Κυριακή, 11 Μαρτίου 2012

ΓΚΙΝΤΕΡ ΒΑΛΡΑΦ.Γερμανός Δημοσιογράφος

Άν στην  Γερμανία το 20% των εργαομένων δουλεύουν ανασφάλιστοι για 400 € τον μήνα στη νέα τους αποικία την Ελλάδα με πόσα θα δουλεύουν;

 
Ο δημοσιογράφος που ξεσκέπασε το «γερμανικό θαύμα»
Μεταμφιεζόμενος πότε σε Τούρκο και πότε σε Αφρικανό μετανάστη, ο άνθρωπος που για χάρη του ρεπορτάζ φυλακίστηκε από τη χούντα των συνταγματαρχών, κατάφερε να αναδείξει τόσο τον ρατσισμό έναντι των ξένων όσο και την αθέατη πλευρά του περίφημου γερμανικού «θαύματος»
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, ο Γερμανός δημοσιογράφος Γκίντερ Βάλραφ εισβάλλει στις σκοτεινές και «αόρατες» πτυχές της γερμανικής κοινωνίας, ξεσκεπάζοντας τον ρατσισμό έναντι των ξένων και έναν εργασιακό Μεσαίωνα - τόσο ξένο προς το περίφημο γερμανικό κράτος πρόνοιας- πάνω στον οποίο στηρίχτηκε το οικονομικό «θαύμα» της ευρωπαϊκής «ατμομηχανής».
Είναι ο άνθρωπος με τα χίλια πρόσωπα που μεταμφιεζόταν για να καταφέρει να ρίξει μια ματιά πίσω από την πρόσοψη της γερμανικής βιομηχανίας και τους εργοδότες, ενώ το αίσθημα δικαίου που τον διακατέχει είναι εντονότατο.
Toν Μάιο του 1974 o Βάλραφ είχε έρθει στην Ελλάδα και αλυσοδέθηκε στο Σύνταγμα διαμαρτυρόμενος για το δικτατορικό καθεστώς. Για την πράξη του αυτή καταδικάστηκε από τη χούντα των συνταγματαρχών σε 14 μήνες φυλάκιση (είχε συνήγορο τον αείμνηστο Γ. Α. Μαγκάκη).
To 2009 o Bάλφαρ κατέφυγε σε ειδική μακιγιέζ από τη Γαλλία για να βάψει το δέρμα του μαύρο με μπογιά που δεν ξέβαφε ούτε καν στο νερό.
Μάλιστα, οι καθεστωτικοί νόμισαν αρχικά ότι πρόκειται για Ελληνα και τον βασάνισαν μέχρι να αποκαλύψει την ταυτότητά του.
Μετά την καταδίκη του κρατήθηκε στις Φυλακές Κορυδαλλού και με την κατάρρευση της δικτατορίας αφέθηκε ελεύθερος μαζί με τους υπόλοιπους πολιτικούς κρατούμενους. Τις εμπειρίες του τις κατέγραψε στο βιβλίο «Ο φασισμός δίπλα μας. Η Ελλάδα χθες - ένα μάθημα για το αύριο».
Με ειδικό μακιγιάζ
Για τις ανάγκες του βιβλίου του «Από τον θαυμαστό καινούργιο κόσμο: η αθέατη πλευρά του γερμανικού θαύματος», που γράφτηκε το 2009 και μεταφράστηκε και στα ελληνικά, ο δημοσιογράφος είχε μεταμφιεστεί σε μαύρο μετανάστη και δοκίμασε όλα τα γρανάζια της γερμανικής «μηχανής» και της κοινωνίας, συναντώντας απροσδόκητες καταστάσεις.
Νωρίτερα, ως «Τούρκος» είχε εργαστεί σε μεγάλες εταιρείες. Και στις δύο περιπτώσεις διαπίστωσε σοβαρές παραβιάσεις του εργατικού δικαίου που αντιμετώπιζαν οι ανυπεράσπιστοι ξένοι εργαζόμενοι
Για να ξεγελάσει τον κόσμο φόρεσε κατσαρή μαύρη περούκα ενώ κατέφυγε σε μια ειδική μακιγιέζ από τη Γαλλία για να βάψει το δέρμα του μαύρο με μπογιά που δεν ξέβαφε ούτε καν στο νερό. Μιλούσε πολύ καλά γερμανικά, αν και με χαρακτηριστική βαριά προφορά.
Η άριστη γνώση της γλώσσας, όμως, δεν στάθηκε αρκετή για να απαλύνει τη ρατσιστική αντιμετώπιση από τους συμπατριώτες του, οι οποίοι, ενώ γενικότερα διακρίνονται από μια εμμονή με τον πληθυντικό ευγενείας, του μιλούσαν στον ενικό.
Σήμερα στη Γερμανία υπολογίζεται ότι περισσότεροι από 7 εκατ. άνθρωποι εργάζονται ανασφάλιστοι
Κάποια στιγμή, όταν άρχισε να μασουλάει μια τσουκνίδα, μια κυρία έντρομη τον επέπληξε λέγοντας «αυτό δεν το κάνουμε εδώ», ενώ όταν θέλησε να νοικιάσει ένα δωμάτιο, του το απέκλεισαν. «Ο μαύρος δεν ταιριάζει εδώ μέσα. Δεν μπορούσα να δω τη φάτσα του από το θυροτηλέφωνο. Δεν κάνει για την πολυκατοικία. Ηταν τόσο μαύρος, και τα μαλλιά του... δεν μπορώ να συνέλθω με τίποτα», ήταν τα σχόλια που συνόδευσαν την προσπάθειά του.
Οταν ζήτησε μια έκταση για να κατασκηνώσει, ο ιδιοκτήτης απολογήθηκε μεν, αλλά αρνήθηκε, λέγοντας «όλοι τους εδώ είναι Γερμανοί, Λουξεμβούργιοι, Ολλανδοί, δηλαδή λευκοί? πώς να το πω, είναι το χρώμα του δέρματος... Εμένα δεν με νοιάζει από πού βγάζω το χρήμα μου, άλλοι πελάτες όμως θα γίνουν καπνός... Μου το έχουν ξεκαθαρίσει. Αν δεχτώ Τσιγγάνους, θα τα μαζέψουν και θα φύγουν».
Στο γήπεδο η κατάσταση ήταν ακόμη πιο τραγική. Αρκετοί οπαδοί, με ξυρισμένα κεφάλια και ναζιστικά σύμβολα του έλεγαν «Ε, μαύρος, κάνε πιο εκεί. Λευκός ίσον Γερμανός. Και τι είναι Γερμανός; να ο κ...ς μου. Σκ... στα μούτρα σου. Κερνάει η Γερμανία».
Ως «μαύρος» ο Βάλραφ εξερεύνησε και τους εργασιακούς χώρους, συμπεριλαμβάνοντας και στοιχεία που του είχαν στείλει αναγνώστες. Για παράδειγμα, αναφέρεται στους «δικηγόρους του τρόμου», όπως αποκαλεί τους νομικούς εκείνους οι οποίοι έχουν μια πολύ ιδιαίτερη εξειδίκευση: να διώχνουν από τις επιχειρήσεις τους μη συμπαθείς εργαζόμενους.
Προκειμένου να αποφύγουν τις υψηλές αποζημιώσεις που θα αναγκαζόταν να δώσει μια εταιρεία εάν απολύσει τον εργαζόμενο, οι δικηγόροι αυτοί αναζητούν τρόπους για να οδηγήσουν τον υπάλληλο σε παραίτηση.
Σε μια περίπτωση επιστρατεύτηκε ακόμη και μια γυναίκα με σκοπό να «ξελογιάσει» τον υπάλληλο και στη συνέχεια να εκβιαστεί για να παραιτηθεί. Το πράγμα «στράβωσε» όταν η γυναίκα ερωτεύτηκε στην πραγματικότητα το θύμα της.
Σε άλλες περιπτώσεις γίνονταν συνεννοήσεις μεταξύ διαφορετικών εταιρειών. Μια άλλη επιχείρηση έκανε, υποτίθεται, πολύ συμφέρουσα πρόταση στον εργαζόμενο, σε σημείο που εκείνος δεν μπορούσε να αρνηθεί, οπότε παραιτούνταν από την παλιά του δουλειά για να πάει στη νέα, ειδυλλιακή του θέση. Χωρίς αποζημίωση φυσικά, λόγω εθελοντικής αποχώρησης.
Εντός του διαστήματος που ορίζει ο νόμος ως δοκιμαστική περίοδο, ο νεοπροσληφθείς έβλεπε την πόρτα της εξόδου χωρίς το παραμικρό οικονομικό αντίτιμο. «Αυτά δεν είναι υπερβολές και κακώς κείμενα. Είναι η κοινωνική πραγματικότητα σε αυτήν τη χώρα» εξηγεί ο Βάλραφ.
Στις περιπλανήσεις του ως «μαύρος», ο Βάλραφ βρέθηκε σε εξίσου τρομακτικές καταστάσεις. Είδε την καταδίωξη των επικριτών της ιδιωτικοποίησης, τις μεθόδους όχι μόνο απολύσεων αλλά και προσλήψεων, τη διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, τις εταιρείες προσωρινής απασχόλησης, την πολιτική της κοινωνικής αποδόμησης και την ψυχολογική τρομοκρατία.
Για ένα διάστημα εργάστηκε σε μια βιομηχανία παρασκευής αρτοσκευασμάτων, στους γερμανικούς σιδηροδρόμους και στη δημοφιλή αλυσίδα καφέ «Starbucks», οι συνεργάτες των οποίων χαμογελούν στους πελάτες, αλλά, σύμφωνα με τον Βάλραφ, βιώνουν συνθήκες σκλαβιάς στην εργασία τους.
Αόρατοι εργαζόμενοι
Αφιερώνει, δε, ένα ολόκληρο κεφάλαιο στις εταιρείες διαχείρισης τηλεφωνικών κλήσεων με τίτλο «Απάτη μέσω τηλεφώνων», όπου παρουσιάζει τον άγριο εργασιακό κόσμο της σύγχρονης Γερμανίας.
Στη χώρα υπάρχουν πάνω από 6.000 τέτοιες εταιρείες με 440.000 εργαζόμενους που παραμένουν αόρατοι. Για το βιβλίο του «Ganz Unten» (Από πολύ χαμηλά) του 1985, όπου υποδύθηκε τον Τούρκο μετανάστη, εργάστηκε επί δύο χρόνια σε διάφορες επιχειρήσεις, από τα McDonalds μέχρι την Thyssen και διαπίστωσε τις σοβαρές παραβιάσεις του εργατικού δικαίου που αντιμετώπιζε το ανυπεράσπιστο ξένο εργατικό δυναμικό.
Το βιβλίο του πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα και μεταφράστηκε σε 30 γλώσσες. Είχε, δε, ως αποτέλεσμα Γερμανοί εισαγγελείς να κάνουν έφοδο στα γραφεία της Thyssen και της Remmert αναζητώντας τα στοιχεία που ανέφερε ο Βάλραφ για παράβαση της νομοθεσίας και την προστασία των εργαζομένων.
Ο Βάλραφ, από πολύ νέος, αντιδρούσε σε ό,τι θεωρούσε άδικο. Οταν εκλήθη να υπηρετήσει στον στρατό, αρνήθηκε και υπέβαλε σχετικό αίτημα, το οποίο απορρίφθηκε. Στη συνέχεια είχε ένα ατύχημα που του προκάλεσε κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, λόγω του οποίου τελικώς δεν έκανε τη θητεία του.
Τα πρώτα του αποκαλυπτικά ρεπορτάζ ήρθαν το 1965 και την επόμενη χρονιά δημοσιοποίησε συλλογή άρθρων του με τίτλο «Σε χρειαζόμαστε - ως εργάτη στη γερμανική βιομηχανία» όπου έριχνε κλεφτές ματιές στον βιομηχανικό κόσμο.
Το 1969 κυκλοφόρησε τα «13 ανεπιθύμητα ρεπορτάζ», όπου έκανε έρευνες παίζοντας ρόλους. Αλκοολικός που νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική, άστεγος, φοιτητής που αναζητά στέγη, ακόμη και προμηθευτής βομβών Ναπάλμ για τον αμερικανικό στρατό. Σε κάθε περιπτώσεις αυτό που ήθελε ήταν να ξεσκεπάσει τις παθογένειες της γερμανικής κοινωνίας.
Το 1977 τα έβαλε με την εφημερίδα «Bild», όπου εργάστηκε γι' αυτόν το λόγο επί 3,5 μήνες. Στο βιβλίο του «Der Aufmacher- Der Mann, der bei Bild Hans Esser war» (Ο άντρας που εργάστηκε στη «Bild» ως Χανς Εσερ) περιγράφει τις εμπειρίες του και τις ανορθόδοξες ερευνητικές μεθόδους της εφημερίδας.
Η υπόθεση αυτή του στοίχισε μια μακρά διαμάχη που έφτασε μέχρι τις δικαστικές αίθουσες.
Ο Βάλραφ συνέχισε τις έρευνές του με το χαρακτηριστικό του στυλ, που τον έφεραν πολλές φορές αντιμέτωπο με τη δικαιοσύνη, ωστόσο κάθε φορά μέχρι σήμερα έχει αθωωθεί με το επιχείρημα ότι το κοινό έχει το δικαίωμα να ενημερωθεί για όσα διαδραματίζονται πίσω από τις λαμπερές και «πεντακάθαρες» προσόψεις της κοινωνίας και των επιχειρήσεων.
ΜΑΡΙΑ ΑΔΑΜΙΔΟΥmadam@pegasus.gr
Το 20% των εργαζομένων στη Γερμανία
Δουλεύουν για 400€ και χωρίς ασφάλιση
Πάνω στις πλάτες εκατομμυρίων κακοπληρωμένων και ανασφάλιστων εργατών, εκεί είναι που οικοδομήθηκε το γερμανικό βιομηχανικό και εξαγωγικό «θαύμα» των τελευταίων ετών, αυτό χάρη στο οποίο η Γερμανία έχει φτάσει πλέον να θεωρείται «ατμομηχανή της Ευρώπης».
Σκληρή κι όμως πέρα για πέρα αληθινή, αυτή είναι η πραγματικότητα όπως προκύπτει μέσα από τα στοιχεία της αγοράς εργασίας.
Ενδεικτικά, σήμερα στη Γερμανία υπάρχουν πάνω από 7 εκατ. άνθρωποι που εργάζονται ανασφάλιστοι λαμβάνοντας μισθό έως 400 ευρώ μηνιαίως.
Μάλιστα, η εν λόγω μορφή απασχόλησης (η επονομαζόμενη και «μίνι απασχόληση») δεν τους εξασφαλίζει ούτε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ούτε συνταξιοδοτικά δικαιώματα (δεν μεταφράζεται σε ένσημα και επομένως, δεν συνυπολογίζεται στα συντάξιμα έτη).
Υπό το συγκεκριμένο καθεστώς, ο εργαζόμενος δουλεύει λιγότερο (τόσες εργατοώρες ώστε η αναλογούσα αμοιβή να μην ξεπερνάει τα 400 μηνιαίως) και δεν φορολογείται, ενώ ο εργοδότης καταβάλλει χαμηλότερες ασφαλιστικές εισφορές.
Μάλιστα, εάν στους ουκ ολίγους «μίνι απασχολούμενους» προστεθούν και οι εκατομμύρια «ενοικιαζόμενοι» υπάλληλοι (που δουλεύουν με συμβάσεις έργου και ορισμένου χρόνου λαμβάνοντας μισθούς αρκετά χαμηλότερους από αυτούς του μόνιμου προσωπικού), τότε προκύπτει μια εικόνα εργασιακού μεσαίωνα.
Είναι χαρακτηριστικό πως σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, το 20% των συνολικών θέσεων εργασίας στη Γερμανία είναι χαμηλά αμειβόμενες.
Και να σκεφτεί κανείς ότι τον δρόμο για τις παραπάνω (απο)ρυθμίσεις στη γερμανική αγορά εργασίας δεν τον άνοιξε κάποιος δεξιός καγκελάριος, αλλά η κυβέρνηση Σοσιαλδημοκρατικών - Πρασίνων του Γκέρχαρντ Σρέντερ.
Αρχής γενομένης από την άνοιξη του 2003, η κυβέρνηση Σρέντερ άρχισε να προωθεί την επονομαζόμενη «Ατζέντα 2010», μια σειρά από μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στο κράτος πρόνοιας, που στόχο είχαν τη μείωση του εργατικού κόστους και την αύξηση της ανταγωνιστικότητας.
Μάλιστα, αξίζει να σημειωθεί πως πολλές από τις εν λόγω μεταρρυθμίσεις τις είχε εισηγηθεί ο Πέτερ Χαρτς, ο τότε διευθυντής προσωπικού της... αυτοκινητοβιομηχανίας Volkswagen.
Γ. ΣΚΑΦΙΔΑΣ
Απο την εφημερίδα ΕΘΝΟΣ
Το έστειλε ο  ΑΝΑΣΤ. ΓΚ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου