Κυριακή, 5 Ιανουαρίου 2014

Για την εκπαιδευτική αξιολόγηση και το διεθνές πρόγραμμα PISA


Για την εκπαιδευτική αξιολόγηση και το διεθνές πρόγραμμα PISA

της Ελένης Γλαρέντζου, Μέλους Δ.Σ. του ΚΕ.ΜΕ.ΤΕ. της ΟΛΜΕ

Πληθαίνουν διαρκώς οι απόπειρες, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς, για την επιβολή διαδικασιών αξιολόγησης στην εκπαίδευση “από τα πάνω” και “από τα έξω”. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του διεθνούς προγράμματος εκπαιδευτικής αξιολόγησης PISA του ΟΟΣΑ.

Συ νήθης στόχος τέτοιων πρακτικών είναι η συγκέντρωση «συγκρίσιμων» στοιχείων σχετικών με την αποτελεσματικότητα των σχολικών μονάδων και η διαμόρφωση σχετικών πινάκων αξιολόγησης.

Τα αποτελέσματα αυτών των προγραμμάτων αξιοποιούνται κατά κύριο λόγο για την κατάταξη των σχολικών μονάδων, των περιφερειών ή των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων βάσει των επιδόσεων σε κοινές εξετάσεις και την ενίσχυση του μεταξύ των ανταγωνισμού

Τι είναι το Διεθνές Πρόγραμμα PISA

  • Tο Kέντρο Eκπαιδευτικής Έρευνας (K.E.E.) έχει αναλάβει την ευθύνη διεξαγωγής του Διεθνούς Προγράμματος για την αξιολόγηση των μαθητών – PISA 2012 (Programme for International Student Assessment), που πραγματοποιείται υπό την αιγίδα του Oργανισμού Oικονομικής Συνεργασίας και Aνάπτυξης (OOΣA).
  • Σύμφωνα με το Υπουργείο Παιδείας «το πρόγραμμα αυτό διεξάγεται σε 67 χώρες και διερευνά την ικανότητα εφαρμογής των γνώσεων και δεξιοτήτων που έχουν αποκτήσει στο σχολείο οι δεκαπεντάχρονοι μαθητές/τριες στην επίλυση προβλημάτων της καθημερινής ζωής. Τα γνωστικά πεδία που εξετάζονται είναι τα Mαθηματικά, οι Φυσικές Επιστήμες και η Κατανόηση Kειμένου». Στο πλαίσιο μιας δίωρης γραπτής δοκιμασίας ζητείται από τους μαθητές και μαθήτριες τόσο να αναπτύξουν δικές τους απαντήσεις σε σχετικά ερωτήματα όσο και να απαντήσουν σε ερωτήσεις πολλαπλής επιλογής.

Με την ανακοίνωση κάθε χρονιά των αποτελεσμάτων του «Διεθνούς Προγράμματος Αξιολόγησης Μαθητών/-τριών PISA» ανοίγει ο κύκλος του δημόσιου διαλόγου για την αποτελεσματικότητα των εκπαιδευτικών συστημάτων τόσο στην Ελλάδα όσο και διεθνώς.

Ειδικά για τη χώρα μας, η δημόσια συζήτηση επικεντρώνεται στη σχετικά χαμηλή θέση στην οποία κατατάσσονται οι μαθητές/μαθήτριες, στις απόπειρες ερμηνείας του φαινομένου και στη συζήτηση για τα μέτρα που θα έπρεπε να ληφθούν.

Συνήθως, η εξήγηση που προβάλλεται επίσημα από την Πολιτεία για τη σχετικά χαμηλή κατάταξη της χώρας μας είναι ότι οι στόχοι, οι προτεραιότητες και τα κριτήρια αξιολόγησης του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος διαφέρουν από τα αντίστοιχα σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Ασφαλώς, αυτή η ερμηνεία δεν είναι αβάσιμη.

Το πρόγραμμα PISA δεν είναι σχεδιασμένο με βάση τους εθνικούς εκπαιδευτικούς στόχους, τη διδακτέα ύλη, και τα προγράμματα, αλλά εφαρμόζει δικές του, διαφορετικές μεθόδους αξιολόγησης του εγγραμματισμού και των ικανοτήτων στην κατανόηση κειμένου, στα μαθηματικά, και στις φυσικές επιστήμες.
Δεν επαρκεί όμως αυτό το δεδομένο για να αναλυθεί το φαινόμενο σε όλη του την έκταση.

Το πρόγραμμα PISA, λόγω του χαρακτήρα του, δεν προσφέρεται στην αιτιακή ερμηνεία του φαινομένου των χαμηλών ή υψηλών επιδόσεων.
Καθώς βασίζεται σε περιορισμένο δείγμα σχολείων και μαθητών/-τριών, παρέχει μόνο ένα στιγμιότυπο των επιδόσεων της ομάδας-δείγματος, σε κάποια στιγμή κατά τη διάρκεια της σχολικής ζωής.
Δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η απώτατη μέτρηση της ποιότητας των εκπαιδευτικών συστημάτων.

Οι εντυπώσεις που προκαλεί στη δημόσια συζήτηση και ο πολιτικός του αντίκτυπος είναι τεράστια. Έφτασε στο σημείο, μάλιστα, να θεωρηθεί από τους διαμορφωτές της πολιτικής, από τα μέσα ενημέρωσης και από παράγοντες που επηρεάζουν την κοινή γνώμη ως η επαρκής απόδειξη της επιτυχίας ή αποτυχίας των εκπαιδευτικών συστημάτων.
Αυτό οφείλεται, κατά ένα μέρος, στην αξιοποίηση των πινάκων που παρέχει, όπου οι χώρες συγκρίνονται μεταξύ τους και κατατάσσονται σύμφωνα με το μέσο όρο των αποτελεσμάτων που καθεμιά παρουσίασε.
Ωστόσο, η ποσοτική έκφραση ποιοτικών χαρακτηριστικών, πάνω στην οποία βασίζεται το πρόγραμμα PISA, έχει αμφισβητηθεί σε μεγάλο βαθμό από μεγάλο μέρος των ειδικών επιστημόνων.

Στους εκπαιδευτικούς και παιδαγωγικούς κύκλους σε όλο τον κόσμο επικρατεί σκεπτικισμός και ανησυχία σχετικά με τις προθέσεις αξιοποίησης των αποτελεσμάτων του Προγράμματος PISA από παράγοντες της πολιτικής προκειμένου να εξυπηρετηθούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες.

Στις χώρες όπου οι μαθητές καταγράφουν υψηλές επιδόσεις οι πολιτικοί συγχαίρουν τους εαυτούς τους και πιστώνονται με μια αποτελεσματική εκπαιδευτική πολιτική.
Στις χώρες με χαμηλότερα επιτεύγματα, οι πολιτικοί κατηγορούν τους εκπαιδευτικούς για την κακή απόδοση.
Και στις δύο περιστάσεις, οι αναφορές των μέσων ενημέρωσης τείνουν να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους στην κατάταξη και διολισθαίνουν εύκολα σε μια απλουστευτική προσέγγιση του τύπου «πίνακας βαθμολογίας πρωταθλήματος».
Ωστόσο, η πολυπλοκότητα της εκπαίδευσης δεν επιτρέπει τέτοιες προσεγγίσεις, στις οποίες οι μαθητές και μαθήτριες κάποιων χωρών απεικονίζονται ως νικητές και άλλων ως ηττημένοι.

Το πρόγραμμα PISA ισχυρίζεται ότι οι δοκιμασίες του σχεδιάστηκαν για να υποστηρίξουν τις κυβερνήσεις να εκπαιδεύουν τους μαθητές να «αντιμετωπίζουν τις ραγδαίες αλλαγές, να βρίσκουν εργασίες που δεν έχουν ακόμη δημιουργηθεί, να χρησιμοποιούν τεχνολογίες που δεν έχουν ακόμη εφευρεθεί, να επιλύουν προβλήματα που δεν έχουν ακόμη προκύψει», (σύμφωνα με την παρουσίαση από τον Μ. Davidsonth την 1η Δεκεμβρίου 2010).
Αυτοί οι ισχυρισμοί όμως είναι εξαιρετικά αμφισβητήσιμοι, καθώς δεν υπάρχει απόδειξη ότι η επίδοση στις δοκιμασίες του προγράμματος PISA αποτελεί σχετική πρόβλεψη για τη μελλοντική επιτυχία των ατόμων.

Σύμφωνα με την Education International:

  • “Το Πρόγραμμα PISA μπορεί να προσφέρει μόνο μια στιγμιαία απεικόνιση του πώς μια ομάδα μαθητών/μαθητριών αποκρίνεται σε ένα σύνολο ασκήσεων και κριτηρίων. Δεν απεικονίζει, γιατί δεν μπορεί να το κάνει, μια συνολική εικόνα της εκπαίδευσης σε οποιαδήποτε χώρα”.
  • “Πρέπει να ανησυχούν σοβαρά οι συνδικαλιστές των εκπαιδευτικών, όταν βλέπουν τις εθνικές κυβερνήσεις να εφαρμόζουν τις εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις με δηλωμένο στόχο την υψηλότερη θέση στην PISA. Τέτοιοι επιφανειακοί στόχοι απειλούν βαθιά την ποιότητα της εκπαίδευσης και την πρόσβαση στην εκπαίδευση για όλους”.

Το Πρόγραμμα PISA έχει πολλά και σοβαρά μειονεκτήματα:

  • Αξιολογεί μόνο ένα μέρος των γνώσεων και δεξιοτήτων σε ορισμένα βασικά μαθήματα του σχολικού προγράμματος, και είναι προσανατολισμένο περισσότερο προς την πράξη και την εφαρμογή παρά προς τη θεωρία. Δεν καλύπτει το πλήρες πρόγραμμα σπουδών, εστιάζει μόνο σε μία περιορισμένη ομάδα ελάχιστων θεματικών περιοχών, παραμερίζοντας ιδιαίτερα σημαντικούς παράγοντες όπως οι καλές τέχνες, οι φιλολογικές και οι κοινωνικές επιστήμες.
  • Εμφορείται, συνεπώς, σε μεγάλο βαθμό από μια έντονα τεχνοκρατική προσέγγιση, που στοχεύει έμμεσα στην προσαρμογή των παρεχόμενων από το σχολείο γνώσεων σε μια κοινή κατεύθυνση, που υπαγορεύεται κατά βάση από τις απαιτήσεις της αγοράς.
  • Η προσαρμογή των γνώσεων που παρέχει το σχολείο στις κλίσεις και τις δεξιότητες των παιδιών και η ανάπτυξη της ικανότητας εφαρμογής των γνώσεων αυτών στην καθημερινή τους ζωή αποτελούν μόνο ένα από τους σκοπούς της εκπαίδευσης που επιδιώκει το σχολείο.
  • Ακόμη λιγότερο αξιόπιστα και έγκυρα είναι τα αποτελέσματα του διαγωνισμού όταν συσχετιστούν με τις διαφορετικές συνθήκες διεξαγωγής του σε κάθε χώρα.
  • Διαφέρουν από χώρα σε χώρα και οι παράγοντες που αφορούν το επίπεδο οργάνωσης και λειτουργίας των εκπαιδευτικών συστημάτων, την κουλτούρα των εκπαιδευτικών και μαθητών και τα κριτήρια βάσει των οποίων αξιολογούνται τα εκπαιδευτικά αποτελέσματα.
  • Τα αποτελέσματα του PISA δεν μπορούν να αποτελέσουν μέτρο σύγκρισης εκπαιδευτικών συστημάτων ούτε η κατάταξη των κρατών στην έρευνα αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως βάση για τη διατύπωση «οδηγιών» για τα κράτη που συμμετέχουν σχετικά με το πώς ή τι πρέπει να αλλάξουν τα εκπαιδευτικά τους συστήματα.
  • Η απόδοση των μαθητών και μαθητριών στο διαγωνισμό δεν εξαρτάται μονοσήμαντα από την ευφυΐα ή την εργατικότητά τους, ή από το ενδιαφέρον και την προσπάθεια των εκπαιδευτικών.
    Επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως είναι: το αναλυτικό πρόγραμμα του σχετικού μαθήματος, οι τεχνικές εξέτασης και αξιολόγησης του διαγωνισμού, το παιδαγωγικό κλίμα που χαρακτηρίζει κάθε σχολείο καθώς και το κλίμα που χαρακτηρίζει το ευρύτερο κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον του μαθητή / της μαθήτριας, και βρίσκεται σε συνάρτηση με την κουλτούρα και την κυρίαρχη νοοτροπία σε όλα τα επίπεδα για το τι σημαίνει μάθηση και μόρφωση.

Από την άλλη πλευρά, η έρευνα PISA παρέχει και κάποια ενδιαφέροντα πορίσματα.

  • Καταρχάς, τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ των χωρών στην κατάταξή τους στα διάφορα επίπεδα επίδοσης βάσει του εθνικού εισοδήματος. Χώρες με υψηλότερα εθνικά εισοδήματα τείνουν να έχουν καλύτερη απόδοση.
  • Η απόσταση, όμως, ανάμεσα στους μαθητές και μαθήτριες στο εσωτερικό κάθε χώρας είναι μεγαλύτερη από αυτή μεταξύ διαφορετικών χωρών, και συσχετίζεται με το κοινωνικοοικονομικό επίπεδο του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργεί το σχολείο.
  • Επιβεβαιώνεται, έτσι, και από αυτή την έρευνα ότι η απόδοση των μαθητών και μαθητριών επηρεάζεται άμεσα από τις κοινωνικές, οικονομικές και μορφωτικές ανισότητες του κοινωνικού περιβάλλοντος.

Το πρόγραμμα δεν περιλαμβάνει ειδικό ερωτηματολόγιο για εκπαιδευτικούς, ενώ προβλέπει να ερωτηθούν άλλοι παράγοντες, όπως οι διευθυντές των σχολικών μονάδων και πολιτικοί παράγοντες.
Επιβεβαιώνεται έτσι, όπως αναφέρει και η Education International, «ότι οι απόψεις των εκπαιδευτικών δε λαμβάνονται υπόψη σε αυτού του είδους τις διεθνείς έρευνες, παρότι διαδραματίζουν πρωταρχικής σημασίας ρόλο στη μαθησιακή διαδικασία».

Για την ουσιαστική βελτίωση της εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τα όποια πορίσματα του προγράμματος PISA ή άλλων ανάλογων, πρέπει να προωθηθούν αλλαγές στη δομή και στο περιεχόμενο του σχολείου, στις μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης και στην αξιοποίηση των αναγκαίων κατά περίπτωση διδακτικών μέσων.
Και ασφαλώς, από τους στόχους της εκπαίδευσης δεν πρέπει να απουσιάζει και η καλλιέργεια των αναγκαίων δεξιοτήτων για την επίλυση προβλημάτων της καθημερινής ζωής.

Καθώς επιβεβαιώνεται η θετική συσχέτιση των υψηλών εκπαιδευτικών επιδόσεων με τους διατιθέμενους πόρους για την εκπαίδευση, προκύπτει η ανάγκη της αύξησης των δαπανών για την εκπαίδευση.

Προς την ίδια κατεύθυνση, είναι αναγκαίο να βελτιωθούν οι συνθήκες της υλικοτεχνικής υποδομής των σχολείων, να αντιμετωπιστούν οι αρρυθμίες που παρατηρούνται με την έναρξη κάθε σχολικού έτους σε ό,τι αφορά την έγκαιρη και επαρκή στελέχωση των σχολείων με διδακτικό προσωπικό και τον εφοδιασμό τους με κατάλληλα διδακτικά βιβλία και υλικά, και να ανανεωθούν οι παιδαγωγικές μέθοδοι.
Όλα αυτά, βέβαια, προϋποθέτουν τη δραστική αύξηση των πόρων που διατίθενται για την παιδεία τουλάχιστον στο ποσοστό του 5% του ΑΕΠ, που αποτελεί και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Τέλος, θεωρούμε αναγκαίο να ληφθούν κατάλληλα μέτρα για την υποστήριξη του εκπαιδευτικού προσωπικού, που αποτελεί το κλειδί για οποιαδήποτε σημαντική αλλαγή στην εκπαίδευση.

Τέτοια μέτρα είναι:
η βελτίωση της αρχικής εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών, η καθιέρωση της συστηματικής, ετήσιας διάρκειας επιμόρφωσης του εκπαιδευτικού προσωπικού με ταυτόχρονη απαλλαγή από τα διδακτικά καθήκοντα, η ουσιαστική εισαγωγική επιμόρφωση μετά το διορισμό, η διατήρηση και ενίσχυση του θεσμού των εκπαιδευτικών αδειών, η θεσμοθέτηση της Μετεκπαίδευσης και για τη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, και η διεύρυνση και ενίσχυση των προγραμμάτων ανταλλαγής εκπαιδευτικών και των υποτροφιών σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.

Επειδή γίνονται συχνές αναφορές και στη χώρα μας για το φιλανδικό εκπαιδευτικό πρότυπο, είναι ενδιαφέρον να σημειώσουμε εδώ πως, σύμφωνα με τους Φιλανδούς εκπαιδευτικούς, η υψηλή ποιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος στη χώρα τους οφείλεται κυρίως σε παράγοντες όπως :
η μεγάλη σημασία που δίνουν στην εκπαίδευση και την επιμόρφωση των εκπαιδευτικών, η ισόρροπη και χωρίς ανταγωνισμούς, ανάπτυξη των σχολικών μονάδων, η παροχή από το σχολείο ενός συνόλου υπηρεσιών όπως δωρεάν γεύματα, προληπτικά προγράμματα υγείας κ.ά., που καλύπτουν έτσι πολλές ανάγκες των μαθητών.
Σημαντικό στοιχείο του Φιλανδικού εκπαιδευτικού συστήματος είναι, ακόμη, η εμπιστοσύνη στο έργο των εκπαιδευτικών και όχι ο διοικητικός τους έλεγχος.
Και βέβαια δεν πρέπει να μας διαφεύγει πως η Φιλανδία διαθέτει υπερδιπλάσιους πόρους για την εκπαίδευση από ό,τι η χώρα μας και αναγνωρίζοντας το έργο των εκπαιδευτικών αμείβει τους εκπαιδευτικούς της με διπλάσιο μισθό από ό,τι στην Ελλάδα.

Οδηγός στην όποια προσπάθεια για τη βελτίωση του εκπαιδευτικού μας συστήματος δεν μπορεί να είναι οι κατευθύνσεις του ΟΟΣΑ και, γενικότερα, η φιλοσοφία και οι επιδιώξεις των δυνάμεων της αγοράς, αλλά οι τεκμηριωμένες θέσεις και προτάσεις του εκπαιδευτικού κινήματος, που έχουν κοινό βηματισμό με τις ανάγκες και τα οράματα της ελληνικής κοινωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου