η κρίση απ’ την οικονομική της διάσταση βρεθήκαμε χωρίς μπούσουλα, ανίκανοι να αντιδράσουμε, φθαρμένοι και διεφθαρμένοι, με κόμματα που μόλις αρχίζουν να ανακαλύπτουν την έννοια της πατρίδας και του εθνικού συμφέροντος. Γι’ αυτό, και διχαστήκαμε απλώς, ανάμεσα στους κυβερνώντες που λένε σε όλα ναι, και στους υπόλοιπους που αντιδρούμε διάσπαρτοι, σκόρπιοι, αναποτελεσματικοί.
Τι μπορεί να γίνει μετά το κυπριακό όχι
Κατ’ αρχάς πρέπει να πιέσουμε τους Έλληνες κυβερνητικούς υπευθύνους να συμπαρασταθούν με κάθε μέσο στην Κύπρο, έστω και τώρα προτάσσοντας βέτο σε οποιοδήποτε μέτρο που θα σπρώχνει την Κύπρο στη χρεοκοπία και στην οικονομική σφαγή των Ελλήνων της Κύπρου.
Κατά δεύτερο λόγο, θα πρέπει να συγκροτήσουμε ένα ανοικτό και άρρηκτο μέτωπο Ελλάδας και Κύπρου σε όλα τα ευρωπαϊκά όργανα και να καταστήσουμε σαφές ότι η Κύπρος και η Ελλάδα θα έχουν κοινή μοίρα και στάση.
Κι όσο για το εάν θα πρέπει να εγκαταλείψουμε εμείς και η Κύπρος το ευρώ, υπάρχει και μια άλλη εναλλακτική στρατηγική την οποία υιοθετεί ήδη και το 25% των… Γερμανών! Η έξοδος της Γερμανίας από το ευρώ. Και ας είμαστε βέβαιοι, πως αυτή η επιλογή την επόμενη περίοδο θα γίνει όλο και πιο ελκυστική για πολλές δυνάμεις στη νότια Ευρώπη και θα αγγίξει και τον στρατηγικής σημασίας άξονα Γαλλίας-Γερμανίας. Μόνο με αυτή την απειλή η οποία διατυπώνεται ήδη στην Ιταλία θα μπορέσουμε να συμμετάσχουμε σε κάποια πιθανή συμμαχία των λαών του νότου της Ευρώπης και να αποφύγουμε μία δική μας μονομερή έξοδο. Αν είναι η ευρωζώνη να διαλυθεί, το συμφέρον της Ελλάδας και της Κύπρου, είναι αυτό να μην πραγματοποιηθεί με μόνα θύματα εμάς, αλλά να αγκαλιάσει όλη την ευρωζώνη, έτσι ώστε να μπορούμε να οικοδομήσουμε εναλλακτικές συμμαχίες που δεν θα μας αφήσουν μόνους μας απέναντι στους νεοθωμανούς που καραδοκούν.
Πάντως, η παρούσα κρίση έφερε και πάλι κοντά τους Έλληνες της Ελλάδας και της Κύπρου, έσπασε όλα τα κατασκευασμένα εδώ και σαράντα χρόνια αρνητικά συναισθήματα και στερεότυπα, και κατέδειξε την ενότητα της μοίρας μας για το καλό και το κακό και ευτυχώς όχι μέσω ακόμα μιας νέας εθνικής καταστροφής αλλά μέσω μιας πράξης αντίστασης.
19 Μαρτίου 2013
Γιώργος Καραμπελιάς

«Το ευρωπαικό σχέδιο θα καταρρεύσει…»

Σαμίρ Αμίν: «Το ευρωπαικό σχέδιο θα καταρρεύσει…»

 «Οι Ελληνες έχουν απομείνει με τις συνέπειες της αφελούς αυταπάτης ότι θα ξέφευγαν από τη μοίρα των υπόλοιπων βαλκανικών χωρών, επειδή απέφυγαν την ατυχία να κυβερνηθούν από «κομμουνιστές»»
 Το άρθρο του Αιγύπτιου βετεράνου μαρξιστή οικονομολόγου Σαμίρ Αμίν παρουσιάζεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα από την «Εφημερίδα των Συντακτών» και αποτελεί μέρος ενός ευρύτερου δοκιμίου με τίτλο «Η κατάρρευση του ευρωπαϊκού συστήματος», στο οποίο εξετάζεται η δυνατότητα μετασχηματισμού της Ε.Ε. σε μια δημοκρατική ένωση, ερώτημα στο οποίο ο συγγραφέας δίνει μια αρνητική απάντηση. Ολόκληρο το κείμενο βρίσκεται αναρτημένο εδώ. O Σαμίρ Αμίν γεννήθηκε στο Κάιρο και σπούδασε στη Γαλλία, ενώ σήμερα είναι διευθυντής του Φόρουμ του Τρίτου Κόσμου στο Ντακάρ. Εχει γράψει δεκάδες βιβλία, κάποια μεταφρασμένα και στα ελληνικά, και θεωρείται ειδικός στις θεωρίες της ανάπτυξης.
 Επιμέλεια: Τάσος Τσακίρογλου

Η επικρατούσα άποψη στην Ευρώπη είναι ότι αυτή διαθέτει τα μέσα για να καταστεί μια οικονομική και πολιτική δύναμη ανάλογη των ΗΠΑ, και συνεπώς, ανεξάρτητη από τις ΗΠΑ. Αυτό είναι εμφανές αν αθροίσει κανείς τους πληθυσμούς και το ΑΕΠ της ΕΕ. Προσωπικά, πιστεύω ότι η Ευρώπη έχει τρία σημαντικά μειονεκτήματα που αποκλείουν μια τέτοια σύγκριση.
 Πρώτον, το βόρειο τμήμα της αμερικανικής ηπείρου (οι ΗΠΑ και, αυτό που εγώ αποκαλώ η εξωτερική της επαρχία, ο Καναδάς) είναι προικισμένο με ασύγκριτα περισσότερους φυσικούς πόρους από την περιοχή που καλύπτει η Ευρώπη δυτικά της Ρωσίας, όπως άλλωστε αποδεικνύει και η εξάρτηση της από εισαγόμενους ενεργειακούς πόρους.
 Δεύτερον, η Ευρώπη αποτελείται από πολλά ξεχωριστά και διαφορετικά έθνη, των οποίων η ποικιλομορφία πολιτικής κουλτούρας – χωρίς αυτή να χαρακτηρίζεται απαραιτήτως από εθνικό σοβινισμό – αποτελεί καθοριστικό παράγοντα που αποκλείει την αναγνώριση ύπαρξης ενός «ευρωπαϊκού λαού» στο πρότυπο του «αμερικανικού λαού» των ΗΠΑ. Θα επιστρέψουμε σε αυτό το σημαντικό ζήτημα παρακάτω.
 Τρίτον (και αυτός είναι ο κύριος λόγος που αποκλείεται μια τέτοια σύγκριση), η καπιταλιστική ανάπτυξη στην Ευρώπη ήταν και παραμένει ανομοιογενής, ενώ ο Αμερικάνικος καπιταλισμός έχει αναπτυχθεί με έναν αρκετά ομοιογενή τρόπο στην περιοχή της Βορείου Αμερικής, τουλάχιστον από την εποχή του Αμερικάνικου Εμφυλίου.
Η Ευρώπη – δυτικά του ιστορικού χώρου της Ρωσίας (συμπεριλαμβανομένης της Λευκορωσίας και της Ουκρανίας) – αποτελείται από τρία σύνολα καπιταλιστικών κοινωνιών με ανομοιογενή μεταξύ τους ανάπτυξη.
 Ο ιστορικός καπιταλισμός – δηλαδή η μορφή καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που έχει καθιερωθεί σε παγκόσμιο επίπεδο – άρχισε να διαμορφώνεται τον δέκατο έκτο αιώνα, στο τρίγωνο Λονδίνο / Άμστερνταμ / Παρίσι, για να πάρει την τελική του μορφή με τη Γαλλική πολιτική επανάσταση και την Αγγλική Βιομηχανική Επανάσταση. Αυτό το μοντέλο, το οποίο καθιερώθηκε ως κυρίαρχο στα κέντρα του καπιταλισμού μέχρι και τη σύγχρονη εποχή (ο «φιλελεύθερος καπιταλισμός», σύμφωνα με τον Wallerstein), αναπτύχθηκε ταχύτατα και δυναμικά στις Ηνωμένες Πολιτείες μετά τον Εμφύλιο Πόλεμο θέτοντας τέρμα στη δουλοκτητική οικονομία, όπως επίσης και αργότερα στον Ιαπωνικό φεουδαρχισμό. Στην Ευρώπη, αυτό το μοντέλο αναπτύχθηκε, επίσης με ταχείς ρυθμούς (από το 1870), στη Γερμανία και τη Σκανδιναβία. Αυτός ο ευρωπαϊκός πυρήνας (Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία, Ολλανδία, Βέλγιο, Ελβετία, Αυστρία, Σκανδιναβία) είναι πλέον θύμα της οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής εξουσίας του δικού της «γενικευμένου» (όπως το αποκαλώ) μονοπωλίου, το οποίο, ξεκινώντας από προηγούμενες μορφές μονοπωλιακού καπιταλισμού, πήρε τη σημερινή του μορφή κατά την περίοδο 1975-1990.
 Παρόλ’ αυτά, τα γενικευμένα μονοπώλια στην περιοχή της Ευρώπης δεν είναι «ευρωπαϊκά», αλλά κατεξοχήν «εθνικά» (δηλαδή, Γερμανικά ή Βρετανικά ή Σουηδικά, κλπ.), παρά το γεγονός ότι οι δραστηριότητές τους είναι πανευρωπαϊκές ή ακόμη και διεθνείς (δηλαδή λειτουργούν σε παγκόσμια κλίμακα). Το ίδιο ισχύει και για τα σύγχρονα γενικευμένα μονοπώλια στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ιαπωνία. Στο σχολιασμό μου επί της εντυπωσιακής έρευνας η οποία έχει γίνει για το εν λόγω ζήτημα, τόνισα την καθοριστική σημασία αυτού του συμπεράσματος.
 Ένα δεύτερο επίπεδο περιλαμβάνει την Ιταλία, την Ισπανία και την Πορτογαλία, όπου το ίδιο πρότυπο – δηλαδή, αυτό του γενικευμένου μονοπωλιακού καπιταλισμού που ισχύει σήμερα – έχει διαμορφωθεί πολύ πιο πρόσφατα, μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εξαιτίας αυτής της καθυστέρησης, οι χώρες αυτές χαρακτηρίζονται από ιδιαιτερότητες όσον αφορά στη μορφή οικονομικής και πολιτικής διακυβέρνησης των κοινωνιών τους, γεγονός που αποτελεί εμπόδιο στην όποια προσπάθεια να καταστούν ίσες με το προαναφερθέν πρώτο σύνολο χωρών.
 Το τρίτο επίπεδο ανάπτυξης τους καπιταλισμού στην Ευρώπη, το οποίο περιλαμβάνει τις χώρες του πρώην «σοσιαλιστικού» κόσμου (Σοβιετικού πρότυπου) και την Ελλάδα, δεν αποτελεί έδρα γενικευμένων μονοπωλίων που ανήκουν στις εθνικές τους κοινωνίες (οι Έλληνες εφοπλιστές είναι ίσως η εξαίρεση, αν και η ταυτότητα τους ως Έλληνες είναι άκρως αμφίβολη). Όλες αυτές οι χώρες μέχρι και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο κάθε άλλο παρά αποτελούσαν αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες, όπως αυτές του κεντρικού ευρωπαϊκού πυρήνα. Στη συνέχεια, ο σοβιετικός σοσιαλισμός παρεμπόδισε ακόμα περισσότερο την ανάπτυξη των εθνικών καπιταλιστικών αστικών τάξεων που βρίσκονταν ακόμα σε εμβρυακή μορφή, αντικαθιστώντας την εξουσία τους με ένα Κρατικό Καπιταλισμό με κοινωνικά, αν όχι σοσιαλιστικά, χαρακτηριστικά. Με την επανένταξή τους στον καπιταλιστικό κόσμο μέσω της προσχώρησης τους στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ΝΑΤΟ, οι χώρες αυτές βρίσκονται τώρα στην ίδια κατάσταση με τις χώρες του περιφερειακού καπιταλισμού: δεν διοικούνται από τα δικά τους εθνικά γενικευμένα μονοπώλια, αλλά υπόκεινται στα μονοπώλια του Ευρωπαϊκού πυρήνα.

Αυτή η ανομοιογένεια της Ευρώπης αποκλείει εντελώς τη σύγκρισή της με το σύμπλεγμα ΗΠΑ / Καναδά. Αλλά, τίθεται το ερώτημα κατά πόσο αυτή η ανομοιογένεια θα μπορούσε να εξαλειφθεί σταδιακά, με την οικοδόμηση της Ευρώπης. Αυτή ακριβώς είναι η κυρίαρχη άποψη στην Ευρώπη – προσωπικά διαφωνώ, και θα επανέλθω στο θέμα αυτό παρακάτω.
 Μπορεί να συγκριθεί η Ευρώπη με την Δισυπόστατη Αμερικανική Ήπειρο (dual continent);
 Προσωπικά θεωρώ ότι η σύγκριση μεταξύ της Ευρώπης και της Αμερικανικής διπλής Ηπείρου (ΗΠΑ / Καναδάς από τη μία πλευρά, και Λατινική Αμερική και Καραϊβική, από την άλλη) είναι πιο ρεαλιστική παρά η αποκλειστική σύγκριση με την Βόρεια Αμερική. Η αμερικανική «δισυπόστατη» ήπειρος συνιστά ένα υποσύνολο του παγκόσμιου καπιταλισμού που χαρακτηρίζεται από την αντίθεση ανάμεσα στον κεντρικό και κυρίαρχο Βορρά και τον υποτελή περιφερειακό Νότο. Αυτή η κυριαρχία, την οποία μοιράζονταν κατά τον δέκατο ένατο αιώνα η Βρετανία (η οποία κατείχε ηγεμονικό ρόλο σε παγκόσμια κλίμακα) και οι ανερχόμενες σε ισχύ ΗΠΑ (των οποίων η φιλοδοξία είχε καταστεί σαφής από το 1823 με το Δόγμα Monroe), σήμερα πλέον ασκείται κυρίως από την Ουάσιγκτον, τα μονοπώλια της οποίας ελέγχουν σε μεγάλο βαθμό την ευρεία οικονομική και πολιτική ζωή του Νότου, παρά τους πρόσφατους προοδευτικούς αγώνες που θα μπορούσαν να θέσουν σε αμφισβήτηση αυτή την κυριαρχία. Η αναλογία με την Ευρώπη είναι προφανής. Η Ανατολική Ευρώπη βρίσκεται σε μια περιφερειακή θέση υποταγής στη Δυτική Ευρώπη ανάλογη με αυτήν της Λατινικής Αμερικής σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
 Αλλά όπως όλες οι αναλογίες, έχει και αυτή τους περιορισμούς της και εάν τους αγνοήσουμε θα οδηγηθούμε σε εσφαλμένα συμπεράσματα σχετικά με τις πιθανές μελλοντικές προοπτικές και τις αποτελεσματικές στρατηγικές πάλης που μπορούν να ανοίξουν το δρόμο σε αυτές τις μελλοντικές προοπτικές. Σε δύο επίπεδα οι διαφορές υπερέχουν των αναλογιών που διαπιστώνονται. Η Λατινική Αμερική είναι μια τεράστια ήπειρος, με τεράστιους φυσικούς πόρους – νερό, γη, ορυκτά, πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Η Ανατολική Ευρώπη δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να συγκριθεί σε αυτό το επίπεδο. Επιπλέον, η Λατινική Αμερική είναι λιγότερο ανομοιογενής απ’ ότι η Ανατολική Ευρώπη: με δύο σχετικά συγγενικές γλώσσες (χωρίς να αγνοούμε φυσικά τις ινδιάνικες-γηγενείς γλώσσες) και ελάχιστη σοβινιστική εχθρότητα μεταξύ γειτόνων. Παρόλ’ αυτά, όσο σημαντικές και αν είναι αυτές οι διαφορές δεν αποτελούν αποτρεπτικό παράγοντα στο να προχωρήσουμε σε ένα πιο απλοποιημένο συλλογισμό.
 Όπως καταδεικνύεται από το πρότυπο της Παναμερικανικής Κοινής Αγοράς που προωθείται από την Ουάσιγκτον, η κυριαρχία των ΗΠΑ στη Νότια Αμερική εξασκείται κυρίως με οικονομικά μέσα, (παρόλο που η προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών για επιβολή βρίσκεται πλέον σε τέλμα). Ακόμη και το μέρος που βρίσκεται ήδη σε εφαρμογή – δηλαδή η NAFTA που έχει προσαρτήσει το υποτελές Μεξικό στη μεγάλη αγορά της Βόρειας Αμερικής – δεν αμφισβητεί θεσμικά την πολιτική κυριαρχία του Μεξικού. Αυτή δεν είναι καθόλου αφελής παρατήρηση. Κατανοώ ότι δεν υπάρχουν στεγανά που να διαχωρίζουν τα οικονομικά μέσα από τα μέσα που εφαρμόζονται σε πολιτικό επίπεδο. Οι δυνάμεις που αντιπολιτεύονται τον ΟΑΚ (Οργανισμός Αμερικανικών Κρατών) στη Λατινική Αμερική, ορθώς τον θεωρούν ως «το Υπουργείο Αποικιών των Ηνωμένων Πολιτειών,» γεγονός που αποδεικνύεται από τον μακρύ κατάλογο των επεμβάσεων των ΗΠΑ, είτε στη μορφή στρατιωτικών επεμβάσεων (όπως στην περίπτωση της Καραϊβικής) είτε στη μορφή οργανωμένης υποστήριξης σε πραξικοπήματα.
 Η θεσμοθετημένη μορφή των σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης απορρέει από μια ευρύτερη και πιο περίπλοκη λογική. Υπάρχει όντως, ένα είδος «Δόγματος Μονρόε» στη Δυτική Ευρώπη («η Ανατολική Ευρώπη αποτελεί μέρος της Δυτικής Ευρώπης»). Αλλά υπάρχει και κάτι περισσότερο από αυτό. Η Ευρώπη δεν είναι πλέον μόνο μια «κοινή αγορά», όπως ήταν αρχικά όπου περιοριζόταν σε έξι χώρες πριν αρχίσει να επεκτείνεται σε άλλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης.
 Με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ έχει πλέον καταστεί ένα πολιτικό εγχείρημα. Όντως, αυτό το πολιτικό εγχείρημα σχεδιάστηκε για να εξυπηρετήσει τη διαχείριση των κοινωνιών που επηρεάζονται από τα γενικευμένα μονοπώλια. Αλλά μπορεί ταυτόχρονα να μετατραπεί σε αρένα συγκρούσεων και αμφισβήτησης αυτού του εγχειρήματος και των καθιερωμένων μεθόδων εφαρμογής του. Τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα υποτίθεται ότι έχουν το καθήκον να ενώσουν τους λαούς της Ένωσης και να προωθήσουν τρόπους επίτευξης του στόχου αυτού, όπως η εκπροσώπηση των κρατών στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με βάση τον πληθυσμό και όχι με βάση το ΑΕΠ. Ως απόρροια αυτού, η επικρατούσα άποψη στην Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένης της πλειοψηφίας των αριστερών που επικρίνουν την παρούσα κατάσταση των θεσμικών οργάνων, διατηρεί την ελπίδα ότι «Μια Άλλη Ευρώπη Είναι Εφικτή».
 Προτού συζητήσουμε τις θέσεις και τις υποθέσεις για τις πιθανές εναλλακτικές μελλοντικών προοπτικών οικοδόμησης της Ευρώπης, είναι αναγκαίο να κάνουμε μια παρένθεση για να συζητήσουμε, από τη μία πλευρά, τον Ατλαντισμό και τον ιμπεριαλισμό, και από την άλλη, την Ευρωπαϊκή ταυτότητα.
 «Ευρώπη», ή «Ατλαντική και Ιμπεριαλιστική Ευρώπη»;
 Η Βρετανία είναι περισσότερο «ατλαντική» παρά ευρωπαϊκή, αντλώντας αυτόν τον τίτλο από τη θέση που κατείχε ως πρώην ηγεμονική ιμπεριαλιστική δύναμη, παρόλο που αυτή η κληρονομιά της σήμερα έχει παρακμάσει για να καταλήξει στη προνομιακή θέση που κατέχει η Πόλη του Λονδίνου στο παγκοσμιοποιημένο χρηματιστηριακό σύστημα. Η Βρετανία λοιπόν, εκμεταλλεύεται την ιδιαίτερη θέση μέλους που κατέχει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, θέτοντας ως πρώτη προτεραιότητα τη θεσμοθέτηση της οικονομικής και χρηματιστηριακής ευρω-ατλαντικής αγοράς και σε δεύτερη προτεραιότητα την όποια επιθυμία για ενεργή συμμετοχή στην οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής ένωσης.
 Αλλά δεν είναι μόνο η Βρετανία η οποία είναι «ατλαντική». Τα κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης δεν είναι λιγότερο «ατλαντικά», παρά τη φαινομενική πρόθεση τους να κτίσουν μια πολιτική Ευρώπη. Η απόδειξη αυτού δίνεται από την σημαίνουσα θέση που κατέχει το ΝΑΤΟ σε αυτό το πολιτικό οικοδόμημα. Το γεγονός ότι μια στρατιωτική συμμαχία με μια χώρα εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει ενσωματωθεί de facto στο «Ευρωπαϊκό Σύνταγμα» αποτελεί παρέκκλιση χωρίς προηγούμενο. Για ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες (Πολωνία, χώρες της Βαλτικής, Ουγγαρία), η προστασία που τους παρέχει το ΝΑΤΟ – δηλαδή οι Ηνωμένες Πολιτείες – (!) εναντίον «του Ρωσικού εχθρού» είναι πιο σημαντική από την ιδιότητα τους ως μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
 Η εμμονή στον Ατλαντισμό και η παγκόσμια επέκταση του πεδίου επέμβασης του ΝΑΤΟ μετά την υποτιθέμενη εξάλειψη της «σοβιετικής απειλής» οδήγησε, με βάση τις αναλύσεις που έχω κάνει, στη εμφάνιση του συλλογικού ιμπεριαλισμού της «τριάδας» (ΗΠΑ, Ευρώπη, Ιαπωνία). Δηλαδή, τα κυρίαρχα καπιταλιστικά κέντρα των γενικευμένων μονοπωλίων, σκοπεύουν να παραμείνουν κυρίαρχα, παρά την εμφάνιση αναδυόμενων κρατών. Πρόκειται για μια σχετικά πρόσφατη ποιοτική μετατροπή του ιμπεριαλιστικού συστήματος που στο παρελθόν, και διαχρονικά, στηριζόταν στη σύγκρουση των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Ο λόγος εμφάνισης του συλλογικού αυτού ιμπεριαλισμού είναι η ανάγκη για, από κοινού, αντιμετώπιση των προκλήσεων που θέτουν οι χώρες και οι λαοί της περιφέρειας: της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής για απεγκλωβισμό από την υποταγή τους.

Οι εν λόγω Ευρωπαϊκές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις αφορούν μόνο στη Δυτική Ευρώπη, της οποίας τα κράτη ήταν πάντα ιμπεριαλιστικά στη σύγχρονη εποχή, και, αν και δεν κατείχαν αποικίες, είχαν πάντα μερίδιο στα ιμπεριαλιστικά κέρδη των πολυεθνικών. Αντιθέτως, οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης δεν έχουν πρόσβαση σε αυτά τα κέρδη, αφού δεν κατέχουν δικά τους εθνικά γενικευμένα μονοπώλια. Παρόλ’ αυτά, ζουν με την ψευδαίσθηση ότι έχουν δικαίωμα σε αυτά, λόγω της «ευρωπαϊκότητάς» τους. Είναι αμφίβολο κατά πόσο θα καταφέρουν να απαλλαγούν ποτέ από αυτή την ψευδαίσθηση.
 Ο ιμπεριαλισμός αφού έχει γίνει πλέον συλλογικός, ακολουθεί μια ενιαία και κοινήπολιτική έναντι του Νότου – η πολιτική της τριάδας – μια πολιτική συνεχούς επιθετικότητας εναντίον των λαών και κρατών που τολμούν να αμφισβητήσουν το συγκεκριμένο σύστημα παγκοσμιοποίησης. Ο συλλογικός ιμπεριαλισμός έχει ένα στρατιωτικό ηγέτη, αν όχι ηγεμόνα: τις Ηνωμένες Πολιτείες. Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει πια «εξωτερική πολιτική» της ΕΕ, αλλά ούτε και των κρατών της. Τα γεγονότα καταδεικνύουν ότι υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα: ευθυγράμμιση με τις θέσεις που αποφασίζει μόνη της η Ουάσιγκτον (ίσως σε συμφωνία με το Λονδίνο). Ιδωμένο από την οπτική του Νότου, η Ευρώπη θεωρείται ως μια, άνευ όρων, σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών. Και παρόλο που στη Λατινική Αμερική εξακολουθούν να διατηρούνται κάποιες ψευδαισθήσεις γι’ αυτό το συμμαχικό σχέδιο – ίσως επειδή η ηγεμονία ασκείται με βάναυσο τρόπο αποκλειστικά από τις Ηνωμένες Πολιτείες και όχι τους υποδεέστερους ευρωπαίους συμμάχους τους – αυτό δεν συμβαίνει στην Ασία και την Αφρική. Όσοι κατέχουν την εξουσία στις αναδυόμενες χώρες το γνωρίζουν: όσοι ηγούνται των άλλων χωρών των δύο ηπείρων αποδέχονται τη θέση τους ως υποτακτικοί υπηρέτες του διεθνούς καπιταλισμού (compradors). Αυτό που είναι σημαντικό για όλους είναι η Ουάσιγκτον και όχι η Ευρώπη, της οποίας η ύπαρξη στο τέλος της ημέρας δεν κάνει καμία διαφορά.
 Υπάρχει μία ευρωπαϊκή ταυτότητα;
 Η οπτική γωνία θεώρησης του εν λόγω ερωτήματος αυτή τη φορά αφορά στη θέαση της Ευρώπης από τους ίδιους τους Ευρωπαίους. Διότι από μια εξωτερική οπτική γωνία – αυτή του ευρύτερου Νότου – η ύπαρξη της «Ευρώπης» φαίνεται να είναι μια πραγματικότητα. Για τους λαούς της Ασίας και της Αφρικής, των οποίων οι γλώσσες και οι θρησκείες είναι «μη ευρωπαϊκές», ακόμα και όταν η πραγματικότητα αυτή μετριάστηκε από τον προσηλυτισμό στο Χριστιανισμό που επέβαλαν οι ιεραπόστολοι ή με την υιοθέτηση της επίσημης γλώσσας των πρώην αποικιοκρατών, οι Ευρωπαίοι θεωρούνται ως «οι άλλοι». Η περίπτωση της Λατινικής Αμερικής είναι διαφορετική, αφού, όπως η Βόρεια Αμερική, αποτελεί το προϊόν της οικοδόμησης της «άλλης Ευρώπης», του «Νέου Κόσμου» και συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη του ιστορικού καπιταλισμού.
 Το ζήτημα της ευρωπαϊκής ταυτότητας μπορεί να συζητηθεί μόνο με μια εσωτερική θεώρηση της Ευρώπης. Αλλά οι απόψεις αυτών που επιβεβαιώνουν την πραγματικότητα της Ευρωπαϊκής ταυτότητας και αυτών που την αρνούνται, παίρνουν πολεμικό χαρακτήρα που οδηγεί την κάθε πλευρά να περιχαρακώνεται στη δική της θέση. Κάποιοι λοιπόν επικαλούνται τον Χριστιανισμό, ενώ κανονικά θα έπρεπε να μιλάμε για καθολικισμό, προτεσταντισμό και Ορθοδοξία, για να μην αναφέρουμε τους, καθόλου αμελητέους, αριθμούς ανθρώπων που δεν ασκούν καμιά θρησκεία ή ακόμα, δεν πιστεύουν σε καμιά θρησκεία. Άλλοι θα παρατηρήσουν ότι ένας Ισπανός αισθάνεται πιο άνετα με έναν Αργεντινό παρά με ένα Λιθουανό, μια Γαλλίδα καταλαβαίνει καλύτερα μια Αλγερινή παρά μια Βουλγάρα, και ένας Άγγλος κινείται πιο ελεύθερα σε περιοχές του κόσμου όπου ομιλείται η γλώσσα του παρά στην Ευρώπη.

Ο προγονικός ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, όπως ξεκίνησε ή όπως ανασχηματίστηκε, θα έπρεπε να οδηγήσει στην υιοθέτηση των λατινικών και των ελληνικών, και όχι των αγγλικών, ως επίσημες γλώσσες της Ευρώπης (όπως τον Μεσαίωνα). Ο Διαφωτισμός του 18ο αιώνα, δεν εξαπλώθηκε πέρα από το τρίγωνο Λονδίνο/Άμστερνταμ/Παρίσι, παρόλο που εξήχθη μέχρι την Πρωσία και τη Ρωσία. Η αντιπροσωπευτική εκλογική δημοκρατία είναι ακόμη πολύ επισφαλής και πολύ πρόσφατη για να ισχυριστούμε ότι οι ρίζες της χρονολογούνται στη δημιουργία των εμφανώς διαφορετικών πολιτικών πολιτισμών της Ευρώπης.
 Δεν θα ήταν δύσκολο να αποδείξουμε την επικρατούσα ισχύ εθνικών ταυτοτήτων στην Ευρώπη σήμερα. Η Γαλλία, η Ισπανία, η Αγγλία, η Γερμανία έχουν δημιουργηθεί μέσα από αιώνες οδυνηρών πολέμων. Και αν ο ασήμαντος Πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου μπορεί και δηλώνει ότι «η πατρίδα του είναι η Ευρώπη» (ή ίσως η πατρίδα της τράπεζάς του;), κανένας Γάλλος πρόεδρος ή Γερμανίδα καγκελάριος ή Βρετανός πρωθυπουργός θα τολμούσε να αρθρώσει κάτι τόσο ανόητο. Είναι όμως, απαραίτητο να υπάρχει μια κοινή ταυτότητα για να νομιμοποιηθεί ένα σχέδιο για την δημιουργία μιας περιφερειακής πολιτικής ολοκλήρωσης; Εγώ θα απαντούσα αρνητικά δεδομένου ότι αναγνωρίζουμε την ποικιλομορφία των ταυτοτήτων (ας τις αποκαλέσουμε «εθνικές» ταυτότητες) και ότι θα εντοπίσουμε επακριβώς τους σοβαρούς βαθύτερους λόγους της κοινής βούλησης για την πολιτική ολοκλήρωση.
 Η αρχή αυτή δεν ισχύει μόνο για τους Ευρωπαίους, ισχύει επίσης για τους λαούς της Καραϊβικής, της Ιβηρικής Αμερικής (ή λατινικής), του αραβικού κόσμου, και της Αφρικής. Δεν είναι απαραίτητο να πιστεύει κανείς στον «αραβισμό» ή στην «αφρικανική καταγωγή» για να αποδεχτεί τη νομιμότητα ενός Αραβικού ή Αφρικάνικου σχεδίου. Δυστυχώς όμως, οι «ευρωπαϊστές» δεν συμπεριφέρονται με τόση ευφυΐα. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία ικανοποιούνται δηλώνοντας «υπερεθνικοί» (supranational) και «αντι-κυριαρχικοί» (anti-sovereigntist), κάτι που στην καλύτερη περίπτωση είναι κενό περιεχομένου ή μπορεί ακόμα να έρχεται σε σύγκρουση με την πραγματικότητα. Κατ’ επέκταση, η ανάλυση μου σε σχέση με τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού πολιτικού εγχειρήματος δεν θα έχει τις βάσεις της στην κινούμενη άμμο της «ταυτότητας», αλλά στις γερές βάσεις του διακυβεύματος στη συγκεκριμένη περίπτωση και στις θεσμοθετημένες μορφές διαχείρισης του.
 Είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση βιώσιμη;
 Η ερώτησή δεν είναι κατά πόσο «ένα» ευρωπαϊκό σχέδιο (ποιό σχέδιο; για ποιο πράγμα;) είναι εφικτό (η απάντησή είναι προφανώς θετική), αλλά κατά πόσο το υφιστάμενο σχέδιο είναι βιώσιμο, ή αν στο μέλλον θα μπορούσε να μετασχηματιστεί με τέτοιο τρόπο που να καταστεί βιώσιμο. Αφήνω κατά μέρος τους δεξιούς «ευρωπαϊστές», δηλαδή αυτούς που υποτάσσονται στις απαιτήσεις του μονοπωλιακού γενικευμένου καπιταλισμού, που αποδέχονται την ΕΕ ουσιαστικά ως έχει και ενδιαφέρονται μόνο για την εξεύρεση λύσεων στα «συγκυριακά» προβλήματα (τα οποία δεν θεωρώ καθόλου συγκυριακά) που αντιμετωπίζει. Με ενδιαφέρουν αποκλειστικά τα επιχειρήματα εκείνων που δηλώνουν ότι «μια άλλη Ευρώπη είναι εφικτή,» συμπεριλαμβάνοντας τους υποστηρικτές του ανασχηματισμένου ανθρωποκεντρικού καπιταλισμού, και εκείνους που πιστεύουν στην προοπτική σοσιαλιστικού μετασχηματισμού στην Ευρώπη και τον κόσμο.
 Η φύση της κρίσης που αντιμετωπίζει ο κόσμος και η Ευρώπη βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης. Όσον αφορά στην Ευρώπη, η κρίση στη ευρωζώνη – η οποία βρίσκεται στο προσκήνιο αυτή τη στιγμή – και η παρασκηνιακή κρίση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες.

Η οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης – τουλάχιστον από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ και, κατά τη γνώμη μου, από πολύ νωρίτερα – και η δημιουργία της Ευρωζώνης, έχουν συλληφθεί και σχεδιαστεί ως δομικά στοιχεία για την οικοδόμηση της λεγόμενης φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, δηλαδή το σύστημα το οποίο παρέχει την αποκλειστική κυριαρχία στον μονοπωλιακό γενικευμένο καπιταλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, το αναγκαίο σημείο εκκίνησης θα πρέπει να είναι η ανάλυση των αντιφάσεων, οι οποίες, κατά τη γνώμη μου, καθιστούν αυτό το σχέδιο (και ως εκ τούτου το ευρωπαϊκό σχέδιο) μη βιώσιμο.
 Μπορεί να λεχθεί ως αντίλογος ότι ένα συγκεκριμένο ευρωπαϊκό σχέδιο που ήδη υπάρχει, και έχει καθοριστεί, κατά συνέπεια μπορεί και να ανασχηματιστεί. Θα μπορούσε όντως, στη θεωρία. Αλλά ποιες είναι οι συνθήκες που θα επέτρεπαν ένα τέτοιο ανασχηματισμό; Νομίζω για να συμβεί κάτι τέτοιο απαιτείται ένα διπλό θαύμα και δεν πιστεύω στα θαύματα: Πρώτον, απαιτείται το ευρωπαϊκό πολυεθνικό οικοδόμημα να αναγνωρίσει την πραγματικότητα της εθνικής κυριαρχίας των κρατών, την ποικιλομορφία των συμφερόντων που εμπλέκονται, και να οργανώσει σε αυτή τη βάση τα θεσμικά του όργανα. Δεύτερον, ο καπιταλισμός – ενόσω αποτελεί το γενικό πεδίο διαχείρισης της οικονομίας και της κοινωνίας – θα πρέπει περιοριστεί στο να λειτουργεί με διαφορετικό τρόπο από αυτόν που υπαγορεύει η δική του λογική, και να υποταχθεί στη λογική της κυριαρχίας των γενικευμένων μονοπωλίων. Δεν βλέπω καμία ένδειξη ότι η πλειοψηφία των ευρωπαϊστών είναι σε θέση να αντιληφθούν αυτές τις απαιτήσεις. Πολύ περισσότερο δεν διαβλέπω καμία ένδειξη ότι η μειονότητα των αριστερών-ευρωπαϊστών, οι οποίοι όντως αντιλαμβάνονται αυτές τις απαιτήσεις, είναι σε θέση να κινητοποιήσει κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις ικανές να ανατρέψουν το συντηρητισμό του κατεστημένου ευρωπαϊσμού. Ως εκ τούτου, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ΕΕ δεν μπορεί να είναι οτιδήποτε άλλο από αυτό που είναι, και ως τέτοια παραμένει μη βιώσιμη. Η κρίση στη ευρωζώνη καταδεικνύει την ανέφικτη βιωσιμότητα του σχεδίου.
 Το «Ευρωπαϊκό» σχέδιο, όπως το ορίζουν η συνθήκη του Μάαστριχτ και το σχέδιο της ευρωζώνης, προωθήθηκαν στην κοινή γνώμη μέσω μιας προπαγάνδας που μόνο ηλίθια και ανειλικρινής θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Είπαν σε ορισμένους – (σχετικά) προνομιούχους στην πλούσια Δυτική Ευρώπη – ότι η διαγραφή των εθνικών κυριαρχιών θα έθετε τέλος στους πολέμους του μίσους που είχαν αιματοκυλήσει την ήπειρο (η επιτυχία αυτής της εξαπάτησης είναι προφανής). Και πρόσθεσαν τη σάλτσα: τη φιλία της ισχυρής αμερικάνικης δημοκρατίας, τον κοινό αγώνα για τη δημοκρατία στον μεγάλο οπισθοδρομικό Νότο – μια νέα μορφή αποδοχής του παλαιού ιμπεριαλιστικού καθεστώτος – κλπ. Στους άλλους – στους ταλαίπωρους φτωχούς της Ανατολής – υποσχέθηκαν τη χλιδή μέσω της προσαρμογής τους στα δυτικά πρότυπα βιοτικού επιπέδου.
Οι πλειοψηφίες και των δυο πλευρών κατάπιαν την εξαπάτηση. Στην Ανατολή πίστεψαν, όπως φαίνεται, ότι η ένταξη στην ΕΕ θα επιτρέψει την περίφημη «προσαρμογή στα πρότυπα βιοτικού επιπέδου», και ότι το κόστος που θα πλήρωναν άξιζε τον κόπο. Παρόλ’ αυτά, το κόστος που αναγκάστηκαν να πληρώσουν ήταν μια οδυνηρή διαρθρωτική προσαρμογή που θα διαρκέσει «αρκετά» χρόνια. Επιβλήθηκε τότε η προσαρμογή – δηλαδή, μέτρα «λιτότητας» (για τους εργαζομένους, όχι για τους εκατομμυριούχους). Αλλά το αποτέλεσμα ήταν η κοινωνική καταστροφή. Έτσι, η Ανατολική Ευρώπη μετατράπηκε σε περιφέρεια της Δύσης. Μια πρόσφατη σοβαρή μελέτη αποκαλύπτει ότι 80% των Ρουμάνων πιστεύουν «ότι τον καιρό του Τσαουσέσκου, τα πράγματα ήταν καλύτερα» (!). Θα μπορούσε άραγε κανείς να εντοπίσει μια καλύτερη ένδειξη για το βαθμό απονομιμοποίησης της λεγόμενης δημοκρατίας που χαρακτηρίζει την Ευρωπαϊκή Ένωση; Έμαθαν άραγε η λαοί το μάθημά τους; Θα αντιληφθούν ποτέ ότι η λογική του καπιταλισμού δεν είναι η κάλυψη της διαφοράς στο βιοτικό επίπεδο, αλλά αντιθέτως η εμβάθυνση των ανισοτήτων; Ποιος ξέρει;

Εάν η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της σύγκρουσης, είναι τόσο επειδή η Ελλάδα είναι μέρος της ευρωζώνης, όσο και επειδή ο λαός πίστευε ότι θα κατάφερνε να ξεφύγει από τη μοίρα των υπόλοιπων (πρώην «σοσιαλιστικών») Βαλκανικών χωρών. Οι «Έλληνες», πίστευαν ότι αφού απέφυγαν την ατυχία να κυβερνούνται από τους «κομμουνιστές» (ισχυροί πρωταγωνιστές κατά την διάρκεια του Β ‘Παγκοσμίου Πολέμου) – και χάριν των συνταγματαρχών! – δεν θα έπρεπε να πληρώσουν το κόστος που αναγκάστηκαν να πληρώσουν τα υπόλοιπα Βαλκάνια. Πίστευαν ότι η Ευρώπη και το ευρώ θα λειτουργούσαν διαφορετικά για αυτούς. Η ευρωπαϊκή αλληλεγγύη, και ιδιαίτερα των εταίρων της ευρωζώνης, παρόλο που εξασθενούσε αλλού (εκεί όπου το έγκλημα του «Κομμουνισμού» έπρεπε να τιμωρηθεί), εδώ θα μπορούσε να λειτουργήσει προς το συμφέρον τους.
 Οι Έλληνες έχουν απομείνει με τις συνέπειες της αφελούς τους αυταπάτης. Θα πρέπει να έχουν κατανοήσει τώρα ότι το σύστημα θα υποτιμήσει το επίπεδό τους σε αυτό των γειτονικών τους χωρών, των Βαλκανίων, της Βουλγαρίας και της Αλβανίας. Επειδή η λογική της ευρωζώνης δεν είναι διαφορετική από εκείνη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αντίθετα ενισχύει τη βία. Σε γενικές γραμμές, η λογική της καπιταλιστικής συσσώρευσης οξύνει τις ανισότητες ανάμεσα στα έθνη (και αυτό βρίσκεται στη καρδιά της αντίθεσης πυρήνα/περιφέρειας), ενώ η συσσώρευση που ελέγχεται από τα γενικευμένα μονοπώλια ενισχύει περαιτέρω αυτή τη εγγενή τάση του συστήματος.
 Ως αντεπιχείρημα, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι τα θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρέχουν τα μέσα για να διορθώσουν τις ενδο-ευρωπαϊκές ανισότητες μέσω της κατάλληλης χρηματοδοτικής στήριξης στις χώρες με καθυστερημένη ανάπτυξη. Και αυτή είναι η επικρατούσα άποψη στην κοινή γνώμη. Στην πραγματικότητα, η στήριξη αυτή (η οποία εκτός από τη γεωργία, ένα θέμα που είναι εκτός συζήτησης εδώ, διοχετεύεται κυρίως στην κατασκευή σύγχρονων υποδομών) είναι πολύ ανεπαρκής για να επιτρέψει την «κάλυψη της καθυστέρησης στην ανάπτυξη», αλλά ακόμα χειρότερα, διευκολύνει τη διείσδυση των γενικευμένων μονοπωλίων ενισχύοντας έτσι την τάση για άνιση ανάπτυξη μέσω ενός μεγαλύτερου ανοίγματος των εν λόγω οικονομιών. Επιπλέον, η βοήθεια αυτή έχει ως στόχο την ενίσχυση ορισμένων υπο-εθνικών περιοχών (για παράδειγμα Βαυαρία, Λομβαρδία, και Καταλονία) και ως εκ τούτου αποδυναμώνει την ικανότητα των εθνικών κρατών να αντισταθούν στις προσταγές των μονοπωλίων.
 Η ευρωζώνη σχεδιάστηκε για να επιδεινώσει ακόμη περισσότερο αυτή την κατάσταση. Η θεμελιώδης φύση της ορίζεται από το καταστατικό της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), η οποία δεν επιτρέπεται να δανείζει σε κράτη (ακόμη και σε ένα υπερεθνικό ευρωπαϊκό κράτος, εάν υπήρχε), αλλά μπορεί να δανείζει αποκλειστικά σε τράπεζες – με ένα εξωφρενικά χαμηλό επιτόκιο – που, με τη σειρά τους, αντλούν εισόδημα υπό τη μορφή ενός ποσοστού/μερίσματος από τις επενδύσεις τους σε εθνικά ομόλογα και έτσι ενισχύουν την κυριαρχία των γενικευμένων μονοπωλίων. Αυτό που αποκαλείται «χρηματοοικονομικοποίηση» (financialization) του συστήματος είναι εγγενές χαρακτηριστικό της στρατηγικής των μονοπωλίων αυτών. Από την αρχή είχα χαρακτηρίσει το σύστημα αυτό ως μη βιώσιμο, και καταδικασμένο να καταρρεύσει μόλις ο καπιταλισμός πληγεί από μια σοβαρή κρίση, κάτι που συμβαίνει σήμερα μπροστά στα μάτια μας.
 Είχα υποστηρίξει ότι η μόνη εναλλακτική λύση, η οποία θα μπορούσε να στηρίξει ένα σταδιακό και σταθερό Ευρωπαϊκό οικοδόμημα απαιτούσε τη διατήρηση των εθνικών νομισμάτων που θα συνδέονταν με ένα σύστημα καθορισμένων συναλλαγματικών ισοτιμιών το οποίο θα ήταν σχεδιασμένο ως μια σοβαρή διαπραγματευτική δομή συναλλαγματικών ισοτιμιών και βιομηχανικών πολιτικών. Και θα διαρκούσε, μέχρις ότου (και πολύ πιο μετά) η ωρίμανση των πολιτικών πολιτισμών θα επέτρεπε τη δημιουργία ενός συνομοσπονδιακού Ευρωπαϊκού κράτους, που δεν θα οδηγούσε στην εξόντωση των διάφορων εθνικών κρατών.
 Και έτσι η ευρωζώνη έχει περιέλθει σε μια προβλεπτή κρίση που πραγματικά απειλεί την ίδια της την ύπαρξή, όπως παραδέχτηκαν τελικά ακόμη και στις Βρυξέλλες. Κι αυτό, γιατί δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει καταστεί ικανή να διεξάγει οποιουδήποτε είδους ριζοσπαστική αυτο-κριτική που θα υπονοούσε υιοθέτηση ενός διαφορετικού συστήματος διαχείρισης του νομίσματος και εγκατάλειψη του φιλελευθερισμού, ο οποίος είναι εγγενής στις συνθήκες που εξακολουθούν να είναι σε ισχύ.
 Οι υπεύθυνοι που οδήγησαν το ευρωπαϊκό σχέδιο σε χρεοκοπία δεν είναι τα θύματα του – οι ευάλωτες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας – αλλά, αντίθετα, οι χώρες (δηλαδή, οι άρχουσες τάξεις των χωρών αυτών), που υπήρξαν οι ευεργετούμενοι του συστήματος, κυρίως η Γερμανία, της οποίας οι προσβολές έναντι του ελληνικού λαού φαντάζουν ακόμη πιο απεχθείς. Τεμπέληδες; Φοροφυγάδες; Η κυρία Lagarde ξεχνά ότι οι φοροφυγάδες είναι οι εφοπλιστές που προστατεύονται από τις ελευθερίες της παγκοσμιοποίησης (με τη στήριξη του ΔΝΤ). Το επιχείρημά μου δεν στηρίζεται στην αναγνώριση των συγκρούσεων μεταξύ εθνών, παρόλο που τα γεγονότα αυτό καταδεικνύουν. Στηρίζεται στην αναγνώριση της σύγκρουσης μεταξύ των γενικευμένων μονοπωλίων (τα οποία έχουν την έδρα τους αποκλειστικά στις χώρες του Ευρωπαϊκού κέντρου) και των εργαζομένων τόσο των ευρωπαϊκών κέντρων όσο και των περιφερειών, παρόλο που το κόστος των μέτρων λιτότητας που επιβάλλεται και στις δυο περιοχές προκαλεί εμφανώς πιο καταστρεπτικές επιπτώσεις στις περιφέρειες παρά στις κεντρικές χώρες.
 Το «γερμανικό μοντέλο», το οποίο εγκωμιάζεται από όλες τις δεξιές ευρωπαϊκές πολιτικές δυνάμεις, ακόμη και από ένα μεγάλο μέρος της αριστεράς, έχει εφαρμοστεί επιτυχώς στη Γερμανία, χάριν στη σχετική υπακοή των εργαζομένων της, οι οποίοι αποδέχονται να έχουν απολαβές 30% χαμηλότερες από αυτές των Γάλλων. Αυτή η υπακοή είναι σε μεγάλο βαθμό υπεύθυνη τόσο για την επιτυχία των γερμανικών εξαγωγών όσο και για την ισχυρή αύξηση των εισοδημάτων που καρπούνται τα γερμανικά γενικευμένα μονοπώλια. Πρέπει να αντιληφθούμε ότι αυτό το μοντέλο γοητεύει τους πιστούς υπερασπιστές του κεφαλαίου!
 Τα χειρότερα, λοιπόν, έπονται : με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απότομα ή σταδιακά, το ευρωπαϊκό σχέδιο θα καταρρεύσει, ξεκινώντας από την ευρωζώνη. Τότε θα επανέλθουμε στο σημείο εκκίνησης: στο 1930. Θα έχουμε τότε μια ζώνη επικράτησης του μάρκου περιορισμένη στη Γερμανία και στις χώρες στις οποίες ασκεί ηγεμονία: αυτές που συνορεύουν στα ανατολικά και στα νότια της. Θα έχουμε την Ολλανδία και Σκανδιναβία, που θα είναι αυτόνομες αλλά πρόθυμες να συμμορφωθούν. Θα έχουμε τη Μεγάλη Βρετανία της οποίας ο ατλαντισμός θα την απομακρύνει ακόμα περισσότερο από τις περιπέτειες της ηπειρωτικής πολιτικής, μια απομονωμένη Γαλλία (όπως την περίοδο του De Gaulle ή του Vichy), και την Ισπανία και Ιταλία που θα είναι επισφαλείς και ασταθείς. Θα έχουμε δηλαδή ό,τι χειρότερο και από τους δύο κόσμους: από τη μία πλευρά, οι Εθνικές Ευρωπαϊκές κοινωνίες θα είναι υποταγμένες στις προσταγές των γενικευμένων μονοπωλίων που θα συνοδεύονται από τον διεθνοποιημένο «φιλελευθερισμό» και από την άλλη, οι άρχουσες πολιτικές δυνάμεις θα προσφεύγουν ακόμα περισσότερο, αναλόγως της αδυναμίας τους, στη «εθνικιστή» δημαγωγία.

Αυτό το είδος πολιτικής ηγεμονίας θα ενίσχυε σημαντικά τις πιθανότητες της άκρας δεξιάς. Θα είχαμε δηλαδή (ή μήπως ήδη έχουμε;) αναβίωση των οπαδών του Πιλσούντσκι1, του Χόρτι2, τους βαρόνους της Βαλτικής, τους νοσταλγούς του Φράνκο και του Μουσολίνι, και του Charles Maurass3. Οι φαινομενικά «εθνικιστικές» ομιλίες των ακροδεξιών είναι ψευδείς, διότι αυτές οι πολιτικές δυνάμεις (ή, τουλάχιστον, οι ηγέτες τους) όχι μόνο αποδέχονται γενικά τον καπιταλισμό, αλλά και την μόνη μορφή που μπορεί να πάρει, τον γενικευμένο μονοπωλιακό καπιταλισμό. Ο αυθεντικός «εθνικισμός» σήμερα μπορεί να καταστεί λαϊκός μόνο με την πραγματική έννοια της λέξης, δηλαδή να υπηρετεί το λαό και όχι να τον εξαπατά. Ο όρος «εθνικισμός» θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή και ίσως θα ήταν καλύτερα να αντικατασταθεί από τον όρο «διεθνισμός των λαών και των εργαζομένων.» Αντίθετα, η ρητορική των ακροδεξιών περιορίζει το εθνικιστικό ζήτημα σε μια βίαιη, σοβινιστική ρητορεία που χρησιμοποιείται εναντίον των μεταναστών και των αθίγγανων, οι οποίοι θεωρούνται η πηγή του κακού. Αυτή η δεξιά δεν παραλείπει να επιρρίπτει με μίσος ευθύνες στους φτωχούς, ως υπεύθυνους για την ανέχειά τους και για κατάχρηση ωφελημάτων της «κρατικής πρόνοιας».
Και έτσι τελικά, η πεισματική εμμονή για προάσπιση του ευρωπαϊκού σχεδίου, ακόμη και εν μέσω κρίσης, οδηγεί στην καταστροφή του.
 Υπάρχει μια λιγότερο οδυνηρή εναλλακτική επιλογή; Κατευθυνόμαστε προς ένα νέο κύμα προοδευτικών κοινωνικών μετασχηματισμών; Σίγουρα υπάρχει, αφού εξακολουθούν να υπάρχουν περισσότερες από μία εναλλακτικές λύσεις. Όμως θα πρέπει πρώτα να διευκρινιστούν οι απαιτούμενες συνθήκες για την επιτυχία της όποιας από τις πιθανές εναλλακτικές λύσεις. Είναι αδύνατον να επιστρέψουμε σε προηγούμενη φάση της καπιταλιστικής ανάπτυξης, δηλ. σε περίοδο πριν από την συγκέντρωση του καπιταλιστικού ελέγχου. Μπορούμε να προχωρήσουμε μόνο μπροστά, ξεκινώντας από το αρχικό στάδιο της συγκέντρωσης του καπιταλιστικού έλεγχου, κατανοώντας ότι έφτασε η ώρα για την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών». Δεν υπάρχει άλλη βιώσιμη προοπτική που να είναι εφικτή. Τούτων λεχθέντων, η πρόταση αυτή δεν αποκλείει τη διεξαγωγή αγώνων που σταδιακά θα οδηγήσουν προς αυτή την κατεύθυνση. Αντιθέτως, απαιτεί τον καθορισμό ενός στρατηγικού στόχου για κάθε στάδιο του αγώνα και την εφαρμογή μιας αποτελεσματικής τακτικής. Χωρίς τον καθορισμό στρατηγικών και τακτικών δράσης σε διαφορετικά στάδια είμαστε καταδικασμένοι στην επανάληψη εύκολων και αναποτελεσματικών συνθημάτων όπως: «Κάτω ο καπιταλισμός!»
 Σε αυτό το πνεύμα και σε σχέση με την Ευρώπη, μια πρώτη αποτελεσματική κίνηση – η οποία ίσως ήδη παίρνει μορφή – ξεκινά από την αμφισβήτηση των λεγόμενων πολιτικών λιτότητας που συνδέονται με την αύξηση αυταρχικών και αντιδημοκρατικών πολιτικών. Ο στόχος επανενεργοποίησης της οικονομικής ανάκαμψης, παρά την ασάφεια του όρου (επανενεργοποίηση με ποιες δραστηριότητες και με ποια μέσα;), φυσιολογικά συνδέεται με αυτό.
 Αλλά πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αυτή η πρώτη κίνηση θα έρθει σε σύγκρουση με το υφιστάμενο σύστημα διαχείρισης του ευρώ από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ). Κατά συνέπεια, δεν διαβλέπω καμία άλλη εναλλακτική από «την έξοδο από το ευρώ» μέσω της επαναφοράς της νομισματικής κυριαρχίας των ευρωπαϊκών κρατών. Τότε, και μόνο τότε, θα μπορούσε να υπάρξει περιθώριο για ελιγμούς, που θα απαιτούσαν τη διαπραγμάτευση μεταξύ των ευρωπαίων εταίρων και, στην συνέχεια την αναθεώρηση των νομικών εγγράφων σύστασης των Ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων. Τότε, και μόνο τότε, θα μπορούσαν να ληφθούν μέτρα που θα σκιαγραφούσαν την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων.

Οραματίζομαι, για παράδειγμα, τον διαχωρισμό τραπεζικών λειτουργιών ή ακόμη και την κρατικοποίηση των τραπεζών που έχουν προβλήματα, τη μείωση του ελέγχου των μονοπωλίων επάνω σε μικρούς και μεσαίους επιχειρηματίες και αγρότες, την υιοθέτηση έντονα προοδευτικών φορολογικών κωδικών, την απαλλοτρίωση των εγκαταστάσεων εταιρειών και επιχειρήσεων προς όφελος των εργαζομένων τους και των τοπικών κυβερνήσεων, τη διεύρυνση εμπορικών, βιομηχανικών, και οικονομικών εταίρων μέσω νέων εμπορικών συμφωνιών, κύρια με τις αναδυόμενες χώρες του Νότου, κλπ. Όλα αυτά τα μέτρα απαιτούν τη διασφάλιση της εθνικής οικονομικής κυριαρχίας και κατά συνέπεια, ανυπακοή στους ευρωπαϊκούς κανόνες που τα απαγορεύουν. Διότι είναι προφανές ότι οι πολιτικές συνθήκες που θα επέτρεπαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν μπορούν να υπάρξουν σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση ταυτόχρονα. Τέτοιο θαύμα δεν θα συμβεί ποτέ. Έτσι, πρέπει να αποδεχτούμε ότι από κάπου πρέπει να αρχίσουμε, οπουδήποτε, εκεί όπου μπορούμε, σε μία ή περισσότερες χώρες. Είμαι πεπεισμένος ότι μόλις τεθεί αυτή η διαδικασία σε εξέλιξη θα μεταδοθεί γρήγορα, όπως το φαινόμενο χιονοστιβάδας.
 Σε αυτές τις προτάσεις (που αρχικά διαμορφώθηκαν, εν μέρει τουλάχιστον, από τον Πρόεδρο François Hollande) οι πολιτικές δυνάμεις που υπηρετούν τα γενικευμένα μονοπώλια αντιπαραθέτουν ήδη προτάσεις που εκμηδενίζουν την σημασία τους: «επανενεργοποίηση της ανάπτυξης καθιστώντας τα πάντα πιο ανταγωνιστικά, σεβόμενοι όμως την ελευθερία και διαφάνεια των αγορών «. Αυτά δεν τα λέει μόνο η Μέρκελ, τα ακούμε επίσης από τους σοσιαλδημοκράτες αντιπάλους της και από τον πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Draghi. Αλλά πρέπει να κατανοήσουμε και να το λέμε ότι «ελεύθερες και διαφανείς αγορές» δεν υπάρχουν. Οι αγορές, από τη φύση τους αδιαφανείς, αποτελούν αποκλειστικό τομέα των εμπορικά αντικρουόμενων μονοπωλίων. Έχουμε να κάνουμε με μια ανειλικρινή ρητορική που πρέπει να καταγγελθεί συνολικά. Οποιαδήποτε προσπάθεια για βελτίωση της διαχείρισης των αγορών – μέσω προτάσεων για κανόνες «ρύθμισής» τους – αφού τις έχεις κατ’ ουσίαν αποδεχτεί, δεν οδηγεί πουθενά. Αυτό θα σήμαινε να ζητήσουμε από τα γενικευμένα μονοπώλια – τους δικαιούχους του συστήματος στο οποίο κυριαρχούν – να στραφούν ενάντια στα συμφέροντά τους. Ξέρουν πώς να εξουδετερώσουν τους όποιους ρυθμιστικούς κανόνες που θεωρητικά θα επιβάλλονταν σε αυτούς.
 Ο εικοστός αιώνας δεν χαρακτηρίζεται μόνο από πολλούς βίαιους πολέμους που ποτέ άλλοτε δεν είχε γνωρίσει η ανθρωπότητα, κυρίως εξαιτίας των συγκρούσεων μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. Σημαδεύτηκε ταυτόχρονα, από τεράστια επαναστατικά εθνικά και λαϊκά κινήματα στη περιφέρεια του καπιταλισμού της εποχής εκείνης. Αυτές οι επαναστάσεις μετασχημάτισαν με γρήγορο ρυθμό τη Ρωσία, την Ασία, την Αφρική, τη Λατινική Αμερική και, συνεπώς, αποτέλεσαν το σημαντικότερο δυναμικό παράγοντα για τον μετασχηματισμό του κόσμου. Στον πυρήνα, όμως, του ιμπεριαλιστικού συστήματος βρήκαν, στη καλύτερη περίπτωση, μόνο μια αδύναμη ηχώ. Οι αντιδραστικές φιλο-ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, στις χώρες που μετατράπηκαν σε τριάδα του σύγχρονου συλλογικού ιμπεριαλισμού, κατάφεραν να διατηρήσουν τον πολιτικό έλεγχο των κοινωνιών τους που τους επιτρέπει να συνεχίσουν την πολιτική ελέγχου και αναχαίτισης του πρώτου κύματος νικηφόρων αγώνων για τη χειραφέτηση της πλειοψηφίας της ανθρωπότητας.
 Η ανεπάρκεια διεθνισμού μεταξύ των εργαζομένων και των λαών υπήρξε η πηγή του διπλού δράματος του εικοστού αιώνα: από τη μια πλευρά, η εξάντληση των κινημάτων που ξεκίνησαν στις περιφέρειες (οι πρώτες εμπειρίες σοσιαλιστικής προοπτικής, το πέρασμα από την αντι-ιμπεριαλιστική απελευθέρωση στην κοινωνική απελευθέρωση) και, από την άλλη, τα Ευρωπαϊκά σοσιαλιστικά κινήματα που ανασυντάχθηκαν με το μέρος του καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού μετά τη μετατόπιση της σοσιαλδημοκρατίας σε κοινωνικό φιλελευθερισμό.

Αλλά ο θρίαμβος του καπιταλισμού – που μετατράπηκε σε καπιταλισμό γενικευμένων μονοπωλίων – αποδείχτηκε ότι είχε μικρή διάρκεια (1980 – 2008;). Οι δημοκρατικοί και κοινωνικοί αγώνες που διεξάγονται σε όλο τον κόσμο, όπως και ορισμένες πολιτικές στις αναδυόμενες χώρες, θέτουν υπό αμφισβήτηση το σύστημα κυριαρχίας των γενικευμένων μονοπωλίων και σκιαγραφούν ένα δεύτερο κύμα παγκόσμιου μετασχηματισμού. Αυτοί οι αγώνες και οι συγκρούσεις αφορούν κάθε κοινωνία του πλανήτη, τόσο στο Βορρά όσο και στο Νότο. Διότι, στην προσπάθεια διασφάλισης της εξουσίας του, ο σύγχρονος καπιταλισμός είναι υποχρεωμένος να επιτίθεται ταυτόχρονα σε κράτη, έθνη, και εργαζόμενους του Νότου (να εκμεταλλεύεται βάναυσα την εργατική τους δύναμη και να καταχράται τους φυσικούς τους πόρους) καθώς και τους εργαζόμενους του Βορρά που εξαναγκάζονται να ανταγωνιστούν τους εργάτες του Νότου.
 Κατά συνέπεια, οι αντικειμενικές συνθήκες για διεθνοποίηση των αγώνων υπάρχουν. Αλλά έχουμε ακόμη απόσταση να διανύσουμε μέχρι να προχωρήσουμε από την ύπαρξη των αντικειμενικών συνθηκών στην ενεργοποίηση τους μέσω πολιτικών υποκειμένων, φορέων κοινωνικού μετασχηματισμού. Δεν έχουμε καμία πρόθεση να λύσουμε αυτό το θέμα με μεγάλες, εύκολες φράσεις κενές περιεχομένου. Αναπόφευκτη προϋπόθεση για την διεξαγωγή μίας γόνιμης συζήτησης σχετικά με τις πιθανές μελλοντικές προοπτικές είναι μια βαθιά μελέτη των συγκρούσεων μεταξύ των αναδυόμενων κρατών και των χωρών του ιμπεριαλισμού της τριάδας καθώς και της πραγμάτωσής τους στις δημοκρατικές και κοινωνικές απαιτήσεις των εργαζομένων στις χώρες που συμμετέχουν, μια βαθιά μελέτη των, εν εξελίξει, εξεγέρσεων στις χώρες του Νότου, των περιορισμών τους και των πιθανών τους εξελίξεων, και τέλος μια βαθιά μελέτη των αγώνων που διεξάγουν οι λαοί της Ευρώπης και της Αμερικής.
 Η έξοδος από το έλλειμμα διεθνισμού δεν διαφαίνεται κοντά στο μέλλον. Μήπως, το δεύτερο κύμα των αγώνων για μετασχηματισμό του κόσμου θα είναι μια απλή επανάληψη του πρώτου; Όσον αφορά στην Ευρώπη, το αντικείμενο του προβληματισμού μας, δηλαδή, η αντι-ιμπεριαλιστική διάσταση, παραμένει απούσα από τη συνείδηση τόσο των πρωταγωνιστών των αγώνων, όσο και από τις στρατηγικές που αναπτύσσουν – όταν έχουν στρατηγικές. Αυτήν την παρατήρηση την θεωρώ πολύ σημαντική και για αυτό το λόγο ήθελα να ολοκληρώσω την ανάλυση μου με αυτή την σκέψη, σχετικά με την «Θέαση της Ευρώπης από έξω».
 ΣΗΜΕΙΩΣΗ:
 Το άρθρο αυτό αναφέρεται σε θεμελιώδεις έννοιες της ανάλυσης μου όσον αφορά στον σύγχρονο καπιταλισμό και της κρίσης του. Τα επιχειρήματα (μόνο συμπεράσματα δίνονται εδώ) αναπτύσσονται στα πιο πρόσφατα ερευνητικά μου έργα:
 Au-delà du capitalisme sénile, 2002 ; Obsolescent Capitalism, 2003
 Pour un monde multipolaire, 2005 ; Beyond US hegemony, 2006
 Du capitalisme à la civilisation, 2008 ; From Capitalism to civilization, 2010
 La crise, sortir de la crise du capitalisme ou sortir du capitalisme en crise, 2008 ; Ending the crisis of capitalism or ending capitalism, 2010

La loi de la valeur mondialisée, 2011 ; The law of worldwide value, 2010
 Στα πιο κάτω άρθρα μου γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στις έννοιες των γενικευμένων μονοπωλίων του καπιταλισμού, του συλλογικού ιμπεριαλισμού της τριάδας, του ιστορικού καπιταλισμού και στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του – τη συσσώρευση μέσω αποστέρησης από τους λαούς, καθώς επίσης και στις έννοιες δικλείδες ασφαλείας για τη μετανάστευση στις Αμερικάνικες ηπείρους που επέτρεψε την ανάπτυξη του ιστορικού καπιταλισμού, στην υπεραξία στον μονοπωλιακό καπιταλισμό και στα ιμπεριαλιστικά κέρδη των πολυεθνικών, στις δύο μεγάλες διαρθρωτικές κρίσεις του μονοπωλιακού καπιταλισμού και των απαντήσεων που δόθηκαν στην κάθε μια, στη σύγκρουση Βορρά-Νότου και τη σύγκρουση μεταξύ των αναδυόμενων χώρων και της ιμπεριαλιστικής τριάδας, στα δύο μεγάλα κύματα αντι-ιμπεριαλιστικών (η αφύπνιση του Νότου) και αντι-καπιταλιστικών (οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις) αγώνων και συγκρούσεων που πραγματοποιήθηκαν στον εικοστό αιώνα και βρίσκονται σε εξέλιξη στο εικοστό πρώτο:
 Capitalism, a parenthesis in history, Monthly Review 2009.
 The battlefields chosen by contemporary imperialism, Kasarinlan Philippine Journal of Third World Studies, 2009.
 The trajectory of historical capitalism, Monthly Review 2011.
 Audacity, site Pambazuka 01/12/2011.
 Capitalisme transnational ou impérialisme collectif? Recherches Internationales, 2011.
 The Centre will not held, the rise and decline of liberalism, Monthly Review 2012.
 The surplus in Monopoly Capitalism and the imperialist rent, Monthly Review 2012.
 The South challenges globalization, site Pambazuka 05/04/2012.
 Η κριτική ανάλυση του ευρωπαϊκού οικοδομήματος και της διαχείρισης του ευρώ, αντικείμενα ανάλυσης του παρόντος άρθρου, πρέπει να τεθούν σε παγκόσμιο επίπεδο. Για τις εξελίξεις σχετικά με τα εν λόγω ζητήματα διαβάστε:
 The fading European project {L’effacement du projet européen (Au-delà du capitalisme sénile, 2002 ; από σελίδα 110 και εντεύθεν).}
 The European project on shifting sands {Les sables mouvants du projet européen (Pour un monde multipolaire, 2005 ; από τη σελίδα 22 και εντεύθεν).}
 The European project called into question {Le projet européen remis en question (Du capitalisme à la civilisation, 2008 ; από σελίδα 151 και εντεύθεν).}Impossible to manage the euro {L’impossible gestion de l’euro, site Pambazuka 06/07/2010.}
 Η παραπομπή στη μελέτη για την κοινή γνώμη στη Ρουμανία στηρίχθηκε σε προφορική αναφορά ενός συμμετέχοντα από τη Ρουμανία στο Βαλκανικό Κοινωνικό Φόρουμ (Ζαγκρέπ, Μάιος 2012).
 ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1 Πιλσούντσκι, Γιόζεφ Κλέμενς (Jόsef Klemens Pilsudski, 1867 – 1935). Πολωνός στρατιωτικός και πολιτικός, πρώτος πρόεδρος του ανεξάρτητου κράτους της Πολωνίας (1918-22). Στρατάρχης το 1920, ανέλαβε την ηγεσία των στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά τον πόλεμο εναντίον των μπολσεβίκων και το 1922 αποσύρθηκε από την πολιτική. Ξαναγύρισε στην εξουσία το 1926, μετά από ένα στρατιωτικό πραξικόπημα στη Βαρσοβία ως υπουργός Άμυνας μέχρι τον θάνατό του. Ο Πιλσούντσκι ήταν μέχρι το τέλος της ζωής του ο πραγματικός κυρίαρχος της Πολωνίας, την οποία διοίκησε χάρη στη βοήθεια του στρατού και των συντηρητικών πολιτικών κύκλων, περιορίζοντας στο έπακρο τη δράση της Βουλής.
 2 Χόρτι ντε Ναγκιμπάνια, Μίκλος (Miklos Horthy de Nagybanyai, 1868 – 1957). Ούγγρος ναύαρχος και πολιτικός. Το 1919 διορίστηκε υπουργός Πολέμου και από τη θέση αυτή έπαιξε κεντρικό ρόλο στην ανατροπή της κομμουνιστικής κυβέρνησης του Μπέλα Κουν (1920). Στη συνέχεια διορίστηκε αντιβασιλιάς και αρχηγός του κράτους, εφαρμόζοντας άκρως συντηρητική και αυταρχική πολιτική. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο τάχθηκε και υποστήριξε τις δυνάμεις του Άξονα μέχρι την εισβολή των Ρωσικών στρατευμάτων στη χώρα του, το 1944, οπότε και υπέγραψε χωριστές συμφωνίες.
 3 Μορας, Τσαρλς (Charles Maurras, 1868 – 1952). Γάλλος συγγραφέας και πολιτικός θεωρητικός, με σημαντική επιρροή στη διανόηση των αρχών του 20ου αιώνα. Οι ιδέες του για τον ‘ενιαίο εθνικισμό’ υπήρξαν πρόδρομος των ιδεών του φασισμού. Το 1899 ίδρυσε την ακροδεξιά ομάδα L’ Action Français. Το 1945 καταδικάστηκε σε ισόβια επειδή υποστήριξε τον στρατιωτικό Pétain κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
13/01/2013

Εφημερίδα των συντακτών

Ολοκήρωτισμός και βίαια Ομοσπονδοιοποίηση της Ε.Ε.



Απ’ότι δείχνουν τα πράγματα, η Ευρώπη προχωράει προς μια βίαιη ομοσπονδιοποίηση, η οποία μετατρέπει την ΕΕ σε μια νεοφιλελεύθερη οικονομική αυτοκρατορία. Οι εξαντλητικές πολιτικές λιτότητας, εσωτερικής υποτίμησης και συρρίκνωσης του κοινωνικού κράτους λειτουργούν καθαρά προσχηματικά, ως τρόποι αντιμετώπισης του δημοσιονομικού χρέους. Είναι παραπάνω από ξεκάθαρο ότι το μεγάλο τραπεζικό και εταιρικό κεφάλαιο προσπαθεί να επιβάλει τους όρους προς όφελός του, αδιαφορώντας για την κοινωνική και δημοσιονομική καταστροφή.
Με αφορμή την κρίση, καταργούνται βασικές προϋποθέσεις βάσει των οποίων χτίστηκε το Ευρωπαϊκό οικοδόμημα. Μία από αυτές είναι η υποτιθέμενη ισοτιμία των κρατών-μελών ειδικότερα στην περιοχή της ευρωζώνης. Αποδεικνύεται ότι η συμμετοχή στο κοινό νόμισμα ήταν απλά ένας μηχανισμός ο οποίος μακροπρόθεσμα λειτούργησε κυρίως προς την κατεύθυνση επιβολής των επιθυμητών νεοφιλελεύθερων πολιτικών κυρίως από το Γερμανικό τραπεζικό κεφάλαιο, το οποίο επιβάλει ουσιαστικά όλες τις αποφάσεις διαχείρισης της κρίσης εντός της ευρωζώνης μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και των μηχανισμών χρηματοπιστωτικού ελέγχου, εκφυλίζοντας παράλληλα, όλο και πιο πολύ, την ισχύ των πολιτικών Ευρωπαϊκών θεσμών.
Η βίαιη ομοσπονδιοποίηση έχει σαν στόχο την ολοκληρωτική επικράτηση της οικονομικής διαχείρισης της ενιαίας αγοράς, εξαφανίζοντας ταυτόχρονα κάθε δυνατότητα θεσμικής πολιτικής παρέμβασης προς όφελος των Ευρωπαϊκών λαών. Η ΕΚΤ αναλαμβάνει εξολοκλήρου την αγορά κρατικών ομολόγων με τις ενέργειες Ντράγκι, καθώς όλο και περισσότερα κράτη-μέλη αποκλείονται συστηματικά από τις διεθνείς αγορές. Δεν είναι τυχαίο το ότι η ΕΚΤ ανακοίνωσε ότι θα παράσχει ρευστότητα στην Κύπρο στο πλαίσιο των υφιστάμενων κανόνων. Το αντάλλαγμα είναι η περαιτέρω διάλυση των κρατικών θεσμών και των εργασιακών δικαιωμάτων, απορρύθμιση της αγοράς, εξαφάνιση του κοινωνικού κράτους, εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, αρπαγή ενεργειακών κοιτασμάτων, νέα μέτρα λιτότητας και εσωτερικής υποτίμησης.
Αυτό δεν είναι Ευρώπη. Το είπε ο ίδιος ο Σαμαράς στους Ευρωπαίους ηγέτες στη σύνοδο κορυφής (έτσι δήλωσε τουλάχιστον) τον περασμένο Οκτώβριο, αλλά παρ’όλα αυτά συνεχίζει να εφαρμόζει πιστά τις πολιτικές που του επιβάλουν. Είναι η καλύτερη απόδειξη ότι είναι όμηρος των ηγετών του σκληρού πυρήνα, οι οποίοι με τη σειρά τους είναι όμηροι του μεγάλου κεφαλαίου που τους επιβάλει αυτές τις πολιτικές. Αποδεικνύονται πολύ λίγοι απέναντι στην Ουμανιστική Ευρωπαϊκή κληρονομιά, που την θυσιάζουν απροκάλυπτα στον βωμό των πλασματικών οικονομικών δεικτών.
Μόνο οι Ευρωπαϊκοί λαοί μπορούν δυναμικά και μαζικά να ανατρέψουν αυτή την κατάσταση και να διεκδικήσουν την επιστροφή της Ευρώπης στις πραγματικές της αξίες.

system failure
απο τις anixneuseis.gr 
            (που το πάει η Ευρώπη)

Λάρισα: Πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο την Παρασκευή

Λάρισα: Πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο την Παρασκευή

Λάρισα: Πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο την Παρασκευή

Πρώτη καταχώρηση: Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013, 11:57
Πανεκπαιδευτικό - Πανθεσσαλικό συλλαλητήριο θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή στην Πλατεία Ταχυδρομείου της Λάρισας στις 18.00 το απόγευμα. Στο συλλαλητήριο αναμένεται «να αναδειχθούν τα προβλήματα που δημιουργούν οι πολιτικές της λιτότητας και των περικοπών κονδυλίων στην εκπαίδευση και επιδεινώνουν την καθημερινή κατάσταση των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων γενικότερα» όπως αναφέρεται στο κάλεσμα.
Στο συλλαλητήριο καλούνται να συμμετάσχουν οι εκπαιδευτικοί πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης.
Πηγή: press-a.gr

Ο φίλος μου κρεμάστηκε!

Αντίο σ έναν φίλο που τον «κρέμασαν» οι τοκογλύφοι

Όπως συνηθίζουμε τα απογεύματα με τα μικρά μας έτσι και το απόγευμα την Δευτέρας κάναμε έναν περίπατο στον πεζόδρομο της Νικολαϊδου στην παραλία της Ελευσίνας! Πρώτη αναγκαία στάση στο περίπτερο ! Μπαμπά σοκολάτα μου λέει ο Κωνσταντίνος! Μπαμπά θέλω και γω , μου φωνάζει απ αριστερά μου η Λυδία. Μισό ... παιδιά να πάρω παραγγελίες τους λέω χαμογελώντας να μην μπερδέψουμε τον περιπτερά...(γέλια)

Βγάζω να πληρώσω...
- Κώστα κερνάμε καφεδάκι! Ακούω μια φωνή από πίσω μου... Γυρίζω και βλέπω τον καλό φίλο και γείτονα τον Κώστα.

15 χρόνια μαχητής, 15 χρόνια καταστηματάρχης "λαμπάδα''... μεγαλώσαμε μαζί ... Εγώ πλέον πατέρας με τέσσερα παιδιά... Αυτός στυλοβάτης στο μαγαζί του...
- Σ ευχαριστώ Κώστα μου, του απάντησα, να τα κάνω μια βόλτα γιατί είχαμε στενοχώρια σήμερα με τον μικρό (τον Κωνσταντίνο) τρέχαμε στα εφημερεύοντα λόγω κοιλιάς, να ξεχαστούν λίγο !
- Περαστικά! μου εύχετε ο φίλος μου...
-Όποτε θέλετε ελάτε... θα σας περιμένουμε! Κωνσταντίνε δεν πονάς; ρώτησε τον γιο μου.
Ο μικρός κρύφτηκε κάτω από το μπουφάν μου. Ντράπηκε...

Σήμερα το πρωί ο φίλος μου που επί 15 και πλέον χρόνια λέγαμε τις καλημέρες μας τις καλησπέρες μας και κράζαμε το δημοτικό σύστημα της πόλης που καταδίκασε τα μαγαζιά στον "νεκροπεζόδρομο"της Νικολαίδου στην Ελευσίνα να βάζουν λουκέτο το ένα πίσω απ τα αλλο, βρέθηκε κρεμασμένος μέσα στο μαγαζί που πιστά υπηρέτησε όλα τα χρόνια του!

Ο φίλος μου κρεμάστηκε!

Ο Κώστας ο Παντελίδης έναν καθαρό παιδί που όταν χρειάστηκε στάθηκε απέναντι, στην τρομοκρατία της νύχτας και έφτυσε στα μούτρα τα μπραβόνια της πόλης του Στεφανάκου, αλλά και σε όσους αγωνίστηκαν να τον κλείσουν δεν άντεξε άλλο!
Πιέστηκε πολύ... Και αποφάσισε να φύγει!
Λυπάμαι πάρα πολύ που έχασα την ευκαιρία φίλε μου...
Έπρεπε την Δευτέρα να έρθω στο κάλεσμα σου ίσως κάτι να καταλάβαινα... ίσως κάτι να μου έλεγες όπως πάντα και να σε τράβαγα από κάτω...

Η αστυνομία ας μην βιάζετε να βγάλει συμπεράσματα...
Ο Παντελίδης δεν είχε ψυχολογικά... Αλλεργία στις απειλές και στους τοκογλύφους συνεταίρους λαθρέμπορους είχε. Εκεί ψάξτε αν ... θέλετε την αλήθεια!
(Κώστας Μιλόβας)

"Η Κύπρος έχει λύσεις, πολιτικό ηγέτη δεν έχει"

AΡΘΡΟ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΕΛΑΣΤΙΚ

Υπερήφανους έκανε όλους τους Ελληνες η κυπριακή Βουλή. Το νέο «Οχι» που είπε στους Γερμανούς πέρασε ήδη στις κορυφαίες στιγμές του ελληνισμού και συγκλόνισε συθέμελα την Ευρωζώνη. Φάρος ελπίδας αντίστασης για όλους τους λαούς της Ευρώπης και ιδίως για εκείνους που οι γερμανόδουλες κυβερνήσεις τους τους έχουν παραδώσει στον ανηλεή ζυγό του Τέταρτου Ράιχ της Γερμανίας.
Αφρίζουν από λύσσα εναντίον της Κύπρου, της ασήμαντης «κουκίδας», όπως την αποκάλεσε περιφρονητικά ο Β. Σόιμπλε.
Δεν ξέρουν πού να κρυφτούν από την ντροπή τους οι Ελληνες κυβερνητικοί βουλευτές που υπερψηφίζουν αγεληδόν τα κάθε είδους μνημόνια και τους εφαρμοστικούς νόμους τους, γνωρίζοντας ότι η κατακραυγή του λαού τους περιμένει, αν τολμήσουν να κυκλοφορήσουν στους δρόμους.
Οι παρ' ημίν «γερμανοτσολιάδες» εύχονται ενδομύχως να χρεοκοπήσει και να καταστραφεί παντελώς η κυπριακή οικονομία, να βυθιστεί στη δυστυχία ο κυπριακός λαός, νομίζοντας ότι τότε θα «δικαιωθεί» η εθελόδουλη και «σώφρων» δική τους πολιτική στάση.
Πλανώνται πλάνην οικτράν.
Δεν υποτιμούμε τους κινδύνους που απειλούν την Κύπρο. Δεν υποβαθμίζουμε την καταστρεπτική δύναμη του γερμανικού ιμπεριαλισμού και την πολιτική σημασία που έχει για το Βερολίνο η συντριβή των Κυπρίων, ώστε να μην τολμήσει άλλος λαός να ακολουθήσει το παράδειγμα της γενναίας στάσης τους.
Η Κύπρος όμως έχει επιλογές λύσεων επιβίωσής της χωρίς την υπαγωγή της στον γερμανικό ζυγό μέσω μνημονίου. Επιπροσθέτως η γεωγραφική της θέση εγγύς της Μέσης Ανατολής και τα κοιτάσματα φυσικού αερίου τής επιτρέπουν να αναζητήσει τη βοήθεια μεγάλων δυνάμεων, όπως οι ΗΠΑ και πρωτίστως η Ρωσία, μετατρέποντας την επιθετικότητα της Γερμανίας εναντίον της σε παγκόσμιο γεωπολιτικό παιχνίδι.
Το δυστύχημα για την Κύπρο είναι ότι ο λαός της αυτή την κρίσιμη εποχή εξέλεξε Πρόεδρο τον Νίκο Αναστασιάδη, τον μοιραίο άνθρωπο που την Παρασκευή τη νύχτα συμφώνησε με το γερμανικό σχέδιο καταβαράθρωσης της οικονομίας του νησιού μέσω της καταλήστευσης των καταθέσεων στις κυπριακές τράπεζες. Η κυπριακή Βουλή απέτρεψε τη διάπραξη του εγκλήματος από τον Αναστασιάδη.
Η ζημιά όμως που πρόλαβε αυτός να κάνει είναι τεράστια και ανεπανόρθωτη. Η κατάσταση για την κυπριακή οικονομία είναι ασύγκριτα δυσκολότερη σήμερα από όσο μια βδομάδα νωρίτερα. Παρ' όλα αυτά, η Λευκωσία έχει λύσεις.
Θεωρητικά μιλώντας, η πρώτη λύση είναι η εσωτερική. Βάσει των προσωρινών στοιχείων της ΕΕ, το ΑΕΠ της Κύπρου το 2012 ήταν 17,5 δισ. ευρώ και το δημόσιο χρέος 16,3 δισ. ευρώ (93% του ΑΕΠ).
Στις κυπριακές τράπεζες υπάρχουν καταθέσεις Κυπρίων που ανέρχονται στα 32 δισ. ευρώ, σχεδόν διπλάσιες του ΑΕΠ του νησιού. Αν μάλιστα σε αυτά προστεθούν και τα 17 δισ. ευρώ καταθέσεων Ελλήνων σε κυπριακές τράπεζες στο νησί, τότε δημιουργείται μια ισχυρή οικονομική βάση, που μπορεί κατά πολλούς τρόπους να αξιοποιηθεί.
Επιπροσθέτως, είναι πολύ ισχυρή η συνεισφορά της κυπριακής Εκκλησίας, η οποία κατά δήλωση του Αρχιεπισκόπου Χρυσόστομου είναι πρόθυμη να υποθηκεύσει όλη την υποθηκεύσιμη περιουσία της για να βοηθήσει την εθνική ανόρθωση.
Δεδομένου ότι το κράτος της Κύπρου δεν χρειάζεται περισσότερα από 2-3 δισ. ευρώ όλα κι όλα για να αντιμετωπίσει τις ανάγκες του και η ανακεφαλαιοποίηση των κυπριακών τραπεζών ενδέχεται να μην κοστίσει πάνω από 5 δισ. ευρώ, η κατάσταση είναι χειρίσιμη.
Προϋπόθεση είναι βεβαίως η λήψη διοικητικών μέτρων που για ένα χρονικό διάστημα δεν θα επιτρέψουν την απότομη και μαζική φυγή των καταθέσεων. Η δεύτερη λύση, εξωτερικού χαρακτήρα, είναι η ισχυρή στροφή της Λευκωσίας προς τη Ρωσία. Πρακτικά αυτό σημαίνει ένα ευρύ πακέτο μέτρων.
Ενδεικτικά, τα μέτρα αυτά θα μπορούσαν να συμπεριλαμβάνουν την αγορά μίας ή δύο κυπριακών τραπεζών από Ρώσους επιχειρηματίες ή τη συμμετοχή στην επανακεφαλαιοποίησή τους σε ποσοστό που θα δώσει στους Ρώσους σοβαρά ή και καθοριστικά ιδιοκτησιακά δικαιώματα. Την παροχή δανείου από τη Μόσχα στη Λευκωσία ύψους γύρω στα 5 δισ. ευρώ.
Σε αντάλλαγμα, την εκχώρηση από τους Κύπριους στη Ρωσία κάποιου θαλάσσιου «οικοπέδου» φυσικού αερίου, με δικαιώματα εκμετάλλευσης. Αν όντως οι ρωσικές εταιρείες -δηλαδή η Gazprom- μπουν στο κυπριακό φυσικό αέριο, αλλάζουν όχι μόνο τα μέχρι τώρα ενεργειακά δεδομένα στην Κύπρο, αλλά και τα γεωπολιτικά.Δεν αποκλείεται π.χ. να δημιουργηθούν ευνοϊκές συνθήκες για την παροχή διευκολύνσεων στον ρωσικό στόλο της Μεσογείου από την Κύπρο - πάντα θεωρητικά μιλώντας.Οι ΗΠΑ τότε θα είχαν κάθε λόγο να πιέσουν τους Γερμανούς να φανούν πολύ διαλλακτικότεροι απέναντι στην Κύπρο, για να αποτρέψουν αυξημένη ρωσική επιρροή στο νησί.Το παιχνίδι άνοιξε. Πολλά μπορούν να συμβούν. Οψόμεθα...
(Eφημερίδα ΕΘΝΟΣ)