Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

H ολοκληρωτική αξιολόγηση και το σχολείο της αγοράς




H ολοκληρωτική αξιολόγηση και το σχολείο της αγοράς

                                                                              Γιώργος Μαυρογιώργος*

Γιατί αυτή η αντιπαράθεση;

Η αξιολόγηση στην εκπαίδευση εμπίπτει στην «κοινωνική αρένα» των ιδεολογικών συγκρούσεων, στην εκπαίδευση και για την εκπαίδευση. Με τις πολιτικές αξιολόγησης διακυβεύονται κυρίαρχα συμφέροντα στους συσχετισμούς ισχύος και  εξουσίας στην υπόθεση της αναπαραγωγικής λειτουργίας του σχολείου, που συντελείται  με τη μεσολάβηση και των εκπαιδευτικών. Οι εκπαιδευτικοί δε συγκροτούν, βέβαια, μια ομοιογενή επαγγελματική ομάδα ή συμπαγή κοινωνική δύναμη. Παρά τις διαφορές τους, συγκροτούν μια κοινωνική κατηγορία εργαζομένων, με ειδική συμβολή στην αναπαραγωγική αυτή λειτουργία, σε ένα πλαίσιο σχετικής αυτονομίας και παρέμβασης ενεργών ατομικών και συλλογικών υποκειμένων.

Αν δεχτούμε τα παραπάνω, κατανοούμε καλύτερα τη σημασία που είχε ο ιδιότυπος «ανταρτοπόλεμος»  μακράς διάρκειας (1982-2014),  ανάμεσα στους εκπαιδευτικούς και το ΥΠΑΙΘ  και τους λόγους για τους οποίους οι εκπαιδευτικοί, για μια ακόμη φορά, αντιστέκονται στις δραματικές αλλαγές που επιχειρούνται στην εκπαίδευση, με όχημα, αυτή τη φορά, την πολιτική αξιολόγησης.  Έγιναν πολλές απόπειρες ή νομοθετικές ρυθμίσεις, στο παρελθόν, αλλά προσέκρουσαν στις έντονες κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών. Μόνο η απλή παράθεση σχεδίων και νόμων αρκεί για να μπορεί να ισχυριστεί κανείς ότι έχουμε να κάνουμε με έναν επιμελημένο αρχείο/«σκουπιδότοπο» προτάσεων και ανεφάρμοστων νόμων. Αυτό σημαίνει ότι η άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής δεν είναι υπόθεση  νόμων. Αυτό  το υπενθυμίζουμε και στον σημερινό Υπουργό Παιδείας που με περισσή αλαζονεία και αυταρέσκεια δήλωνε πρόσφατα πως «θεσμοθετήσαμε έπειτα από 30 χρόνια την αξιολόγηση των εκπαιδευτικών αλλά και του εκπαιδευτικού έργου». Είναι προφανές ότι ο  κ. Υπουργός ψεύδεται. Το ψεύδος είναι μια πτυχή  του ολοκληρωτικού σχεδίου επίθεσης που εξυφαίνεται. Αλλά, ας δούμε το «οπλοστάσιο» του εξουσιαστικού μηχανισμού.

H ολοκληρωτική επιβολή

Δυσφήμηση και ευφημισμοί 

Σήμερα, το δημόσιο σχολείο και οι εκπαιδευτικοί βρίσκονται αντιμέτωποι με μια καθεστωτική, συστηματική, ενορχηστρωμένη δυσφήμηση, καταγγελία, απαξίωση και «διωγμό». Οι εκπαιδευτικοί, κάθε φορά που εκφράζουν τις αντιθέσεις  τους, πληρώνουν το τίμημα της αντίθεσής τους με  τη δυσφήμηση  ότι υπερασπίζονται τη συντήρηση ενός αποτυχημένου εκπαιδευτικού συστήματος. Πρόκειται για απόπειρα δυσφήμησης με  έναν  ανέξοδο ευφημισμό της «αλλαγής». Δε  θεμελιώνεται η εκδοχή περί ενός ιδιότυπου κομματικού ή κυβερνητικού  συνδικαλισμού ή «κοινωνικού κορπορατισμού» που επέτρεπε την αναβολή. Ούτε ευσταθεί, για πολλούς λόγους, η άποψη ότι οι εκπαιδευτικοί ήταν «εκτός ελέγχου».

Η δημόσια εκπαίδευση δυσφημείται  ως ανελαστική, αναποτελεσματική, σπάταλη, αποτυχημένη, αντιπαραγωγική και ξεπερασμένη. Αναφορές στα «κεκτημένα» και στα  «συντεχνιακά προνόμια», πολύ συχνά, αξιοποιούνται  με τρόπο που δυσφημούν κοινωνικούς αγώνες και αποξιώνουν κατακτήσεις που έχουν συμβάλει στον εκδημοκρατισμό της εκπαίδευσης (δημοτική γλώσσα, κατάργηση εξεταστικών φραγμών, το εννιάχρονο σχολείο, τα πανεπιστημιακά Παιδαγωγικά Τμήματα, κ.α). Σε συνδυασμό με όλα αυτά, προβάλλονται ευφημισμοί, όπως εξορθολογισμός, αποτελεσματικότητα, ποιότητα, ευελιξία, αξιοκρατία, εξυγίανση, ατομική επιλογή, λογοδοσία,  αμοιβαιότητα, συνευθύνη, σοβαρότητα, συμβιβασμός, η άποψη των «ειδικών»,κ. τ. ο. Είναι φανερό, ωστόσο, ότι έχουμε να κάνουμε με την επινόηση ευφημισμών, που εξωραΐζουν την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία και αποκρύπτουν τις δραματικές επιπτώσεις που θα έχουν τα μέτρα στη φυσιογνωμία του δημόσιου σχολείου που έχουμε σήμερα και μας απομακρύνουν από τα οράματα για το βάθεμα του εκδημοκρατισμού στη μορφή και στο περιεχόμενο της γενικής εκπαίδευσης.

 

Κατακερματισμός και προσεταιρισμός

 

Το θέμα της αξιολόγησης στην εκπαίδευση αντιμετωπίζεται αποσπασματικά καθώς κατακερματίζεται σε επιμέρους ζητήματα. Αυτό ευνοεί τον κατακερματισμό και τον προσεταιρισμό εκπαιδευτικών, σχολικών συμβούλων, διοικητικών στελεχών. Αυτή την εποχή, π.χ. προωθείται η λεγόμενη «αυτοαξιολόγηση» των σχολικών μονάδων, με αποτέλεσμα να είναι ευκολότερη υπόθεση ο προσεταιρισμός εκπαιδευτικών, σχολικών συμβούλων και διευθυντών.

 

 

Καταστολή, διώξεις, απολύσεις

Το Υπουργείο Παιδείας, με το σύνολο των κατασταλτικών, ιδεολογικών και συμβουλευτικών  μηχανισμών (νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική εξουσία, αστυνομία, συμβουλευτικά όργανα, κ.α.), και των μηχανισμών πληροφόρησης,  και με όπλο την κυρίαρχη ιδεολογία έχει δρομολογήσει μια πρωτοφανή κινητικότητα και επιδεικνύει αυταρχισμό, βία, αδιαλλαξία, πειθαρχικές και ποινικές διώξεις εναντίον εκπαιδευτικών, «μαθητοδικεία», προσαγωγές, αστυνόμευση,  απολύσεις, κ.α.. Ασκούνται πολιτικές φόβου και  ιδιότυπης τρομοκρατίας στις ζυμώσεις και στις διεργασίες που γίνονται στις συνεδριάσεις των σχολικών μονάδων και στις μορφές πάλης που εκδηλώνονται.

Το κράτος επενδύει σε πολιτικές κατασταλτικής και αυταρχικής αξιολόγησης, αν σκεφτούμε τις επιθέσεις και τις απειλές ή τις απολύσεις που κάνει με την επίκληση της αξιολόγησης. Σε μια εποχή που, κατά γενική ομολογία, δοκιμάζεται η κοινωνική υπόληψη του πολιτικού συστήματος, η εγχώρια συγκυβέρνηση, όντας στη διάθεση των δανειστών, δε συνάπτει μόνο μνημόνια, αλλά δανείζεται και  ισχύ από αυτούς  που επεμβαίνουν ανοιχτά, πλέον, σε κάθε πτυχή της δημόσιας, οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Από αυτή την άποψη οι εκπαιδευτικοί και οι εργαζόμενοι είναι αντιμέτωποι με ένα ισχυρό συνασπισμό δυνάμεων της ντόπιας ολιγαρχίας και του διεθνούς κεφαλαίου. Μια εκδοχή αυτών των μορφών παρέμβασης εγγράφεται με τον ΟΟΣΑ.

ΟΟΣΑ: ο διεθνής οίκος αξιολόγησης

Ο ΟΟΣΑ, με τις «συμβουλευτικές εκθέσεις»,  πουλάει εμπειρογνωμοσύνη για την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής, με  βασικούς  πολιτικοιδεολογικούς άξονες, την ενθάρρυνση ακραίου  διεθνούς ανταγωνισμού, με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια, την περιστολή των δαπανών, την αύξηση των ελέγχων, την ένταση των εξεταστικών διαδικασιών, την ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων των εκπαιδευτικών, την αποκέντρωση της χρηματοδότησης, την ελεύθερη επιλογή σχολείου, την «καθιέρωση κουλτούρας αξιολόγησης» κ.α.  Είναι, πλέον, υπόθεση ρουτίνας: συντηρητικές κυβερνήσεις, πληρώνουν τον ΟΟΣΑ, κυρίως, για να «αγοράζουν» πιο εύκολα την  αποδοχή και νομιμοποίηση ειλημμένων, πολλές φορές, αποφάσεων. Στην ιδεολογική επίθεση, που γίνεται εναντίον του δημόσιου σχολείου και των εκπαιδευτικών, η συμβολή του ΟΟΣΑ είναι σημαντική.

Οι «ειδικοί» με τα κοινοτικά κονδύλια

Το έργο του ΟΟΣΑ υποστηρίζουν και άλλοι επίλεκτοι και αυτόκλητοι  εγχώριοι «ειδικοί», που με την τήβεννο της πανεπιστημιακής αυθεντίας, έχουν συντάξει  πολλούς «διαδοχικούς» τόμους, αναμασώντας και επαναλαμβάνοντας τη «φιλολογία» της αναγκαιότητας της αξιολόγησης, των αντικειμενικών και μετρήσιμων κριτηρίων, της ανατροφοδότησης και της παιδαγωγικής του εγχειρήματος, κ.α.. Πολλοί από τους «ειδικούς», αξιοποιώντας τα κοινοτικά κονδύλια, έχοντας και τις προσωπικές τους στρατηγικές, ύφαιναν υπομονετικά, άλλοτε στα επιτελικά γραφεία και άλλοτε στις «αίθουσες αναμονής», τον πολυπόθητο ιστό της συναίνεσης  των δύο κομμάτων. Έτσι, ήταν ευκολότερο να τα βρουν κάποια στιγμή στη συγκυβέρνηση.

Οι πολιτικές και οι πρακτικές που προωθούνται με το σημερινό ΕΣΠΑ είναι, μάλλον, πιο προκλητικές και πιο κυνικές. Ενδεικτική είναι η περίπτωση της λεγόμενης  Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας. Πρώτος «επιτηρητής» του Panopticum διορίστηκε ο πολυπράγμων, σε διαφορετικές κυβερνήσεις, πρόεδρος της Επιτροπής που ετοίμασε και τα επίμαχα «επιχειρησιακά» σχέδια της αξιολόγησης. Αυτό συνιστά πρόκληση. Το δίδυμο ΕΣΠΑ (χρηματοδότηση)-Μνημόνιο (περικοπές), υπογραμμίζει, με τον πιο κυνικό τρόπο, τη δίδυμη επίθεση που συντελείται, με την ολοκληρωτική αξιολόγηση, ενάντια στο δημόσιο σχολείο: χρηματοδότηση του αυταρχισμού και της αστυνόμευσης, με συνδυασμένη αλλαγή στις εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών, τη διαθεσιμότητα , τις απολύσεις και τη διάλυση του δημόσιου σχολείου. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό, μας επιτρέπουν να ισχυριστούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια καλά ενορχηστρωμένη ολοκληρωτική και πολυδάπανη επιχείρηση επιβολής των μέτρων μιας ολοκληρωτικής και κατασταλτικής  αξιολόγησης.

Η αξιολόγηση είναι  ολοκληρωτική και κατασταλτική

Σήμερα έχουμε να αντιμετωπίσουμε μια σειρά θεσμοθετημένων, ήδη, μέτρων: την «αξιολόγηση των εκπαιδευτικών, τη λεγόμενη «αυτοαξιολόγηση» των σχολικών μονάδων και την καθιέρωση της λεγόμενης ανεξάρτητης «Αρχής Διασφάλισης Ποιότητας στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση». Το όλο εγχείρημα φαίνεται πως συμπληρώνεται με την, εκ πρώτης όψεως, αθώα ηλεκτρονική πλατφόρμα: το Σχολείο μου!

Η πολιτική  αξιολόγησης που προωθείται, με αυτά τα μέτρα, συνιστά μια διαδικασία πολυεπίπεδης, συνεχούς και αδιάλειπτης ιεραρχικής πανοπτικής και γραφειοκρατικής επιτήρησης  για αποτελεσματικότερη άσκηση  αυταρχικού και ολοκληρωτικού ελέγχου σε όλο το εύρος  της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η  επιτήρηση απλώνεται σε όλους τους εμπλεκόμενους φορείς, κατά μήκος της ιεραρχικής κλίμακας,  με τρόπο που να «κανονικοποιεί» την εκτροπή ή τη διαφορά και να  εξαναγκάζει σε συμμόρφωση.

Η εξατομίκευση της αξιολόγησης  προωθεί την ιδεολογία του «ατομικισμού», καταργεί την «αξιοπρέπεια της ατομικότητας» και εκτρέφει τον άκρατο ανταγωνισμό. Η έκθεση αξιολόγησης μετατρέπει τη σχολική μονάδα, τον αξιολογούμενο εκπαιδευτικό ή προϊστάμενο, σε «ντοκουμέντο» για κάθε μελλοντική χρήση. Η αξιολογική έκθεση παράγει την επίσημη εκδοχή για το «ποιος είναι ικανός», από την πλευρά του συστήματος. Η λεγόμενη «αυτοαξιολόγηση» ατόμου ή σχολικής μονάδας  ακυρώνεται, καθώς αυτή υπακούει και συμμορφώνεται στις μεθοδολογικές προδιαγραφές της εξωτερικής  αξιολόγησης.  Η «αναστοχαστική συζήτηση», που προβλέπεται, αναιρείται, καθώς  αυτή θα γίνεται, σε καθεστώς ιεραρχικής επιτήρησης. Η δυνατότητα ένστασης εμπλέκει τον αξιολογούμενο σε παραπέρα εντατικοποίηση των όρων εργασίας του. Η σύνδεση της αξιολόγησης με την βαθμολογική εξέλιξη και τις ποσοστώσεις των προαγωγών επιτείνει τον ανταγωνισμό. Το κύρος, με το οποίο προβάλλεται  η αξιολόγηση, προσφέρεται για τη νομιμοποίηση απολύσεων ή  καταργήσεις ή συγχωνεύσεις σχολικών μονάδων, κι αυτό ασκεί τρομοκρατία. Η συνάρτηση της αξιολόγησης με το «Πειθαρχικό Δίκαιο» καταργεί τα δικαιώματα των αξιολογούμενων και θεσμοθετεί  τις πολιτικές  φόβου  στην άσκηση  πειθαρχίας.

Ο έντονος ανταγωνισμός   υπονομεύει τις διαδικασίες συλλογικότητας που υποτίθεται ότι επιδιώκονται με την «αυτοαξιολόγηση» των σχολικών μονάδων. Ο Σύλλογος Διδασκόντων χάνει, έτσι, την όποια συλλογική έκφραση και δυναμική για «ενίσχυση των σχέσεων και των συνεργασιών». Με τη διεκπεραίωση της «αυτοαξιολόγησης» της σχολικής μονάδας, ο Σύλλογος μετατρέπεται σε προέκταση της κρατικής εξουσίας σε επίπεδο σχολικής μονάδας, μια και προδιαγράφεται επακριβώς κάθε τι που έχει σχέση με  αυτή, σύμφωνα με τα κριτήρια και τις διαδικασίες της εξωτερικής αξιολόγησης.

Την ίδια στιγμή που καταργούνται ή συγχωνεύονται οργανισμοί, καθιερώνεται νέος πολυδάπανος μηχανισμός, με αποκλειστική ευθύνη την αξιολόγηση του εκπαιδευτικού και των σχολικών μονάδων. Έχουμε, πλέον, πέρα από τον υπερεθνικό ΟΟΣΑ και το PISA, τα προπλάσματα εγχώριων «οίκων αξιολόγησης» και στην εκπαίδευση. Οι ίδιοι οι αξιολογητές/επιτηρητές επιτηρούνται μέσα σε ένα πλαίσιο ιεραρχικής πυραμίδας. Ακόμη και η λεγόμενη «Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης της  Ποιότητας» υπόκειται στον έλεγχο διεθνών οργανισμών και «οίκων αξιολόγησης». Η αξιολόγηση εξελίσσεται σε μια προσοδοφόρο απασχόληση στην αγορά της εκπαίδευσης.

Ουσιαστικά, έχουμε να κάνουμε με ένα εργαστήριο πολυεπίπεδου  ιεραρχικού πανοπτισμού που θα ευνοεί τη φίμωση, τη λογοκρισία, τον εκμαυλισμό, την κηδεμόνευση,  τη συμμόρφωση, τον εξανδραποδισμό. Κυρίαρχα όπλα στην υπόθεση αυτή θα είναι ο συγκεντρωτικός έλεγχος διαδικασιών και αποτελεσμάτων, ο αυταρχισμός, η αυθαιρεσία, η ανομία, ο ανταγωνισμός και η εξατομίκευση, οι πελατειακές σχέσεις και η διαπλοκή, ο προσεταιρισμός και η συναίνεση, το δέλεαρ, ο φόβος, η δυσφήμηση και ο ευφημισμός.  Όλα αυτά θα είναι διαβρωτικά των συλλογικών υποκειμένων και των συλλογικών δράσεων. Το “My School” είναι η ηλεκτρονική πλατφόρμα που σιωπηλά κι αθόρυβα έρχεται να προετοιμάσει εκπαιδευτικούς, μαθητές και σχολικές μονάδες για την έξοδό τους στην αγορά.

 

Το σχολείο μου: Το σχολείο της αγοράς

Η  ολοκληρωτική αξιολόγηση με τις κυρίαρχες νεοφιλελεύθερες συνταγές που την συνοδεύουν προωθεί την εκπαίδευση ως νέο φιλέτο κερδοφόρου αγοράς, με το να υποβιβάζει την παιδεία από δημόσιο και κοινωνικό αγαθό  σε υπηρεσία και εμπόρευμα για κατανάλωση, με όρους εξατομίκευσης, ατομικής επιλογής και ευθύνης.

Σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, βρίσκεται σε εξέλιξη ένα είδος ολοκληρωτικής υπαγωγής όλο και περισσότερων δημόσιων και κοινωνικών αγαθών,  στη λογική της ιδιωτικοποίησης και της κερδοφόρας επιχειρηματικής δραστηριότητας. Οι πολίτες αντιμετωπίζονται ως  πελάτες/καταναλωτές, με προτεραιότητα την ιδιωτική επένδυση και όχι το δημόσιο συμφέρον.  Η εκπαίδευση δεν αποτελεί εξαίρεση. Μετατρέπεται σιγά-σιγά σε προϊόν, εμπόρευμα και υπηρεσία στη λεγόμενη ελεύθερη αγορά. Η συνολική και ενιαία και οργανική ενότητά  της  κατακερματίζεται σε βαθμίδες, σε επιμέρους διακριτά πεδία, προϊόντα και υπηρεσίες, όπως π.χ. σχολικά κτίρια (Τι έγινε με τον ΟΣΚ;), σχολικά μαθήματα, σχολικά βιβλία (Τι έγινε με τον ΟΕΔΒ;) ή σχολικά βοηθήματα ή εποπτικά μέσα ή  ΤΠΕ ή εκπαιδευτικές δραστηριότητες ( όπως, π.χ. φροντιστήρια) ανοιχτά στην αγοραπωλησία. Από το καλοκαίρι του 2013, ολόκληροι τομείς εκπαίδευσης στην επαγγελματική εκπαίδευση δόθηκαν ως «δώρο» στους επιχειρηματίες που δραστηριοποιούνται στην ιδιωτική εκπαίδευση!

Η ολοκληρωτική αξιολόγηση που  προωθείται είναι το «Εργαστήριο»  για την αποτελεσματική εγκαθίδρυση του «Σχολείου της Αγοράς». Εκπαιδευτικοί και μαθητές θα παρακινούνται ή θα εξαναγκάζονται να προωθούν ένα ελκυστικό κι επιθυμητό εμπόρευμα και με όλα τους τα μέσα να ενισχύουν την αγοραστική του αξία. Το ανταγωνιστικό εμπόρευμα  θα είναι  το σχολείο και ο εαυτός τους. Οι ίδιοι εμπορεύματα και καταναλωτές στον κοινωνικό χώρο της εκπαίδευσης που θα λειτουργεί ως αγορά. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι η απόλυση μεγάλου αριθμού εκπαιδευτικών, η πειθάρχηση όσων εκπαιδευτικών εργάζονται, κάτω από νέες συνθήκες και εργασιακές σχέσεις, και η δραματική ανασυγκρότηση της επαγγελματικής τους ταυτότητας. Η «γοητεία» που ασκεί η αξιολόγηση, στη σημερινή συγκυρία, είναι ένα από τα πιο σοβαρά προβλήματα που έχουμε μπροστά μας.

Τι μπορούμε να κάνουμε;

Οι εκπαιδευτικοί, κάτω από αυτούς τους όρους, προκαλούνται να συγκροτήσουν τις δικές τους απαντήσεις. Εμπίπτει στην αρμοδιότητα των εκπαιδευτικών να «παίρνουν τη σκέψη και την κρίση στα χέρια τους», να αναπτύσσουν πρωτοβουλίες, να  ελέγχουν τις επαγγελματικές τους  πρακτικές και να επανεξετάζουν τους τρόπους με τους οποίους μεσολαβούν στην αναπαραγωγική λειτουργία του σχολείου. Το θέμα δεν είναι η αξιολόγηση. Η αξιολόγηση είναι το εργαλείο. Το διακύβευμα είναι  η προάσπιση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης. Είναι αυτό που μας εξασφαλίζει ευρύτερες συμμαχίες «μετώπου», σε έναν αγώνα διαρκείας, εκτός και οι πολιτικές αλλαγές, που διαφαίνονται, επισπεύσουν τις κοινωνικές εξελίξεις και εμποδίσουν την παραπέρα εγκαθίδρυση των νεοφιλελεύθερων πολιτικών.

Ο κ.Μαυρογιώργος είναι ομότιμος Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου