Παρασκευή, 29 Νοεμβρίου 2013

Η παρακαταθήκη του Γιάννη Ροντήρη




Του Ανδρέα Κυράνη από το Άρδην τ. 93

Μέχρι τις αρχές του ’80, το όνομα Ροντήρης, για τους τεχνικούς του Πειραιά, συνιστούσε θρύλο, κι ας είχε κλείσει είκοσι πέντε χρόνια πριν. Για τους τότε μηχανουργούς, η προϋπηρεσία «στου Ροντήρη» ήταν τίτλος τιμής, δείκτης υψηλής τεχνογνωσίας.
Δεκάδες μεταπολεμικά μηχανουργεία οφείλουν σε αυτό την ύπαρξη, την ιστορία, τη γνώση και το κύρος τους.
Από εκεί γεννήθηκαν η ΔΡΑΚΟΣ-ΠΟΛΕΜΗΣ, στον χώρο των αντλιών, η ΓΑΒΑΛΑΣ, στον χώρο των μηχανημάτων λατομείων, η ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΡΗΓΟΣ, στα μηχανήματα σχισίματος μαρμάρων, η ΜΕΛΚΑ ΕΠΕ, στα βαρούλκα πλοίων, η ΚΟΚΚΟΤΑΣ-ΛΙΩΡΗΣ, στην υψηλής ποιότητας μαστορική χύτευση χειρός, κ.ά.
Πόσοι γνωρίζουν πως εκείνο το μηχανουργείο δεν υπήρξε παρά ένα βήμα, στο προπολεμικό όραμα του Γιάννη Ροντήρη, για την προκατασκευή μεταλλικών πλοίων, που διέκοψε ο πόλεμος και κατασπάραξε μετά η οικονομικο-πολιτική διαπλοκή; Τα ναυπηγεία Σκαραμαγκά του Νιάρχου και τα ναυπηγεία Ελευσίνας του Ανδρεάδη δεν θα υπήρχαν χωρίς το καταρτισμένο τεχνικό και επιστημονικό δυναμικό της ΡΟΣΤΡΟ και τις πρωτοβουλίες του Ροντήρη.
Αυτός ο ευγενής ευπατρίδης έφυγε άγνωστος το 1976, αφού δαπάνησε ικμάδα, σχεδιαστικό-μηχανουργικό ταλέντο και περιουσία, στο όραμα μιας παραγωγικά αυτοδύναμης πατρίδας. Η συνεισφορά του ουδέποτε αναγνωρίστηκε. Το μεσοπολεμικό κτήριο της ΡΟΣΤΡΟ, λίγο αργότερα, αντικαθίσταται από ένα μίζερο κτήριο μιας αλυσίδας σούπερ μάρκετ. Κατεδάφιση, συνάμα πραγματική και συμβολική.
Ο τόπος μας, γεννήτορας και μήτρα της τεχνογνωσίας που στήριξε τη δυτική βιομηχανική επανάσταση, επειδή δήθεν δεν παράγει τίποτε, μετατρέπεται δια της βίας σε αποκλειστικό πάροχο υπηρεσιών. Κάθε ίχνος μνήμης και γνώσης της τεχνογνωσίας μας αφανίζεται από προσώπου γης, προκειμένου, αμνήμονες και αγράμματοι, να μεταλλαχτούμε ταχύτερα σε ευτελή ανθρωποειδή. Ποιες βάσιμες ενδείξεις δυνατότητας ανατροπής της σημερινής παρασιτικής συνθήκης θεμελιώνει άραγε αυτό το ιστορικό υπόδειγμα;

1. Το οικονομικο-πολιτικό γεγονός

Η ενδογενής παραγωγική υπόσταση μιας χώρας είναι «δείκτης» εθνικής ανεξαρτησίας. Μετά από μια εθνική καταστροφή και ήττα, αποτέλεσμα ενός εμφύλιου πολέμου, οι «νικητές» καταστρέφουν την παραγωγική της βάση, υπέρ του μεταπρατισμού.
Την ίδια στιγμή που η αριστερή διανόηση του «Ανταίου», που τεκμηρίωνε την δυνατότητα για παραγωγική-βιομηχανική ανασύνταξη, εκτελείται ξημερώματα Κυριακής, με την εκτέλεση του Μπάτση δίπλα στον Μπελογιάννη, η όποια ελληνική βιομηχανία και παραγωγή, αν και άντεξε μια δεκαετία πολεμικών συγκρούσεων, εκτελείται μεθοδικά, από τις τότε πολιτικές ηγεσίες του τόπου, χάρη στην προσωπική ιδιοτέλεια και τα ξένα συμφέροντα.
Τη Σιδηροβιομηχανία Ρόστρο την έκλεισε μια σαφής άνωθεν πολιτική επιλογή, που έκρινε πως παραγωγή δεν αναπτύσσεται σε μια δήθεν αγροτική χώρα. Οφείλει, λοιπόν, να στραφεί στις εισαγωγές, τον μεταπρατισμό και τις υπηρεσίες, προκειμένου να ενσωματωθεί στο παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον. Κάθε σχέση με σημερινά πραγματικά περιστατικά είναι, προφανώς, εντελώς συμπτωματική.
Ο ίδιος ο «διανοούμενος» Ροντήρης, σε αποσπάσματα επιστολής του, στα τέλη του ’50, γράφει «περί Της Ελληνικής Σιδηροβιομηχανίας και των ληπτέων μέτρων διά την σωτηρίαν της»:
«Η Σιδηροβιομηχανία πρέπει να είναι το ‘‘όπλον μάχης’’ διά την επίτευξιν της ευημερίας ιδία των πτωχών λαών [...] χρειάζεται τόσον μικρόν ποσοστόν [...] πρώτων υλών [...] διά κατασκευάσματα των οποίων η αξία δεν είναι άλλο τι, παρά η αξιοποίησις της ανθρώπινης προσπάθειας.
Θα ήτο [...] πραγματική απώλεια [...] να σβύση ό,τι έχει δημιουργηθή ύστερα από μύριους κόπους [...] ωρισμένων ανθρώπων, οίτινες ωραματίσθησαν την δημιουργίαν μιας τόσον ζωτικής βιομηχανίας και οίτινες [...] αξίζουν, σήμερον, καλλίτερης τύχης από το να ίδουν την εξαφάνισην του τοσαύτης εθνικής σημασίας έργου των.
Η ελληνική Σιδηροβιομηχανία [...] ουδέποτε έτυχεν έστω και της παραμικρής προστασίας [...] διά να δυνηθή να ανταπεξέλθη εις τον οξύτατον ξένον ανταγωνισμόν.
Μεταξύ… άλλων πληγμάτων, ήτο και το γεγονός ότι πολλοί νέοι εν Ελλάδι [...] επεδόθησαν εις την επιστήμην του μηχανικού-μηχανολόγου, αλλά, βλέποντες [...] τον σκληρόν αγώνα τον οποίο ηγωνίζετο η Ελληνική σιδηροβιομηχανία, αντί να τραπώσιν εις την δημιουργικήν εργασίαν της εν Ελλάδι κατασκευής μηχανημάτων, μετεβλήθησαν εις αντιπροσώπους ξένων οίκων, πολύ ολίγον τιμητική ενασχόλησις δι’ έναν επιστήμονα, που απέφερεν άκοπα κέρδη, παραιτούμενοι της φιλοδοξίας να γίνουν οι ίδιοι, εις τον τόπο τους, κατασκευασταί.
Το συμφέρον τους ήτο [...] η δυσφήμισις των ελληνικών κατασκευών και η διά παντός μέσου προστασία των έξωθι εισαγομένων.
Παρατηρείται ακόμη και μια συστηματική τάσις διώξεως της ελληνικής σιδηροβιομηχανίας εκ μέρους [...] αυτού τούτου του κράτους. [...] Έχει φθάσει μέχρι του σημείου [...] να γίνωνται δημοπρασίαι [...] και να αναφέρηται ρητώς εις τας προκηρύξεις ότι η προμήθεια τούτων πρέπει να γίνει εκ του εξωτερικού. Αυτός ήτο ο ολέθριος ρόλος μερικών Ελλήνων τεχνικών… οίτινες απομακρυνθέντες τελείως εκ της πραγματικής δημιουργικής εργασίας του μηχανουργείου παρέμειναν μόνον διεκπεραιωταί εγγράφων εις τα διάφορα δημόσια γραφεία και ούτω [...] φοβούνται και περιφρονούν τα ελληνικά κατασκευάσματα.
Μόνη ελπίς απομένει να συνέλθωμεν διά να ίδωμεν ότι είναι ολέθριον διά τον τόπον μας να μην κατασκευάζωμεν τα μηχανήματά μας οι ίδιοι, ότι είναι αντίθετον προς την λογικήν να παραγγέλωμεν εις την Ιταλίαν μηχανήματα και πλοία τα οποία ηδύναντο κάλλιστα να κατασκευασθώσιν εν Ελλάδι, ότι είναι παραφροσύνη να σκέπτεται τις ότι είναι συμφερώτερον να φέρωμεν κάτι από το εξωτερικόν [...] καθ’ όν χρόνον οι Έλληνες τεχνίται ευρίσκονται άνευ εργασίας και πεινούν, τα δε παιδιά των δε θα μπορέσουν να μάθουν την τέχνην του πατέρα των.
Τα ελληνικά μηχανήματα, τα οποία ήδη και σήμερον συναγωνίζονται τόσον από απόψεως τιμής όσον και ποιότητος τα του εξωτερικού [...] θα συμβάλουν ούτω εις την προαγωγήν του μηχανικού πολιτισμού της χώρας μας».
Φυσικά, κανείς δεν ήθελε να τον ακούσει. Οι «ηττημένοι» τώρα του εμφύλιου, αποκλεισμένοι λόγω κοινωνικών φρονημάτων, αξιοποιούν τα ταλέντα τους, ενισχύουν την αυτοδυναμία τους από τον κρατικό μηχανισμό και συνεισφέρουν δραματικά στην παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, στο περίφημο «παραγωγικό θαύμα» της δεκαετίας του εξήντα.
Ό,τι έκαναν, δηλαδή, για αιώνες οι πρόγονοί τους, μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, στα απομακρυσμένα βουνά και νησιά του τόπου, όπου ανθούσαν ο κοινοτισμός και η βιοτεχνία.

2. Το παραγωγικό μοντέλο

Η ΡΟΣΤΡΟ υπήρξε μια υπερσύγχρονη μηχανουργική και ναυπηγική μονάδα, με 1100 εργαζόμενους το 1950. Με τα γύρω της μικρότερα μηχανουργεία συγκροτούσε ένα αυτοδύναμο παραγωγικό σύστημα. Σχεδίαζε και παρήγε η ίδια ό,τι απαιτούσε η τελική σύνθεση του προϊόντος. Είχε ναυπηγούς, μηχανολόγους και χημικούς ανωτάτης παιδείας, μηχανικούς και σχεδιαστές των τεχνικών σχολών του τότε Πειραιά και τεχνίτες, μηχανουργούς, εφαρμοστές, χυτευτές μετάλλων, ηλεκτρολόγους, ξυλουργούς, βαφείς κ.λπ. Τα σχέδια του εργοστασίου με τα επί μέρους τμήματα και τον αντίστοιχο εξοπλισμό μαρτυρούν αδιάψευστα την πλούσια διάρθρωση του μηχανουργείου.
Ο βιομηχανικός εργάτης απουσίαζε, μαζί με το περίφημο φορντικό μοντέλο, τον καταμερισμό, την εξειδίκευση, τη μαζική παραγωγή. Τη συγκροτούσαν αποκλειστικά επιστήμονες και τεχνίτες.
Ο μεγάλος όγκος της εργασίας της ήταν ειδικά σχεδιασμένα, κατά παραγγελία, προϊόντα. Για την ΕΤΜΑ, πλεκτρικές μηχανές, για την ναυτιλία, μικρά βαπόρια και μηχανολογικός εξοπλισμός, για τον αγροτικό τομέα και τη μεταποίηση, ειδικά μηχανήματα και μεταλλικά κτήρια (ΙΟΝ, ΕΛΑΪΣ, ΠΑΥΛΙΔΗΣ, ΠΑΠΟΥΤΣΑΝΗΣ, ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ, Ίσθμια της Κορίνθου και της Λευκάδας, κ.ά.). Τυποποιημένα προϊόντα, αντλίες και συμπιεστές αμμωνίας για την παγοποιία απλώς συμπλήρωναν τα κενά. Υπηρετούσε, σε αντίθεση με το δυτικό μοντέλο, το συγκεκριμένο και όχι το τυποποιημένο.

3. Η τεχνογνωσία

Η ΡΟΣΤΡΟ υπήρξε ένα μεγάλο τεχνικό πανεπιστήμιο. Ένας ναός τεχνολογικής σοφίας και εφαρμοσμένης γνώσης. Η τεχνογνωσία της είναι η παράδοση του μάστορα και του μηχανουργού, δηλαδή του αληθινού υποκειμένου της μεταποιητικής διαδικασίας και όχι του κατ’ εξοχήν αντικειμένου της, όπως ο βιομηχανικός εργάτης. Μια παράδοση που:
α) Διαθέτει ικανότητα αφομοίωσης του αληθινά νέου, μέσω της ένταξης στο προϋπάρχον.
β) Απεχθάνεται τη στείρα επανάληψη, τον καταμερισμό και την εξειδίκευση, ασκώντας τη δημιουργική σύνθεση των πιο ετερόκλητων πραγμάτων.
γ) Συγκροτεί έννοιες και σημασίες, μη εννοώντας τη μηχανή θεότητα πάνω από τον δημιουργό της.
Το 1941, οι Γερμανοί την επιτάσσουν, για τη συντήρηση των τορπιλακάτων τους. Οι τεχνίτες του μηχανουργείου προκαλούν ελεγχόμενες βλάβες στις εξελιγμένες μηχανές, που εκδηλώνονται εκ των υστέρων, όταν τα σκάφη απομακρύνονται από το λιμάνι. Υποψιάζονται πως κάτι τρέχει, αδυνατούν όμως να αμφισβητήσουν την εμπεριστατωμένη πραγματογνωμοσύνη των Ελλήνων τεχνικών, προϊόν της άριστης τεχνογνωσίας τους.

4. Ένα μάθημα ήθους, πίστης και οράματος

Το 1956 βρίσκει τη ΡΟΣΤΡΟ καταχρεωμένη από την ΕΤΜΑ. Ο όμιλος Νιάρχου, θέλοντας να λειτουργήσει μεγάλο ναυπηγείο στην Ελλάδα, αναθέτει στον ναυπηγό και καθηγητή του ΕΜΠ, πλοίαρχο Φραγκούλη, να αναζητήσει στελέχη και τεχνικό προσωπικό προκειμένου να μετεκπαιδευτεί στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας. Εκείνος απευθύνεται αμέσως στον Ροντήρη. Ο Ροντήρης, χάρη στο προπολεμικό του όραμα, συνεισφέρει με ενθουσιασμό, διαθέτοντας τα πολυτιμότερα στελέχη του, καρπό κόπων τριάντα ετών, χωρίς το παραμικρό προσωπικό όφελος. Μια ομάδα εκατόν δέκα ατόμων, ο μετέπειτα αρχικός πυρήνας των ναυπηγείων Σκαραμαγκά, πηγαίνει για ενάμιση χρόνο στην Ολλανδία. Εκεί, οι μαθητευόμενοι τεχνίτες μετατρέπονται στην πράξη σε εκπαιδευτές και εργοδηγούς των Ολλανδών.
Στο μεταξύ, ο Ροντήρης παλεύει να κρατήσει εν ζωή το ναυπηγείο στο Πέραμα. Πτωχευμένος, επιχειρεί μια συνεργασία με τον Ανδρεάδη, μέσω της ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΓΕΝΙΚΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΑΕ. Ο Ανδρεάδης, με κάποιους νομικούς χειρισμούς, αποκτά τυπικά τον έλεγχο και τον βγάζει εντελώς από το παιχνίδι. Από εκεί γεννιούνται τα ναυπηγεία Ελευσίνας.
Ο Γιάννης Ροντήρης, μέχρι το τέλος, μέσα από ένα μικρό μελετητικό γραφείο 50μ2, στην οδό Αιτωλικού και Μύλου, στον Πειραιά, κοντά στο παλιό του μηχανουργείο, μελετά και επιβλέπει μηχανουργικές κατασκευές, εμπνέοντας τους γύρω του, με αγάπη, γνώση και εμπειρία για την ελληνική σιδηροβιομηχανία.

5. Ένα μάθημα αντοχής στον χρόνο
Η μνήμη των γεγονότων κατοικεί σε ελάχιστους ανθρώπους εκείνης της μεγάλης τεχνικής οικογένειας που ζουν ακόμη. Τα ιστορικά τεκμήρια επαφίενται στην πίστη και επιμονή όσων εμβαθύνουν στα θραύσματα ενός παρελθόντος που σβήνει υπό την πίεση των καιρών. Στον τόπο που γέννησε τον μύθο του Προκρούστη, η τεχνογνωσία αντιστέκεται ακόμη, μέσω της άρρητης παράδοσης και του DNA μας, ακυρώνοντας στην πράξη τα περί του αντιθέτου ιδεολογήματα.
Σε μια εποχή γενικευμένης σύγχυσης, ήρθε ο καιρός το όραμα της μηχανουργίας να πάρει την εκδίκησή του, όταν μια δομική κρίση στο κυρίαρχο παραγωγικό μοντέλο, τουλάχιστον έξι αιώνων, αποκρύπτεται επιμελώς, κάτω από την οικονομική κρίση. (Τι άλλο σηματοδοτεί άραγε η υποχώρηση των εξαγωγών έναντι των εισαγωγών της Γερμανίας προς την Κίνα;)
Σε μια Δύση παντελώς απογυμνωμένη και εξαρτημένη στο παραγωγικό επίπεδο, το μάθημα της ΡΟΣΤΡΟ φωτίζει τον μόνο εναλλακτικό δρόμο.
Η Δύση, παρά τα ιδεολογήματα περί ενός νέου ψηφιακού κόσμου που δήθεν αναδύεται αυτάρκης, αναζητά εναγώνια βιώσιμο εναλλακτικό παραγωγικό μοντέλο. Και αυτό είναι αδύνατο ιστορικά να υπάρξει ερήμην της μηχανουργίας.
Ο τόπος μας το μπορεί όσο κανείς, αρκεί να το συναισθανθούμε και κατανοήσουμε. Προικιά μας είναι η τεχνογνωσία μας, συναρτημένη με την πλούσια και έγκαιρη εμπλοκή μας στον σύγχρονο ψηφιακό κόσμο. Τεράστιο πλεονέκτημά μας είναι η απαλλαγή μας από τα βαρίδια ενός βάρβαρου βιομηχανικού παρελθόντος, της κατ’ εξοχήν, δηλαδή, αγχόνης για τη Δύση που το γέννησε.
Είναι καιρός να ανατρέψουμε ριζικά την κυρίαρχη ατζέντα. Μπρος στο έωλο ιδεολόγημα της ανάπτυξης, οφείλουμε να συναισθανθούμε την εφικτή όσο ποτέ δυνατότητά μας για ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση. Ζωτική οφειλή τόσο στην ιστορία μας όσο και στις γενιές που έρχονται.

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου