Παρασκευή, 1 Μαΐου 2015

Αφιέρωμα Πρωτομαγιά: Όταν επανάσταση οραματίζεται την άνοιξη της ζωής


Αφιέρωμα.Πρωτομαγιά:Όταν επανάσταση οραματίζεται την άνοιξη της ζωής.

1. Μαΐου, 2015

Από τις κρεμάλες για τους πρωτεργάτες των εργατικών κινητοποιήσεων στο Σικάγο του 1886 έως την Ελλάδα του σήμερα, με ενδιάμεσο σταθμό την Πρωτομαγιά του ’44 και την εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή, το ημερολόγιο της παγκόσμιας ιστορίας έχει σημαδευτεί ξανά και ξανά, τέτοια ημέρα, από γεγονότα που οι πρωταγωνιστές τους, στην καρδιά της άνοιξης, οραματίστηκαν την άνοιξη της ζωής, και αγωνίστηκαν γι” αυτή.

της Δέσποινας Παπαγεωργίου

Σικάγο 1886, Θεσσαλονίκη 1936, Εκτέλεση των 200 στην Καισαριανή το ’44.
Κι από κοντά, ο Μάης του ’68, σε μια άλλη σελίδα της ίδιας, ωστόσο, ιστορίας.
Μια εποχή που η φύση είναι στην καλή και τη χρυσή της ώρα, με τον χορό του Έρωτα και της Ζωής να αγγίζει το «φουέγκο» του. Μια εποχή που έχει σημαδευτεί από εξέγερσεις-ορόσημα κι από ηρωικές πράξεις.
Είναι άραγε τυχαία η σύντηξη άνοιξης κι εξέγερσης που σηματοδοτεί ο Μάης;
Άραγε για τι άλλο γίνεται ο αγώνας, παρά για τη ζωή;
Και τι είναι η ζωή χωρίς το δικαίωμα στην ευτυχία – πόσο πρέπει να το φωνάξει κανείς αυτό, σε μια εποχή μαζικής κατάθλιψης;
Και πώς θα είναι ο άνθρωπος ευτυχισμένος χωρίς Δικαιοσύνη, χωρίς Ελευθερία, χωρίς Έρωτα, χωρίς ανιδιοτελείς ανθρώπινες σχέσεις;
Και πώς ν” ανθίσουν όλα αυτά όταν διακυβεύεται η ίδια η επιβίωση και η αξιοπρέπεια του ανθρώπου, σε συνθήκες στυγνής εκμετάλλευσης και, τελικά, ανελευθερίας;
Και κάπου εκεί, η άνοιξη συν-τήκεται με την επανάσταση και τον αγώνα.
Όπως έγραφε και ο αγωνιστής -με χρόνια φυλακή και εξορία στην πλάτη του- και συγγραφέας Χρόνης Μίσσιος: «Και γιατί άλλο, αλήθεια, θα την κάνετε την επανάσταση, ρε, αν όχι για να ξαναδώσετε στη ζωή τα δικαιώματά της, να την κάνετε χαρά, παιχνίδι, φαντασία, έρωτα; Πώς τη βλέπετε δηλαδή τη μελλοντική ευτυχία του ανθρώπου, με περισσότερα “αγαθά”»;
Αυτά, λοιπόν, διεκδικούσαν όλες οι Πρωτομαγιές όλου του κόσμου.
Γι” αυτό η Πρωτομαγιά θα είναι πάντα Άνοιξη. Και πάντα Ανυπάκουη.
Ξεκινάμε, λοιπόν, το ταξίδι στον χρόνο…

Σικάγο 1886: «Κρεμάστε μας, αλλά τη φωτιά δεν θα τη σβήσετε»
«Οχτώ ώρες δουλειά, οχτώ ώρες ανάπαυση, οχτώ ώρες ύπνο» ήταν το σύνθημα που δονούσε την ατμόσφαιρα εκείνον τον Μάη του 1886 στο μεγαλύτερο βιομηχανικό κέντρο των ΗΠΑ, το Σικάγο. Πρωτομαγιά, και σχεδόν μισό εκατομμύριο άνθρωποι συμμετείχαν στις απεργίες σε όλη τη χώρα και πάνω 80.000 μόνο στο Σικάγο. Η απόφαση είχε ληφθεί δύο χρόνια νωρίτερα, στο συνέδριο της Αμερικανικής Ομοσπονδίας Εργασίας.

«Οχτώ ώρες δουλειά, οχτώ ώρες ανάπαυση, οχτώ ώρες ύπνο» διεκδικούσαν οι εργάτες, και όσοι θα κατηφόριζαν οικογενειακά, τρεις ημέρες αργότερα, στις 4 Μαΐου, προς συμπαράσταση, στην πλατεία Χεϊμάρκετ, για να διαδηλώσουν ειρηνικά.
Όμως, η αστυνομία είχε ζώσει σαν αστακός την περιοχή.
Οι ομιλίες είχαν ξεκινήσει, όταν δόθηκε από τον επικεφαλής της αστυνομικής δύναμης η διαταγή να διαλυθεί η συγκέντρωση, η οποία είχε αρχίσει ήδη να αραιώνει λόγω βροχής.
Όταν απέμειναν μερικές εκατοντάδες άτομα, κάποιος (του οποίου η ταυτότητα δεν εξακριβώθηκε ποτέ), εκτόξευσε βόμβα εναντίον αστυνομικού. Τότε, οι αστυνομικοί άρχισαν να πυροβολούν στο πλήθος, σκοτώνοντας περίπου τέσσερα κατά κάποιες μαρτυρίες (και άγνωστο αριθμό κατά άλλες) άτομα και τραυματίζοντας εκατοντάδες ακόμα. Καταγράφηκαν και οκτώ νεκροί αστυνομικοί.
Η διαδήλωση είχε οργανωθεί, σύμφωνα με το history.com, από Γερμανούς στην καταγωγή, ριζοσπάστες, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη δολοφονία ενός απεργού από την αστυνομία του Σικάγο την προηγούμενη ημέρα.
Θα ακολουθούσε δίκη 31 υπόπτων ως πρωτεργατών του ριζοσπαστικού εργατικού κινήματος που θεωρήθηκε ότι συνδέονταν με τη βομβιστική ενέργεια, και σε μια αμφίβολη δίκη, οκτώ από αυτούς θα καταδικάζονταν – επτά εις θάνατον, με την κατηγορία της συνωμοσίας.
Μοναδικό επιχείρημα του εισαγγελέα Τζούλιους Γκρίνελ εναντίον τους ήταν ότι ενθάρρυναν τον άγνωστο βομβιστή με τις ομιλίες τους!
Έτσι, στις 11 Νοεμβρίου του 1887, ο Σάμουελ Φίλντεν, ο Άντολφ Φίσερ, ο Άουγκουστ Σπάις και ο Άλμπερτ Πάρσον εκτελέστηκαν.
«Εμείς παραβήκαμε τους νόμους σας, για να δείξουμε στο λαό σε τι αποβλέπουν όλοι σας οι θεσμοί: στο να εγκαθιδρύσουν, στη χώρα αυτή, μια ολιγαρχία, όμοια της οποίας σε κτηνωδία, δεν υπάρχει πουθενά στη Γη!» θα έλεγε απευθυνόμενος στους δικαστές που τον έστελναν στην αγχόνη ο Άουγκουστ Σπάις. Και συνέχιζε: «Αν πιστεύετε ότι με το να μας κρεμάσετε θα εξουδετερώσετε το κίνημα των εργαζομένων, το κίνημα από το οποίο εκατομμύρια ανθρώπινα πλάσματα που σέρνονται στη φτώχεια και στη μιζέρια, περιμένουν τη λύτρωσή τους -αν αυτή είναι η γνώμη σας- τότε κρεμάστε μας! Εδώ θα ποδοπατήσετε μια μικρή σπίθα, εκεί όμως και πιο πέρα και απέναντι και γύρω μας παντού, θα ξεπεταχτούν οι φλόγες. Η φωτιά είναι υπόγεια και δε θα μπορέσετε να τη σβήσετε…»
Από τους υπόλοιπους καταδικασθέντες, ο ένας αυτοκτόνησε μία ημέρα πριν την εκτέλεσή του, ενώ οι ποινές των άλλων δύο μετατράπηκαν σε ισόβια από τον κυβερνήτη του Ιλινόις Ρίτσαρντ Όγκλσμπι, που αναγκάστηκε να προβεί σε αυτή την απόφαση μετά τη δημόσια κατακραυγή που αμφισβητούσε την ενοχή τους, ενώ ο διάδοχός τους, Τζον Άλτγκελντ, τους αθώωσε το 1893.
Οι αιματοβαμμένες εξεγέρσεις των εργατών του Σικάγο στις αρχές Μάη του 1886 έγιναν ύστερα ύστερα από επιτυχημένες κινητοποιήσεις των εργατών στον Καναδά το 1872.
H 1η Μαΐου καθιερώθηκε ως η Παγκόσμια Ημέρα των Eργατών στις 20 Ιουλίου 1889 κατά τη διάρκεια του ιδρυτικού συνεδρίου της Δευτέρας Διεθνούς στο Παρίσι, εις μνήμην του Μακελειού του Σικάγο το 1886.

Η Εργατική Πρωτομαγιά εορτάζεται στο μεγαλύτερο μέρος του κόσμου, αλλά δεν εορτάζεται στη χώρα από την οποία ξεκίνησαν τα γεγονότα που την καθιέρωσαν! Έτσι,
ΗΠΑ και Καναδάς είναι οι μοναδικές χώρες στις οποίες ως Ημέρα της Εργασίας εορτάζεται η πρώτη Δευτέρα του Σεπτεμβρίου. Αυτό καθιερώθηκε το 1894, με απόφαση του Κογκρέσου στις ΗΠΑ και με απόφαση του Kοινοβουλίου στον Καναδά. Οι Αμερικανοί φοβήθηκαν μήπως ταυτιστούν τα εργατικά κινήματα με την αριστερά της χώρας που συνδέθηκε με τα γεγονότα του Σικάγου…
Η επαναστάτρια Ρόζα Λούξεμπουργκ, στο κείμενό της «Ποιες είναι οι ρίζες της Πρωτομαγιάς;» που δημοσιεύτηκε, στα πολωνικά, στην Sprawa Robotnicza το 1894, υπενθυμίζει ωστόσο ότι η ιδέα της απεργίας γεννήθηκε στη Αυστραλία. Γράφει: «Η ιδέα της αξιοποίησης μιας προλεταριακής αργίας ως μέσο για την ικανοποίηση του αιτήματος για οκτάωρη εργάσιμη μέρα γεννήθηκε πρώτα στην Αυστραλία. Το 1856 οι εργαζόμενοι εκεί αποφάσισαν να οργανώσουν μια μέρα χωρίς δουλειά, με συναντήσεις και εορτασμούς για το αίτημα των οκτώ εργάσιμων ωρών. Η μέρα των εορτασμών ήταν η 21η Απριλίου. Στην αρχή οι εργαζόμενοι στην Αυστραλία σκόπευαν να πραγματοποιήσουν αυτές τις εκδηλώσεις μόνο για το έτος 1856. Ωστόσο οι πανηγυρικές και εορταστικές εκδηλώσεις έκαναν μεγάλη εντύπωση και έδωσαν πνοή και έμπνευση για νέες μορφές αγώνα. Έτσι αποφασίστηκε ο εορτασμός να οργανώνεται κάθε χρόνο».

Η Πρωτομαγιά στην Ελλάδα

Θεσσαλονίκη. «Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου, μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της, βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν – τῶν ἀπεργῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της): Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου, πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου, πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω; Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου, Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου, τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;»: Αυτά τα σπαραχτικά έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος στον «Επιτάφιό» του, που θα μελοποιούνταν αργότερα από τον Μίκη Θεοδωράκη, με αφορμή τα γεγονότα στη Θεσσαλονίκη από τη μεγάλη απεργία των καπνεργατών τον Μάη του 1936.

Ήδη
από τον Απρίλιο του 1936, την Ελλάδα σάρωνε ένα μεγαλειώδες απεργιακό κύμα με κέντρο τη Θεσσαλονίκη και τους καπνεργάτες – το πιο οργανωμένο κίνημα της εποχής. Η εξέγερσή τους θα αποτελέσει τη σπίθα για να πάρει φωτιά το εργατικό κίνημα σε όλη την Ελλάδα.
Εκείνη την εποχή,
μετά το Κραχ του 29 και την παγκόσμια οικονομική ύφεση, την πτώχευση του 1932 και την οικτρή αποτυχία της Μεγάλης Ιδέας του Βενιζέλου με το κύμα της προσφυγιάς από τη Μικρά Ασία, οι εργοδότες είχαν πολλές δικαιολογίες να μειώσουν μεροκάματα. Των καπνεργατών είχαν μειωθεί περίπου στο μισό.
Τέλη Απριλίου, λοιπόν, γίνεται το πρώτο καπνεργατικό συλλαλητήριο, και αποφασίζεται απεργία για τις 29 του μήνα.
Στις 6 Μαίου, όπως αναφέρεται στα «Νέα», μέλη της ΕΕΕ πυροβολούν εναντίον απεργών τσαγκαράδων στην Πλατεία Βλάλη και η έφιππη αστυνομία, απ’ την άλλη, συγκρούεται με ομάδες απεργών.
Στις 8 Μαΐου η πόλη έχει μετατραπεί πλέον σε πεδίο μάχης, με 70 περίπου τραυματίες απεργούς.
Στις 9 Μαΐου η απεργία είναι γενική. Συμμετέχουν σχεδόν όλοι οι εργαζόμενοι. Στις 10:30 το πρωί στη διασταύρωση των οδών Βενιζέλου και Εγνατίας πέφτει νεκρός ο νεαρός αυτοκινητιστής Τάσος Τούσης. Είναι ο πρώτος νεκρός ενώ ακολουθούν και άλλοι στη συνέχεια. Ο θρήνος της μητέρας του πάνω στο πτώμα του γιου της, που καταγράφηκε φωτογραφικά ενέπνευσε το Γιάννη Ρίτσο στον «Επιτάφιο».
Την επόμενη ημέρα, η κηδεία των θυμάτων μετατρέπεται σε λαϊκό ξεσηκωμό, με 150.000 ανθρώπους να συγκεντρώνονται στον νεκροταφείο. Ακολουθούν απεργίες διαμαρτυρίας στις 11 και στις 13 του μήνα.
Ωστόσο, η πρώτη απεργία στην Ελλάδα καταγράφεται από πολλές πηγές εξήντα χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους, το 1888. Οι εργαζόμενοι στη διόρυξη του Ισθμού της Κορίνθου κήρυξαν απεργία με αίτημα το σωστό υπολογισμό των ωρών εργασίας. Το παράδειγμα σύντομα ακολούθησαν και άλλοι κλάδοι εργαζομένων, όπως οι αμαξηλάτες, οι φύλακες των φυλακών Συγγρού και οι αρτοποιοί.
Τοπικές πηγές τοποθετούν, όμως, την πρώτη απεργία στη σύγχρονη Ελλάδα
τον Φεβρουάριο του 1879 στη Σύρο, από εργάτες των ναυπηγείων και των βυρσοδεψείων, οι οποίοι απαιτούσαν τη μείωση των ωρών εργασίας, την αύξηση του μισθού, την κατάργηση της δίωρης κυριακάτικης εργασίας (αγγαρεία).

Η πρώτη ελληνική κινητοποίηση Πρωτομαγιά καταγράφεται το 1892 και οργανώθηκε από τον Σοσιαλιστικό Σύλλογο του Σταύρου Καλλέργη. Το 1893 περίπου 2.000 άνθρωποι συγκεντρώθηκαν στο Παναθηναϊκό Στάδιο και διαδήλωσαν υπέρ της οκτάωρης εργασίας, της καθιέρωσης της κυριακάτικης αργίας και της κρατικής ασφάλισης για θύματα εργατικών ατυχημάτων.
Το 1894, γίνεται μια μεγάλη συγκέντρωση με τα ίδια αιτήματα που λήγει με δέκα συλλήψεις και τον Αύγουστο ακολουθεί σύλληψη μετά ξυλοκοπήματος του σοσιαλιστή Σταύρου Καλλέργη.
Πέρασαν 17 ολόκληρα χρόνια από τότε, για να γιορταστεί η εργατική Πρωτομαγιά και πάλι στην Ελλάδα το 1911. Τον εορτασμό σηματοδότησαν μεγάλες απεργίες σε σχεδόν όλες τις πόλεις και όλους τους κλάδους.
Τη χρονιά εκείνη,
στη Θεσσαλονίκη τους εορτασμούς οργάνωσε η Φεντερασιόν. Οι αστυνομικές δυνάμεις επενέβησαν και συνέλαβαν τους πρωτεργάτες.
Στην Αθήνα, την πρωτοβουλία ανέλαβε ο Ν. Γιαννιός στο Μετς, με κεντρικό σύνθημα εκείνο του Σικάγο: «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο». Γιαννιός, Αποστολίδης και Παπαγιάννης οδηγούνται στα γραφεία της αστυνομίας «δεν είχαν άδειαν», αλλα τελικά αφέθηκαν ελεύθεροι.
Η πρωτομαγιά γιορτάζεται ξανά το 1919 σε 12 πόλεις πανελλαδικά, ένα χρόνο μετά την ίδρυση της ΓΣΕΕ. Στο μεταξύ, ψηφίστηκε ο Ν.281/1914 «περί Σωματείων» με τον οποίο κατοχυρώνεται το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και τα σωματεία αρχίζουν να αποκτούν καθαρά εργατικό χαρακτήρα.
Όταν η Ελλάδα του 2015 συνδέεται με το Σικάγο του 1886

Μπορεί οι αιώνες να ποτίστηκαν από το αίμα των εργατών για τον εξανθρωπισμό της εργασίας, ωστόσο τα εργατικά δικαιώματα βρίσκονται και πάλι στη δύση τους. Το σύνθημα «8 ώρες δουλειά, 8 ώρες ανάπαυση και 8 ώρες ύπνο» μοιάζει κάθε χρονιά και πιο επίκαιρο. Σαν να έχει βρεθεί η ανθρωπότητα στο «σημείο Μηδέν» της βιομηχανικής επανάστασης.
Η χώρα μας, συγκεκριμένα, μοιάζει με Ζώνη Ελευθέρου Εμπορίου, όπου οι εργαζόμενοι έχουν όλες τις υποχρεώσεις και κανένα δικαίωμα: μισθοί εξευτελιστικοί, ανασφάλιστη εργασία, εξοντωτικά ωράρια.
Υπενθυμίζουμε ότι
σύμφωνα με έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής οι Έλληνες που ζουν σε συνθήκες ένδειας, φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού ανέρχονται στα 6 εκατομμύρια, ενώ η UNICEF βγάζει κραυγή αγωνίας υπενθυμίζοντας ότι στην Ελλάδα της κρίσης υποσιτίζονται 686.000 παιδιά.
Κατά
31,3% λιγότεροι λέει η ΕΛΣΤΑΤ όσοι Έλληνες μπορούν να πληρώνουν θέρμανση.
Η ανεργία κοντά στο 30% και η ανεργία των νέων κοντά στο 60%, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΑΕΔ αλλά και της Eurostat.
Εξοργιστικό, δε, ότι σε αυτή ακριβώς την Ελλάδα αυτή, όπως αποκάλυψε έρευνα της εταιρείας Wealth-Χ, το 2014 οι κροίσοι έγιναν 11 (από 9 το 2013), και αύξησαν την περιουσία τους από τα 16 δισ. δολάρια στα 18 δισ. δολάρια (14,2 δισ. ευρώ). Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, η
χώρα μας, όπου «λεφτά δεν υπάρχουν» (για του πολλούς) είναι η χώρα «με τον δεύτερο αυξανόμενο πληθυσμό πολυεκατομμυριούχων στην Ευρώπη»!

Ο Θρήνος της Καισαριανής-Πρωτομαγιά του ’44: Η Εκτέλεση των 200 για τη Λευτεριά

Μια διαφορετική -συνδεόμενη ωστόσο με το νήμα του αγώνα για τον Άνθρωπο- τιμά η Καισαριανή.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το Σκοπευτήριο της Καισαριανής είχε επιλεγεί από τους Γερμανούς Ναζί ως τόπος εκτέλεσης αγωνιστών. Ίσως γιατί η Καισαριανή ήταν μια συνοικία που υπήρξε σχεδόν άβατο για τους κατακτητές λόγω της έντονης αντιστασιακής της δράσης. Στο Σκοπευτήριο εκτελούσαν, σχεδόν καθημερινά, αγωνιστές από όλη την Ελλάδα, ενώ οι περισσότεροι άλλοι τόποι εκτέλεσης προορίζονταν για τους «ντόπιους». Στον τοίχο της Καισαριανής, που έγινε λαϊκός θρήνος και τραγούδι, εκτελέστηκαν το 1942 13 πατριώτες, το 1943 άλλοι 147 και το 1944 , 440. Εκτός απ” αυτούς εκτελέστηκαν και 25 αντιφασίστες στρατιώτες του κατακτητή (20 Ιταλοί και 5 Γερμανοί).
Η κορυφαία, όμως, η πιο τραγική στιγμή στην ιστορία του Σκοπευτηρίου, αυτή που έχει γραφτεί ανεξίτηλα στη συλλογική μνήμη της συνοικίας και της Ελλάδας, ήταν η μαζική εκτέλεση 200 πατριωτών-κομμουνιστών την Πρωτομαγιά του 1944. Η συντριπτική πλειονότητα αυτών ήταν έγκλειστοι στις φυλακές της Ακροναυπλίας, που η μεταξική δικτατορία είχε παραδώσει στα κατοχικά στρατεύματα, χωρίς να τους δώσει την ευκαιρία να υπερασπιστούν τη πατρίδα τους.

Από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου οι 200 πατριώτες, μεταφέρθηκαν και εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο. Επικεφαλής, ο Ναπολέοντας Σουκατζίδης. Οι Ναζί είχαν προσφερθεί να του χαρίσουν τη ζωή, επειδή γνώριζε πέντε γλώσσες και τους ήταν χρήσιμος ως διερμηνέας. Εκείνος είπε ότι θα δεχόταν να ζήσει μόνο εάν δεν πήγαινε άλλος στο εκτελεστικό απόσπασμα στη θέση του. Δεν το δέχτηκαν. Κι εκείνος αποφάσισε κι αντίκρισε μαζί με τους υπόλοιπους το εκτελεστικό απόσπασμα.
Η εκτέλεση των 200 έγινε είτε σε αντίποινα για την εκτέλεση Γερμανών αξιωματικών στους Μολάους της Λακωνίας είτε σε αντίποινα γενικά για την αγωνιστική δράση του ελληνικού λαού, επιλέγοντας τη συμβολική μέρα της Πρωτομαγιάς του ΄44.
Ωστόσο,
όπως είχε πει ο Μανώλης Γλέζος, «δεν είχε συμβεί κάτι εκείνες τις μέρες ώστε να κάνουν αντίποινα οι κατακτητές. Και μόνο για την γιορτή της Πρωτομαγιάς που είναι παγκόσμιο σύμβολο του αγώνα των εργαζομένων εκτέλεσαν διακόσια άτομα».
Στην πορεία προς το Σκοπευτήριο, οι αγωνιστές έριχναν σημειώματα για τα αγαπημένα τους πρόσωπα, τα οποία περισυνέλεγαν οι Καισαριανιώτες.
Πέθαναν τραγουδώντας τον Εθνικό Ύμνο και ζητωκραυγάζοντας για το ΕΑΜ.
Αν επισκεφθείτε την Καισαριανή, θα ακούσετε πολλές διηγήσεις.
Για τους αγωνιστές που εκτελούνταν ανά είκοσι με ψηλά το κεφάλι και για το αίμα που πλημμύριζε, και το χώμα δεν προλάβαινε να το ρουφήξει. Για κάποια γυναίκα που είδε από το μπαλκόνι της την εκτέλεση κι έχασε τα λογικά της. Για τον κόσμο που έτρεχε αλαλιασμένος να δει εάν βρισκόταν κάποιος δικός τους στα φορτηγά που επέστρεφαν γεμάτα πτώματα. Για το αίμα που έτρεχε στα σοκάκια της Καισαριανής από τα σκουπιδιάρικα που περισυνέλεγαν τις σορούς και τις μετέφεραν για ταφή. Και τις γυναίκες που πήγαιναν ξωπίσω, όσες άντεχαν, και σκέπαζαν τα ματωμένα στενά με λουλούδια…
Την ημέρα εκείνη γράφτηκε μία από τις πλέον αιματοβαμμένες σελίδες της αντίστασης κατά του κατακτητή στο Β” Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ωστόσο, στην εποχή μας, οι πολίτες της Καισαριανής χρειάστηκε να αγωνιστούν με μαζικές διαδηλώσεις και καταλήψεις -που οδήγησαν και σε συλλήψεις-, αφού βρίσκονται σε χρόνια διαμάχη με τη Σκοπευτική Εταιρεία, για να καταφέρουν να ανεγερθεί στον Τόπο αυτό της Θυσίας, Πανελλήνιο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης και το Μνημείο των Πεσόντων – που εγκαινιάστηκε μόλις το 2005, παρουσία του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας και εκπροσώπων της τότε κυβέρνησης.
Η Πρωτομαγιά φαίνεται πως ακολουθεί τη μοίρα των ιστορικών επετείων, που με μέθοδο επιχειρείται να αποστερούνται το πραγματικό τους νόημα, και να παραμένουν στην καλύτερη περίπτωση ανώδυνες γιορτούλες ή εθνικά πανηγυράκια.

Η εποχή ενδείκνυται για να τιμήσουμε τη Μνήμη, στην πράξη και όχι στη θεωρία…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου